ΤΟ ΛΟΥΚΙ (τρίτο και τελευταίο μέρος)




                                                                           8 

  Την επόμενη μέρα ο Τάκης πάει από νωρίς στο γραφείο συνοικεσίων. Ετοιμάζει τα εργαλεία μεθοδικά και τα ταχτοποιεί μέσα στον σάκο. Έχει πάει 10 η ώρα όταν αποφασίζει να μπει στη μεγάλη περιπέτεια. Το κτήριο των γραφείων φαίνεται έρημο. Τουλάχιστον στον όροφό τους, απ’ όσον έχει ελέγξει, δεν υπάρχει ψυχή. Ανοίγει την πόρτα και βγαίνει έξω. Εκτός από τον σάκο με τα εργαλεία βαστάει στο χέρι του ένα χοντρό μαδέρι μήκους 1,5 μέτρο. Προχωράει στον διάδρομο. Για μια στιγμή το κομπρεσέρ σταματάει. Στέκεται για λίγο και αφουγκράζεται. Τίποτα. Απόλυτη ησυχία. Φτάνει μέχρι τις τουαλέτες και μπαίνει μέσα. Για καλό και για κακό κλειδώνει την πόρτα πίσω του. Το κομπρεσέρ ξαναρχίζει να δουλεύει. Ανοίγει μια μικρή αποθηκούλα και νάτο το παράθυρο του φωταγωγού. Βάζει στο κεφάλι του τον φορητό φακό ανθρακωρύχου που έχουν προμηθευτεί και φτάνει στο παράθυρο. Το ανοίγει και περνάει το μαδέρι πάνω από τον φωταγωγό φτάνοντας στο περβάζι του απέναντι παραθύρου, που είναι το αντίστοιχο παράθυρο των WC της Τράπεζας. Στηρίζει με προσοχή το μαδέρι και αρχίζει την ακροβασία. Φτάνει στη σιδεριά και αρχίζει να ξεβιδώνει τις βίδες. Κοπιαστική δουλειά, καθώς υπάρχουν πολλές βίδες. Κάποτε τελειώνει και βγάζει από τον σάκο ένα λεπτό γερό σκοινί. Δένει τη σιδεριά και την αμολάει αργά αργά στο φρεάτιο του φωταγωγού, μέχρι να την ακουμπήσει μαλακά κάτω. Δένει την άκρη στο μαδέρι Τώρα έχει σειρά το χοντρό τζάμι. Σπάει τούς ξεραμένους στόκους, ξεκαρφώνει τα καρφάκια και αγκαλιάζοντας το τζάμι πηδάει μέσα στην Τράπεζα. Αφήνει με προσοχή το τζάμι στο δάπεδο και τραβάει μέσα τον σάκο με τα εργαλεία. Βγαίνει έξω από τις τουαλέτες και, καθώς γνωρίζει απ’ έξω το σχεδιάγραμμα, τραβάει χωρίς χρονοτριβή στον στόχο του. Διασχίζει τη μεγάλη αίθουσα και βρίσκει τη σκάλα στο βάθος, που οδηγεί στο γραφείο της καταμέτρησης. Για τον παλιό κλειδαρά το άνοιγμα της κλειδαριάς είναι παιχνιδάκι. Τσακ τσακ με δύο συρματάκια και βρίσκεται μέσα. Κάνει ένα γύρο με τον φακό. Στη μέση ένα μεγάλο τραπέζι που πιο πολύ μοιάζει με πάγκο και τριγύρω καρέκλες. Στον τοίχο ο φωριαμός. Πηγαίνει κατ’ ευθείαν εκεί και τον μετακινεί. Βγάζει από την τσέπη του ένα μέτρο και μετράει την απόσταση από την άκρη του παραθύρου μέχρι το σημείο που έχουν υπολογίσει ότι περνάει η εξωτερική υδρορροή. «Ένα και σαράντα», μονολογεί, «αυτό είναι». Βάζει ένα σταυρό στο σημείο. Χωρίς χρονοτριβή βγάζει ένα μαντρακά κι ένα καλέμι και αρχίζει να σκάβει. Μετά από ώρα κοπιαστικής δουλειάς έχει φτάσει στο λούκι. Κοιτάζει το ρολόι του. Η ώρα έχει πάει 12 και μισή. Βγάζει ένα μικρό ηλεκτρικό τροχό, βρίσκει μια πρίζα, βάζει μέσα το φις, πλησιάζει προς το λούκι και τη στιγμή που πάει να πατήσει τον διακόπτη... σταματάει το κομπρεσέρ! Τι γίνεται τώρα; Κάνα μικρό διάλειμμα και θα ξαναρχίσει η εργασία; Μήπως κάποια αλλαγή βάρδιας των εργατών; Ο Τάκης αγωνιά και περιμένει. Δεν έχει άλλωστε και εναλλακτική. Η ώρα περνάει. Τι κάνουμε τώρα; Μήπως αναβολή για αύριο; Και άντε ξανά πίσω και ο γράφων να μας περιγράφει σε ανάποδο γύρισμα, όπως λένε στο σινεμά, το σπρώξιμο του φωριαμού στον τοίχο, την επιστροφή στις τουαλέτες και από εκεί στον φωταγωγό, την εφαρμογή του τζαμιού στη θέση του, το στοκάρισμα, την ανάσυρση και το βίδωμα της σιδεριάς. Ουφ! Γκρρρρρρ... Και πάνω στην ώρα το κομπρεσέρ ξαναρχίζει να δουλεύει. Ο Τάκης τηρεί ακόμα λίγη σιγή ασφαλείας και συνεχίζει να κόβει το λούκι. Τελειώνει και αυτή η εργασία. Βγάζει τώρα ένα σφουγγάρι κι ένα σκοινάκι. Δένει το σκοινάκι στο σφουγγάρι και το τυλίγει, όπως θα έκανε με ένα κουβάρι. Δένει στην άκρη του σκοινιού ένα μολυβένιο βαρίδι και το αμολάει μέσα στο λούκι. Το αφήνει σιγά σιγά, ώσπου να νιώσει το σκοινάκι χαλαρό, πράγμα που δείχνει ότι το βαρίδι έχει φτάσει στον δρόμο. Τραβάει λίγο μέχρις ότου, όπως υπολογίζει, το βαρίδι να κρυφτεί μέσα στο λούκι. Τέλος, πασαλείβει το σφουγγάρι πολύ καλά με ένα πλούσιο στρώμα βαζελίνης και το χώνει μέσα στο λούκι. Μαζεύει προσεκτικά τα μπάζα, τα βάζει σε ένα τσουβάλι και από εκεί στην ταράτσα, όπου έχει να κάνει μια τελευταία ενέργεια. Φτάνει στην πόρτα που οδηγεί στην ταράτσα. Άλλη μια μικρή διάρρηξη και βγαίνει έξω στον κρύο καθαρό αέρα. Αφήνει το τσουβάλι με τα μπάζα και πηγαίνει στην είσοδο του λουκιού, τη φράζει με μια σφήνα που έχει φτιάξει από πριν, σωστά υπολογισμένη με βάση τη διατομή του λουκιού. Είπαμε πως η παρέα είχε φροντίσει για όλα. Με λίγο νερό από ένα στρατιωτικό παγούρι που κρέμεται από τη ζώνη του και με λίγο γύψο που έχει κρυμμένο σε ένα πλαστικό σακουλάκι μέσα στον κόρφο του κάνει ένα μείγμα και γυψάρει προσεκτικά γύρω γύρω τη σφήνα. Έτσι στο ενδεχόμενο βροχής αποκλείεται να περάσει νερό μέσα. Αυτό είναι... Όλα τέλειωσαν και ο Τάκης ξεκινάει τον δρόμο της επιστροφής κάνοντας όλες τις ενέργειες που έχουν περιγραφεί πριν, όταν το ενδεχόμενο της ματαίωσης ήταν ορατό, αφού είχε σταματήσει το κομπρεσέρ. Μια τελευταία ενέργεια απομένει. Ο Τάκης μπαίνει στο γραφείο που έχουν νοικιάσει και φοράει μία στολή σαν εκείνη που φοράνε οι εργάτες του συνεργείου της ΥΔΡΕΞ. Κατεβαίνει και φτάνει στο λούκι. Αφού βεβαιώνεται ότι δεν τον βλέπει κανείς, χώνει το χέρι του μέσα και βρίσκει το βαρίδι. Τραβάει το σκοινάκι, και το κουβάρι με τη βαζελίνη έρχεται κάτω. Κατόπιν σφηνώνει την άκρη του λουκιού με μια σφήνα πανομοιότυπη με αυτήν που έβαλε πάνω στην ταράτσα στην είσοδο του λουκιού. Τέλος... 

                                                                          

– Να πάρει ο διάολος! Έναν καφέ παράγγειλα και τον περιμένω τόσην ώρα, λες και θα τον φέρουν τώρα από τη Βραζιλία.
 Ο Αντώνης έχει έρθει από τα χαράματα στο γραφείο, πράγμα που δεν το συνηθίζει. Φαίνεται σοβαρός, ξενυχτισμένος και εκνευρισμένος. Μπαίνει η Λίζα κρατώντας διάφορα χαρτιά. 
– Μη γίνεσαι τόσο τραγικός, καημένε! Δεν πέρασαν ούτε τρία λεπτά από τότε που τηλεφώνησα κάτω. Και με τουρμπίνες να ήταν εφοδιασμένος ο καφετζής ακόμα δεν θα τον είχε φέρει. 
– Όρεξη που έχεις κι εσύ πρωί πρωί. Άντε, δώσε μου τα χαρτιά. Κάνοντας ένα μορφασμό η Λίζα, σαν να λέει «παραξενιές», ξεχωρίζει κάποια χαρτιά και τα αφήνει πάνω στο γραφείο. 
– Τα συνηθισμένα... Υπομνήματα, επιστολές, προτάσεις και δυο σχέδια προσφερόμενων ραδιοφωνικών προγραμμάτων, από αυτά με τις τηλεφωνικές ερωτήσεις.
 Ο Αντώνης παίρνει το πρώτο χαρτί, ρίχνει μια ματιά, το αφήνει και παίρνει ένα άλλο, το αφήνει κι αυτό και ψάχνοντας μέσα στα χαρτιά βρίσκει δυο τρεις κόλες πιασμένες με συνδετήρα και διαβάζει το περιεχόμενο. Πάνω εκεί μπαίνει στο γραφείο ο καφετζής.
 – Ο σκέτος σας, κύριε Αντωνάκη!
– Α! Ήρθε το φορτηγό;
 – Ποιο φορτηγό;
– Τίποτα... τίποτα, κυρ Σταύρο. Ο κύριος διευθυντής έχει σήμερα τα νευράκια του. Ο καφετζής φεύγει κουνώντας το κεφάλι του με συγκατάβαση. Ο Αντώνης αφήνει τα χαρτιά που κρατούσε μαζί με τα άλλα πάνω στο γραφείο.
 – Είναι το προσφερόμενο πρόγραμμα που φτιάξαμε για τις κατεψυγμένες κότες της φίρμας «Αριστοφάνης», ε;
– Ναι... και νομίζω ότι καλύτερα είναι που προσφέρουμε μετρητά σε όσους απαντούν σωστά στις ερωτήσεις αντί...
 – Για ζωντανές κότες που ήθελε σώνει και καλά ο πελάτης μας! Ακούς εκεί, ζωντανές κότες!
 – Και μη χειρότερα να λέμε... Και μη χειρότερα... Και ενώ στο γραφείο τα γέλια διαδέχονταν τον εκνευρισμό, χτυπάει το τηλέφωνο. 
– Ναι;
– Σας ζητά ο κύριος Σφυρής.
 – Δεν είμαι εδώ. Δεν είμαι εδώ. Ο Αντώνης σκεπάζει το μικρόφωνο με την παλάμη του και γυρίζει στη Λίζα. Θ’ αρχίσει πάλι να μου κλαίγεται πως ξοδεύει τα λεφτά του στις εφημερίδες! Ξεσκεπάζει το μικρόφωνο και συνεχίζει στην τηλεφωνήτρια: Δεν είμαι εδώ για κανένα!
 – Τίποτε άλλο, κύριε διευθυντά;
 – Α... θα με ζητήσει κάποιος κύριος Τάκης. Μόνον αυτόν θα μου περάσεις. Κατάλαβες;
– Μάλιστα. Για μισό λεπτό. Ελάτε. Ο κύριος Τάκης!
 – Έλα... Τι έγινε, ρε Τάκη;
– Όλα πήγαν καλά.
– Εντάξει. Πάρε τον Ντίνο και ελάτε το βράδυ στο σπίτι.

                                                                             10 

– Ωραία παιχνιδάκια!... ...που – βέβαια – θα μείνουν αχρησιμοποίητα...
   Πάνω στο τραπέζι στο σπίτι του Αντώνη βρίσκονται αραδιασμένα τρία πιστόλια, δίπλα τους τρεις σιγαστήρες και αρκετές σφαίρες. Ο Αντώνης παίρνει ένα πιστόλι στο χέρι του.
 – Το αίμα μου φέρνει αλλεργία!
 Ο Τάκης, που χάζευε τα πιστόλια, γυρίζει προς το μέρος του Αντώνη.
– Καλά. Κι αν οι υπάλληλοι φωνάξουν;
Η Μάρω, που στο μεταξύ ετοίμαζε τα ποτά, πλησιάζει και αυτή στο τραπεζάκι που στέκονται όρθιοι οι τρεις φίλοι. 
– Στο γραφείο αυτό δουλεύουν δύο άντρες και μία γυναίκα. Οι άντρες είναι ηλικιωμένοι, συντηρητικοί και μπροστά στα προτεταμένα όπλα θα προτιμήσουν να σωπάσουν. Όσο για τη γυναίκα, αυτή θα σιωπήσει μπρος στη φυσική δειλία που διακρίνει το φύλο μας.
 – Άλλωστε θα κοιμηθούν τόσο γρήγορα που δεν θα προλάβουν να αντιδράσουν, Έτσι δεν είναι, Τσίρο;
– Φυσικά, ρε Αντώνη, ούτε κιχ δεν θα προλάβουν να πούνε.
 Ο Ντίνος, που τόσην ώρα δεν μιλούσε, γυρίζει προς τον Τάκη:
– Είπες, Τάκη, ότι η προετοιμασία που έκανες χτες ήταν τέλεια. Μια που είσαι ο πρώτος που ασχολήθηκες πρακτικά με τη «δουλειά», δεν παρατήρησες τίποτα που κατά τη γνώμη σου θα μπορούσε να προκαλέσει κάποια ανωμαλία; 
– Όλα έχουν γίνει στην εντέλεια! Και γενικά όλο το σχέδιο είναι πράγματι καταπληκτικό. Όμως είναι κάτι που το σκέφτηκα μόλις χτες την ώρα που δούλευα και που πολύ με φοβίζει. Ο Τάκης σταματάει. Δείχνει σκεφτικός. Ο Αντώνης δείχνει την αδημονία του.
– Για λέγε... Για λέγε...
– Να... Αύριο οι υπάλληλοι θα πάνε κανονικά στο γραφείο τους και όπως πάντα θ’ αρχίσουν την ίδια δουλειά που κάνουν χρόνια τώρα. Τίποτα το παράξενο δεν θα υπάρχει που θα τους κάνει να υποψιαστούν πως αυτή η μέρα δεν θα είναι όπως οι άλλες. Πως θα γίνει «κάτι άλλο». Δούλεψα σχολαστικά και δεν άφησα κανένα ίχνος. Αν όμως για μια οποιαδήποτε αιτία μετακινήσουν τον φωριαμό; Τότε η δουλειά πάει περίπατο. Και όχι μόνον αυτό, αλλά κάτι θα μυριστούν και θα μας στήσουν παγίδα. 
-Αν είναι αυτό μόνο, μη σε ανησυχεί, Τάκη. Έχει περάσει αρκετός καιρός που αυτός ο φωριαμός είναι σ’ αυτή τη θέση και κανείς δεν σκέφτηκε να τον μετακινήσει. Ο χώρος είναι τόσο μικρός και ως εκ τούτου τόσο αυστηρά διαμορφωμένος, ώστε κάθε είδους αλλαγή αποκλείεται. Ο φωριαμός είναι σε μία θέση που πραγματικά είναι και η μόνη που ενδείκνυται. Θα είναι μία σύμπτωση αν αύριο αποφασίσει κανείς να τον μετακινήσει. Μία σύμπτωση στο εκατομμύριο... 
– Και όμως... Μία σύμπτωση έφερε το συνεργείο με τα κομπρεσέρ την κατάλληλη στιγμή κάτω στον δρόμο...
– Μη φοβάστε... Αύριο όλα θα πάνε καλά... Λοιπόν, εσύ Ντίνο θα κοιμηθείς απόψε εδώ. Την υπηρεσία μου την έχω ήδη διώξει με άδεια. Αύριο δεν θα πάω στο γραφείο μου. Θα τους τηλεφωνήσω ότι είμαι άρρωστος.
 – Και εγώ γιατί θα κοιμηθώ εδώ;
– Μα για να μου αλλάξεις το πρόσωπο! Αυτή η δουλειά πρέπει να γίνει πρωί πρωί. Ύστερα θα πας στο γραφείο συνοικεσίων. Εκεί θα σε περιμένει ο Τάκης, θα μασκαρευτείτε και στις 11 ακριβώς θα συναντηθούμε έξω από την Τράπεζα. Ας μιλήσουμε τώρα για τις τελευταίες λεπτομέρειες. Λοιπόν... 

                                                                         11 

– Μπράβο, Ντίνο! Είσαι μάστορας στις μεταμφιέσεις! Ο Τάκης κοιτάει στον καθρέφτη το νέο του πρόσωπο. Στη γνωστή μεταμφίεση έχει προστεθεί μια ρεπούμπλικα που του κρύβει το μισό του κεφάλι. 
– Χα χα χα χα! Μάθε τέχνη κι άσε την, λέει ο Ντίνος και συνεχίζει με τη δική του μεταμφίεση. Ο Τάκης ανοίγει το συρτάρι του γραφείου και ασχολείται με τα υλικά. 
– Γάντια, χλωροφόρμιο, τα παιχνιδάκια γεμάτα και ασφαλισμένα...
– Δεν μου λες, ρε Τάκη, φοβάσαι; Πώς νιώθεις;
 – Το διασκεδάζω.
– Και ο φόβος;
 – Ξέρεις, Ντίνο, πόσο κουράστηκα αυτά τα χρόνια που πέρασαν από τότε που ένιωσα τη ζωή; Αγωνίστηκα μα δεν κατάφερα τίποτα. Η σημερινή δουλειά είναι μία μεγάλη ευκαιρία. Για όλους μας. Όχι, δεν φοβάμαι. Δεν πρέπει να φοβάται κανένας μας. 
– Έχεις δίκιο. Αυτή είναι η ευκαιρία της ζωής μας. Κοίτα, είναι 10.15. Η ώρα πλησιάζει. Θα πρέπει όπου να ’ναι να φεύγουν. Και τη στιγμή που ρίχνουν μια τελευταία ματιά ένα γύρω χτυπάει η πόρτα τους. Ανοίγουν και μπροστά τους βλέπουν μια απερίγραπτη φιγούρα. Μια γυναίκα προχωρημένης ηλικίας βαμμένη έντονα. Το ντύσιμό της νεανικό. Η φωνή της καθώς τους μιλάει φανερώνει αρκετό τρακ: 
– Χαίρετε! Μπορώ να εισέλθω;
 Ο Τάκης κάνει μία χαρακτηριστική χειρονομία που σημαίνει «περάστε». Η γυναίκα μπαίνει μέσα και στέκεται αμήχανα στη μέση του γραφείου.
– Ορίστε! Η γυναίκα κάτι θέλει να πει, αλλά διστάζει. Σκύβει το κεφάλι της και παίζει με το άνοιγμα της τσάντας της. Δίνει την εντύπωση ότι ντρέπεται.
– Τι επιθυμεί η κυρία;
– Δεσποινίς, παρακαλώ, δεσποινίς!
 – Ααα, λοιπόν δεσποινίς, τι επιθυμείτε;
– Να υπανδρευτώ, καλοί μου κύριοι.
Αυτό οι φίλοι μας δεν το περίμεναν. Η ώρα της δουλειάς πλησίαζε και τους είχε τύχει πελάτισσα! Ωστόσο ο Ντίνος παίρνει ένα στυλό και ένα μπλοκάκι.
 – Ετών;
– Καλέ, θα το πιστεύσετε;
 – Μα αυτή είναι η δουλειά μας.
 – Τριάκοντα εξ!
– Προίκα;
 – Δύο πολυκατοικίας!
Ο Ντίνος συνεχίζει να γράφει, ενώ σκέφτεται σοβαρά: Αυτή είναι τύχη! Μήπως θα είναι καλύτερα να αφήσουμε τη δουλειά; 
– Γιατί όμως ρωτάτε;
– Σας φτιάχνουμε τον φάκελό σας.
– Μάλιστα. – Και ζητάτε;
– Κύριον ετών 50, αξιοπρεπή, αναλόγων φυσικών προσόντων, δηλαδή ομορφούλην ή νοστιμούλην, εργατικόν, κουβαλητήν, μπλα μπλα μπλα μπλα...
 Η ώρα πλησίαζε 11 παρά 10... Ευτυχώς, γιατί πάνω στην ώρα ο εφιάλτης τέλειωσε. Αντάλλαξαν τηλέφωνα, έδωσαν τα χέρια, η πελάτισσα έφυγε, και αυτοί έκλεισαν την πόρτα και έφυγαν τρέχοντας από το γραφείο... «Γραφείο συνοικεσίων... Άντε, ρε Αντώνη, με τις εμπνεύσεις σου!» 
Εν τω μεταξύ ο Αντώνης περίμενε έξω από την Τράπεζα... Καθόταν σε αναμμένα καρφιά. Η ώρα είχε πάει 11 και 10 και οι φίλοι του ακόμα δεν είχαν φανεί. Τι διάολο, δίπλα ήταν. Αυτή η αναμονή τού έδωσε την ευκαιρία να διαπιστώσει ότι το μακιγιάζ του Ντίνου τον είχε κάνει αγνώριστο. Γιατί ο Αντώνης, καθώς κυκλοφορούσε στους επιχειρηματικούς κύκλους, ήταν γνωστός, και οι επίσης γνωστοί του που πέρασαν από δίπλα του για να μπουν στην Τράπεζα δεν τον γνώρισαν. Πάνω στην ώρα καταφθάνουν και τα παιδιά, και ένας ένας ξεχωριστά μπαίνουν στην Τράπεζα. Κατευθύνονται προς το γραφείο της καταμέτρησης, σε κάποια απόσταση ο ένας από τον άλλον. Όταν ανεβαίνουν τη σκάλα, βγάζουν από τις τσέπες τους και περνούν στο κεφάλι τους γυναικείες κάλτσες. Συγκλίνουν και βρίσκονται μαζί μπρος στην πόρτα, την οποία χτυπάει ο Αντώνης. Την πόρτα την ανοίγει ένας από τους υπαλλήλους. Στη θέα του ο Αντώνης, ο μόνος με ακάλυπτο το πρόσωπο, λέει: 
– Καλημέρα σας...
– Ποιος είστε;
 – Δημοσιογράφος. Η εφημερίδα μας κάνει ένα ρεπορτάζ για τα διάφορα επαγγέλματα και ήρθαμε και σε σας, καθώς νομίζουμε ότι ο κόσμος θα ήθελε να μάθει πώς είναι να περνάνε τόσα χρήματα από τα χέρια σας! 
– Έχετε άδεια, κύριε;
– Μάλιστα! Βάζει το χέρι του στη μέσα τσέπη του παλτού του και βγάζει το πιστόλι... Έχω αυτό... Παρακαλώ να μη βγάλει κανείς άχνα από το στόμα του, γιατί θα αναγκαστώ να το χρησιμοποιήσω. Οι υπάλληλοι μένουν έκπληκτοι. Δεν μπορούν να καταλάβουν αμέσως περί τίνος πρόκειται και ένας από αυτούς καταφέρνει να ψελλίσει: 
– Ασφαλώς, κύριε, πρόκειται περί φάρσας... Εν τω μεταξύ έχουν μπουκάρει και οι άλλοι της παρέας μέσα στο μικρό γραφείο. 
– Δεν δοκιμάζεις να το διαπιστώσεις;
– Και τώρα, λέει ο Αντώνης, καθίστε να σας κοιμίσουμε και... φρόνιμα! Δεν πρόκειται να σας πάρουμε τίποτα. Όλα τούτα είναι ξένα... Και, ενώ συνεχίζει να απειλεί με το όπλο, κάνει ένα νεύμα στον Τάκη. Ο Ντίνος ήδη έχει κλειδώσει την πόρτα και έχει κάτσει πίσω της. Ο Τάκης πλησιάζει τους υπαλλήλους λέγοντας: 
– Γυρίστε όλοι την πλάτη σας και κολλήστε στον απέναντι τοίχο ο ένας δίπλα στον άλλον. 
Οι υπάλληλοι υπακούουν τρομοκρατημένοι, και ο Τάκης με βιαστικές κινήσεις βγάζει από τον κόρφο του το μπουκαλάκι με το χλωροφόρμιο και ένα μεγάλο κομμάτι μπαμπάκι. Πηγαίνει κοντά τους και τους ναρκώνει έναν έναν. Ύστερα βγάζει μία βελόνα από το πέτο του και τους τρυπάει τα μάγουλα. Τίποτα. Καμιά αντίδραση. Το πρόσωπό τους μένει ανέκφραστο. Για περισσότερη σιγουριά τους ανασηκώνει τα βλέφαρα. Πάλι καμιά αντίδραση. Τα μάτια τους παραμένουν απλανή. Οι τρεις φίλοι πηγαίνουν τώρα στο τραπέζι που βρίσκονται απλωμένες οι δεσμίδες με τα χρήματα. Ελέγχουν με ένα μέτρο που έχουν μαζί τους το πάχος τους. Είναι όπως τα έχουν υπολογίσει. Ο Τάκης πάει στον φωριαμό και τον μετακινεί. Αποκαλύπτεται ο σκαμμένος τοίχος και η είσοδος του λουκιού. Αφού ξαναγίνεται ένας έλεγχος στους κοιμισμένους υπαλλήλους, οι τρεις φίλοι με γρήγορες κινήσεις αρχίζουν να πετάνε μέσα στο λούκι τις δεσμίδες των χαρτονομισμάτων. 
– Δεν χωράει άλλα, λέει ο Τάκης, στόμωσε. Καιρός να του δίνουμε.
Αφού τελειώνουν, μετακινούν τον φωριαμό στη θέση του. Όλα είναι πια όπως τα βρήκαν. Ούτε γάτα ούτε ζημιά... Δίνουν ακόμα μία δόση υπνωτικού στους κοιμισμένους. Πλησιάζουν στο τραπέζι, όπου υπάρχουν ακόμα πολλές δεσμίδες. Βάζουν μία δύο από τις πιο λεπτές στις τσέπες τους και βγαίνουν κλειδώνοντας την πόρτα πίσω τους. Σε λίγο οι φίλοι έχουν βγει από την Τράπεζα και έχουν ανακατευτεί μέσα στον κόσμο. 

                                                                         12 

  Δεν αργεί να αποκαλυφθεί η ληστεία. Τις επόμενες μέρες γίνεται πρωτοσέλιδο. Μαζί με την Αστυνομία όλοι οι αστυνομικοί συντάκτες έχουν βρεθεί μπρος στο πρόβλημα: Πώς βγήκαν με τόσους σάκους οι ληστές μέσα από την Τράπεζα μέρα μεσημέρι; Πού πήγαν τόσα χρήματα; Το «τόσοι σάκοι» προκύπτει από την ποσότητα των κλεμμένων χρημάτων που βγαίνει από την καταμέτρηση που έγινε από τις υπηρεσίες της Τράπεζας. Οι ανακρίσεις των υπαλλήλων είναι εξαντλητικές. Είναι οι μόνοι που είδαν και άκουσαν τους ληστές. Βέβαια οι αστυνομικοί καταλαβαίνουν ότι πολύ λίγα θα βγάλουν ως προς την ταυτότητα των δραστών. Εκτός από τις κάλτσες που φορούσαν φανερό ήταν πως είχαν μεταμφιεστεί επιμελώς. Και οι φίλοι μας; Αυτοί είχαν λουφάξει και περίμεναν να περάσουν μερικές μέρες να κοπάσει ο θόρυβος. Τα χρήματα αναπαύονταν ασφαλή μέσα στο καλά κλεισμένο από τον Τάκη λούκι. Ούτε η δυνατή βροχή που έπεσε μετά από δύο μέρες τους φόβισε. Το είχαν προβλέψει κι αυτό. Όμως δεν είχαν προβλέψει το άλλο: Η δυνατή αυτή βροχή, είχε βγάλει τη σκουριά που είχαν μέσα οι πολυκαιρισμένες υδρορροές. Είχαν λερωθεί τα πεζοδρόμια από σκουριές που έφταναν μέχρι την Πανεπιστημίου. Έτυχε τώρα να το προσέξει ο συντηρητής του κτηρίου και έδωσε εντολή να αλλαχθούν τα λούκια, μιας και βρισκόμαστε στην αρχή του χειμώνα και οι μπόρες θα ήσαν πολύ συχνές... 

                                                                             13 

– Μα σας είπα, κύριε Σφυρή... Η διαφήμισή σας θα μπει αύριο... Κάτι έγινε πάλι και καθυστερήσαμε... 
– Άκου να σου πω! Μη με κοροϊδεύεις! Εγώ σας κρατάω το μαγαζί... Θα σε απολύσω, ακούς; Θα σε απολύσω... 
Το τηλέφωνο έκλεισε τόσο δυνατά από την άλλη μεριά του σύρματος που θαρρούσες ότι θα έσπαγε. – Μα πού είναι, ρε Λίζα, αυτός ο καφές; Από τη Βραζιλία έρχεται; 

Και είχε έξω μια μαυρίλα που σου πλάκωνε την ψυχή!


 ΥΓ Το διήγημα αυτό είχε γραφτεί σε μορφή σεναρίου το 1964 και με τον τότε φίλο μου Σπύρο Φωκά είχαμε σκεφτεί να το κάνουμε ταινία. Είχαμε φτιάξει και το καστ. Όμως η ιδέα δεν προχώρησε καθώς ο Σπύρος έφυγε στην Ιταλία για να συνεχίσει την καριέρα του και χαθήκαμε. Πέρασαν 50 χρόνια. Ξαναβρεθήκαμε στην παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου και συμφωνήσαμε να γράψω την βιογραφία του, πράγμα που έγινε... Ψάχνοντας τα παλιά μου χαρτιά βρήκα και το παλιό σπιράλ με το σενάριο του  "Λουκιού". Το ξαναδιάβασα και του έδωσα μορφή διηγήματος που το περιέλαβα στην συλλογή των διηγημάτων μου "Σκόρπια και Άτακτα"



Δημήτρης Μπούκουρας

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.