Του θυμού το κύμα




Σηκώθηκες από τον δερμάτινο καναπέ με τις γροθιές έτοιμες να σπάσουν. Ανάσανες με φουσκωμένο το στέρνο και κατάπιες χωρίς σάλιο. Έπιασες το κεφάλι σου με τα δυο χέρια και έκλεισες τα μάτια τόσο σφιχτά που χαραμάδα δεν άφησες, το φως να μπεί.  Περπάτησες δυο βήματα και σταμάτησες απότομα, γύρισες με κοίταξες ενώ το ζεστό σου δάκρυ έτρεξε να σε προδώσει. Το στόμα σου μισάνοιχτο έβγαζε βουβές κραυγές και λόγια της ψυχής. 

Έμεινα εκει να σε κοιτώ και να λυπάμαι. 
Λυπάμαι που δεν είχα τα κότσια να το κάνω πιο πριν. 
Λυπάμαι που δεν είχα το θάρρος να σου πω αυτά που καιρό τώρα υποψιαζόσουν. Αυτά που σαν φίδια σε έπνιγαν και σε δηλητηρίαζαν μέρα με την μέρα. Είμαι ένας δειλός, το παραδέχομαι.

 Δεν ήθελα να σε πληγώσω… Δεν ήθελα να σε θυμώσω. Τώρα τα κατάφερα και τα δύο… Τώρα στα βάθη του ωκεανού σου με έσπρωξες. Του θυμού σου το κύμα με σκέπασε και με κατάπιε. Και εσύ με μια τρύπια σχεδία επιπλέεις στην σαλεμένη θάλασσα.

 Ξέρω πως όσα γράφω θα τα κάψεις με τον αναπτήρα του αγαπημένου σου τσιγάρου. Ξέρω πως τώρα πια, στα μαύρα σου νερά θα ταξιδεύω. Θα ξεχάσεις το όνομα μου και όσα ζήσαμε, θα φύγεις μακριά και θα κάνεις πως περνάς καλά και μόνη. Σου ζητώ συγνώμη αν και δεν θα την δεχτείς. Ζητώ συγνώμη που δεν ήμουν όσα υποσχέθηκα, που σε πρόδωσα και έκρυψα την βρωμιά κάτω από το χαλί. 

Μα καρδιά μου σε αγάπησα και ας έκανα λάθη… Να ξέρεις πως, του θυμού σου το κύμα θα με πνίγει μια ζωή.






                                                                                                      Λειβαρτζηνού Αντωνία
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.