Πόνοι Μεγαλώματος



Λες πως δεν σε συγκινεί τίποτα και τίποτα πια δε σε αγγίζει, μα βλέπω πώς πέφτουν τα βλέφαρά σου μπροστά στο πυρωμένο ηλιοβασίλεμα κι όταν ξυπνάς τη νύχτα και σε σκεπάζω κουλουριάζεσαι, κι είναι σχεδόν λες και δεν Μεγαλώσαμε: Μεγαλώσαμε και το σπίτι μου είναι άδειο, όταν γυρίζω το βράδυ, στον καναπέ δεν κάθεται κανείς μα αν κλάψω κανείς δεν με βλέπει κι έτσι την άλλη μέρα είναι λες και δεν έγινε.

Μεγαλώσαμε, ψηλώσαμε λίγο κι ίσως δεν έχω το φεγγαρένιο πρόσωπο που είχα παλιά, μα ακόμη ξεχνιέμαι και νομίζω πως είμαι ξανά δεκαπέντε χρονών- ίσως μια Τρίτη που γλιστράω και κάνω δεκατρία τσιγάρα το ένα πίσω από το άλλο και γυρνάω σπίτι με μουσκεμένα μαλλιά, πρόσωπο κομμένο και μαύρους κύκλους πελώριους, κοιτάζομαι στον καθρέφτη και τα χρόνια ανεμίζουν πίσω σαν φύλλα τετραδίου.


 Όταν ήμουν μικρή, τα πόδια μου πονούσαν τόσο που ξυπνούσα κλαίγοντας τη νύχτα. Η μητέρα μου το αποκαλούσε Πόνους Μεγαλώματος, μα βάστηξαν πολλά χρόνια, μέχρις ότου σταμάτησα να ψηλώνω και πια με πήγε στο γιατρό, κι ο γιατρός αποφάνθηκε ότι πράγματι ο πόνος δεν ήταν φυσιολογικός: καλοήθης όγκος, ισχυρίστηκε τότε και με συμβούλεψε να παίρνω μια παρακεταμόλη όταν γίνεται ανυπόφορος. ‘Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο’, είχε πει, κοιτώντας με με συμπάθεια. Μα, αυτά είναι τύχη που μπορεί και να την έχεις μονάχα μια φορά. Αν πήγαινα τώρα, ίσως μου έγραφαν ένα μπουκάλι ουίσκι ή μια καρτελίτσα λευκά χαπάκια, λίγο μεγαλύτερα από κόκκους ρυζιού.
 -Και σίγουρα δεν είναι συγκυρία, όταν Εκείνη γελάει και μου λέει τα ίδια ακριβώς λόγια- Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο. Ο χρόνος κυλάει μόνο προς τα μπρος. Θέλω κι εγώ να κουλουριαστώ στο κρεβάτι μου, να κολυμπήσω στη λιμνούλα του φόβου όπου βουλιάζουν τα πόδια μου. Μα, δεν θα σε ρωτήσουμε. Σφίξε τα δόντια σου, σήκωσε τα μανίκια σου, ανασκουμπώσου κι αν δεν σου περάσει, προσευχήσου. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Μεγαλώσαμε.-


 Και το θυμάμαι όταν φεύγεις μακριά, τόσο μακριά που η Καληνύχτα μας, που έμενε ανείπωτη αφού καταλαβαίναμε πάντοτε από την ανάσα του άλλου πότε αποκοιμιόταν, γίνεται λέξη και για υποκατάστατο, κοιτάμε και οι δύο την ίδια σελήνη. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο. Νομίζεις πως είσαι άτρωτος, μα η δύναμή μου είναι να είμαι ευάλωτη και ξέρω να διαβάσω πότε το στομάχι σου σφίγγεται από μοναξιά, βλέπω τα μάτια σου να συννεφιάζουν κι ας μην τα κοιτάω. Είσαι ένα παιδί που κρατάει μια μπύρα και γελάει δυνατά, μα στα διάφανα βλέφαρά σου κυλούν ρυάκια μενεξελιά, ρυάκια ανησυχίας κι αμηχανίας και θλίψης, όταν τα κλείνεις. Κι άμα μου υψώνεις τη φωνή, θυμήσου πως έκαψες τα λάστιχά σου κατεβαίνοντας το βουνό επειδή δεν ήθελες να αφήσεις το χέρι μου, θυμήσου τη φωνή σου να σπάει στο τηλέφωνο.
  Είναι φορές που θέλω να στα πω όλα, για τη Βίδοβα, τις συκιές και το Κρυφτό, για την Αβάνα, για την ταράτσα της Ελευθερίας και τα παξιμάδια και για τις Δέκα Μάη, για το Ραγκαβά, τον Άλιμο και τα ρόπαλα, για τις καταλήψεις κι εκείνη τη μέρα στο καπνιστήριο, ακόμα και για τις Βροχερές Μέρες, που κοντεύω να τις ξεχάσω κι εγώ η ίδια γιατί ποτέ δεν τις συζητάω. Μα εκείνο το ξανθό κορίτσι με την καρό φούστα που γλιστράει από τη μέση της και κατηφορίζει τη Λεωφόρο, περνώντας από τις εργατικές με μολότοφ στα μάτια στέκεται πίσω σου και με κοιτάει, και τα χείλη μου πάλι σφραγίζουν και δε βγάζω κουβέντα. Μεγαλώσαμε, κι όταν μιλάω για όλα εκείνα χρωματίζω το πρόσωπό μου με μια έκφραση μπεζ κι ευχάριστη ώστε να μην προσβάλλω κανενός την αισθητική.
Σίγουρα, όλοι κάποτε μένουμε μόνοι μας, ηχούσε τότε ο στίχος στα ακουστικά μου κι εγώ δάγκωνα τη γόπα μου, γιατί δεν καταλάβαινα πως είχε δίκιο. Ήταν νωρίς, ήταν πράγματι νωρίς, κι ήταν ψωμί και λαχανόσουπα και πρωινές λειτουργίες για μήνες.

 Μεγαλώσαμε και συνεχίζουμε να μεγαλώνουμε χώρια κι εγώ είμαι τόσο Μεγάλη που κοιτάω με βλέμμα απλανές το κενό και κάνω πως ξεχνάω πως τα πόδια του ενός πατάνε γη που του άλλου δεν έχουν γνωρίσει καν, πως βλέπουμε άλλο ουρανό κι όταν έχει ο ένας συννεφιά κι ο άλλος λιακάδα είναι χειρότερα κι από όταν έχουν κι οι δύο συννεφιά- ας μισώ τη συννεφιά, ας προσπαθώ να τη συνηθίσω γιατί παραείμαι Μεγάλη για να μην την έχω μάθει. Φοράω ένα χαμόγελο φαρδύ, από το ένα αυτί στο άλλο και λέω, είναι Μερικοί Μήνες Μόνο, ας ξέρω πως αυτοί οι Μερικοί Μήνες ήταν που πήραν τη ζωή μου από την κόλαση και την έκαναν να ανθίσει σα μυγδαλιά κάποτε. Τα χέρια σου είναι μικρά και κρύα, σπουργίτια μουδιασμένα στο περβάζι του παραθύρου το Γενάρη- τα χείλια σου σκάνε,μισοκλείνω τα μάτια και βλέπω εκείνο το Μικρό να τουρτουρίζει μπροστά στο μαρμάρινο νεροχύτη, με τα μανίκια μαζεμένα στους αγκώνες και τις μελανιασμένες παλάμες της να τρίβουν ένα πιάτο με κινήσεις μηχανικές. Χαίρομαι για σένα, αλήθεια. Ανάθεμά σε, χαίρομαι πολύ για σένα.



( Ίσως, όταν πια θα κοντεύεις να γυρίσεις κι οι μυγδαλιές θα έχουν στολιστεί με ροδόλευκα ανθάκια κι εκείνα έχουν πέσει στο χώμα φτιάχνοντας κρεβάτια για την ελπίδα μου, όταν ο κόσμος συνεχίσει να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, μαζί με τον καθένα μας και γύρω από τον ήλιο, με λιγότερους από εμάς, να με βρεις πολύ μεγάλη και πολύ σοφή και πολύ σπουδαία, μα τώρα σκίζω τις σελίδες μου και γελάω πολύ δυνατά και καμιά φορά βουρκώνω στο δρόμο για το σπίτι. Ίσως να σε βρω κι εγώ, μα ξέρω πως, το βράδυ που ξαπλώνεις στο κρεβάτι σου, το δέρμα σου διψάει όσο το δικό μου κι όταν ξυπνάς, για μια στιγμή που φτερουγίζει, το χέρι σου ψάχνει το χέρι μου. )



ΜΥΡΤΏ ΖΆΡΑ - ΜΥΡΤΩ ΖΑΡΑ
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.