ΤΟ ΛΟΥΚΙ. (Σενάριο αστυνομικής ιστορίας)





Η ιστορία αυτή είναι παλιά. Είναι από τότε που δεν είχαν βγει ακόμα τα κομπιούτερ, τα τάμπλετ,
 τα κινητά, όλα αυτά τέλος πάντων που κάνουν τη ζωή μας πιο άνετη, αλλά επίπεδη. Τότε που η παραβατικότητα δεν είχε φτάσει εκεί που είναι σήμερα και πια δεν πάει παραπέρα. Κάποια εγκλήματα από αυτά που τότε τα λέγανε «εγκλήματα τιμής» γίνονταν συνήθως στα χωριά. Τηλεοράσεις δεν υπήρχαν και οι εφημερίδες, κυρίως η Ακρόπολις, δημοσίευαν επί μέρες ολοσέλιδα με λεπτομέρειες από το έγκλημα, μέχρι και τι χρώμα βρακί φορούσε το θύμα. Τότε που κανείς δεν σκεφτόταν να ληστέψει μια Τράπεζα, μολονότι δεν υπήρχαν κάμερες ή σεκιουριτάδες. Και όμως τρεις φίλοι αποφάσισαν να το κάνουν. Να ληστέψουν μια Τράπεζα. Και ποια Τράπεζα παρακαλώ; Την Ιονική Τράπεζα. Αλλά ας ξεκινήσουμε την ιστορία μας από ένα διαμέρισμα κάπου στο Παγκράτι. 

                                                                  

Την ώρα που ο Αντώνης Μαυρίδης ετοίμαζε το βερμουτάκι του, χτυπάει το τηλέφωνο.
– Ναι;
Από την άλλη άκρη του σύρματος ακούστηκε η φωνή του συνεργάτη του:
– Έλα, Αντώνη, βρήκα τον Τάκη. Μένει κάπου στον Πειραιά. Για γράψε τη διεύθυνσή του...
Ο Αντώνης σημειώνει τη διεύθυνση. Είναι ευχαριστημένος. Όλα πάνε καλά, σκέφτεται, πρώτα εγώ βρήκα τον Ντίνο και τώρα ο συνεργάτης μου βρήκε τον Τάκη. Προχωράει προς το παράθυρο. Το βλέμμα του στρέφεται προς τον Παρθενώνα, που έχει γίνει κατακόκκινος από τα χρώματα της Δύσης. Αμέσως μετά ακολουθεί το σχήμα της πόλης που εκτείνεται άναρχα στα πόδια του. Σε λίγο καιρό όλες οι πόρτες θα ανοίγουν  μπροστά μου, σκέφτεται με φιλαρέσκεια. Αργότερα, καθισμένος αναπαυτικά στον καναπέ, μιλάει χαρούμενος στη φίλη του τη Μάρω, που έτρεξε αμέσως να μάθει τα νέα έπειτα από το ενθουσιώδες τηλεφώνημά του. 
– Αυτοί λοιπόν είναι οι πιο κατάλληλοι. Τους γνώρισα στον στρατό. Ο πρώτος, ο Τάκης, ένας Πειραιώτης μάρκα από τις λίγες. Εκεί πρώτος σε όλα. Στις ασκήσεις, στις αναρριχήσεις. Να τον έβλεπες πώς περνούσε κάτω από τα συρματοπλέγματα! Σκληρός, ευλύγιστος, νευρώδης. «Τσίρο» τον φωνάζαμε. Ένα παρατσούκλι που του πήγαινε. Καλό παιδί. Θα μπορούσε να γίνει ένας καλός και αφοσιωμένος φίλος. 
– Πολύ ενθουσιασμένο σε βρίσκω.
– Και δεν έχω άδικο. Ο Τάκης μας πάει γάντι. Είχε κάνει, όπως έλεγε, όλες τις δουλειές. Ναυτικός, κλειδαράς, ακροβάτης...
– Ακροβάτης;
– Ναι, ακροβάτης! Κάποτε είχε ξεμπαρκάρει στο Αμβούργο και είχε προσκολληθεί σε κάποιο τσίρκο. Αλλά δεν έμεινε. Η νοσταλγία τον έφερε πίσω. Ο Αντώνης σταματάει και πίνει λίγο βερμούτ από το ποτήρι του. Ύστερα χαϊδεύει τα μαλλιά της Μάρως και λέει:
 – Ναι. Αυτός είναι ο,τι πρέπει για τη δουλειά. Η Μάρω παίρνει τα τσιγάρα, βγάζει ένα και το βάζει στο στόμα του φίλου της. Παίρνει ένα και για την ίδια και τα ανάβει με ένα σπίρτο. 
– Και ο άλλος;
Ο Αντώνης τραβάει τον καπνό και μιλάει βγάζοντάς τον λίγο λίγο...
 – Ο άλλος; γελάει σιγανά και συνεχίζει. Ο άλλος, ο Ντίνος Δημητρίου, ήταν ένα πολύ χαρούμενο παιδί. Γιος ενός παλιού θεατρίνου. Το όνειρό του ήταν να γίνει ηθοποιός. Θα σπούδαζε έλεγε σε κάποια Σχολή... Κάνει μια μικρή παύση. Μοιάζει να αναλογίζεται τα παλιά. 
– Ο Ντίνος! Σπουδαίο παιδί! Έκανε σάτιρες, μιμήσεις... Ήταν επί της ψυχαγωγίας. Με αγαπούσε πάρα πολύ. Μου έλεγε όλα τα μυστικά του. Κι εγώ, μα βέβαια, δεν υπήρχε τίποτα δικό μου  που δεν το ήξερε. Τους πρώτους δύσκολους καιρούς, τα πρώτα μου όνειρα, τότε που ήμουν ο «μικρός της διαφημιστικής». 
– Και σε τι μπορεί να χρησιμεύσει αυτό το παιδί;
– Σου είπα πως ο Ντίνος είχε ταλέντο στην ηθοποιία. Εκτός από αυτό όμως είχε και μια σπουδαία ικανότητα: τις μεταμφιέσεις. Είχε ένα μικρό βαλιτσάκι που δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Γινόταν στο πι και φι παπάς, δασκαλάκος, γριούλα, Μεφιστοφελής... Τον σκέφτηκα. Είναι έξυπνος, καλός, χρήσιμος. Ο Αντώνης, σηκώνεται, πλησιάζει στο παράθυρο. Έχει ήδη νυχτώσει. Γυρίζει προς τη φίλη του αργά. Αναπολεί: 
– Τρεις αχώριστοι φίλοι, φαντάροι. Απολυθήκαμε και ο καθένας πήρε τον δικό του δρόμο. Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε. Ο ένας μένει στον Πειραιά και κάνει όλες τις δουλειές. Διάφορες δουλειές, μυστήριες δουλειές. Ο άλλος είναι ένας αποτυχημένος ηθοποιός. Κάτι ρολάκια στο θέατρο, κάτι περάσματα στο σινεμά. Κάθε μέρα ψάχνει στο «Μικρό Χόλυγουντ» στην Ακαδημίας κάνα μεροκάματο για κομπάρσος. Κι εγώ, ένας φτασμένος με 15000 τον μήνα, που δεν είμαι ευχαριστημένος και θέλω να ληστέψω μία Τράπεζα για να γίνω πλούσιος...
 – Αγάπη μου, λέει θορυβημένη η Μάρω, με αυτές τις παλιές ιστορίες κινδυνεύεις να γίνεις αρκετά ρομαντικός. Όταν θα έχουμε εκατομμύρια στο χέρι, θα με φιλάς και θα μου λες: «Αυτά όλα οφείλονται στη δική σου ιδέα!» Ο Αντώνης τής χαμηλώνει το κεφάλι και τη φιλάει στο στόμα.
 – Μα κι αυτοί οι φίλοι σίγουρα θα τα θυμηθούν τα παλιά με κάποια νοσταλγία. Αύριο κιόλας θα τους στείλω από ένα γράμμα. Η Μάρω του ανταποδίδει το φιλί και σβήνει το μικρό αμπαζούρ...

                                                                           

Το πρωί της επόμενης μέρας ο Αντώνης διασχίζει τη μεγάλη αίθουσα των κεντρικών γραφείων της «ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗΣ» μέσα στον εκκωφαντικό θόρυβο των μηχανών Olivetti. Δείχνει – και είναι – αρκετά ευδιάθετος. Ανταποδίδει με το καλύτερο χαμόγελό του τους χαιρετισμούς και, αφού χτυπάει φιλικά στην πλάτη δύο παλιούς υπαλλήλους, ανοίγει την πόρτα του ιδιαίτερου γραφείου του. Μπαίνει μέσα και λέει στη Λίζα τη γραμματέα του, που πλέκει και δεν κάνει καμιά προσπάθεια να το κρύψει:
– Καλημέρα, Λίζα, πώς πάνε οι πόντοι;
– Αν εννοείς τους πόντους μου στη «Μεταλλευτική» πάνε κατά διαόλου. Οι πόντοι του πλεκτού είναι πουαντερί. Ο Αντώνης βγάζει το ακριβό παρντεσού του και το κρεμάει στην κρεμάστρα. Ύστερα λέει στη Λίζα με προσποιητή σοβαρότητα, δείχνοντας το πλεκτό: 
– Λοιπόν, Λίζα, τώρα κόφ’ το. Η συνέχεια στο επόμενο. Έλα μέσα να κοιτάξουμε τις δουλειές μας, γιατί θα μας πάρει χαμπάρι ο Θεός και ποιος τον ακούει... Στον τοίχο κρέμεται η φωτογραφία του ιδρυτή και προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου.
 – Αμέσως, κύριε Γενικέ!
Ο Αντώνης εξαφανίζεται στο ιδιαίτερο γραφείο του. Η Λίζα πετάει ακόμα δυο τρεις βελονιές, ώσπου να τελειώσει η σειρά, σηκώνεται, ανοίγει ένα φωριαμό, πετάει μέσα το πλεκτό, βγάζει δυο τρεις κόλες δακτυλογραφημένες και ένα ντοσιέ, κλείνει τον φωριαμό, παίρνει ένα σημειωματάριο με δερμάτινη θήκη από το γραφείο της και μπαίνει στο γραφείο του αφεντικού. Λέει τώρα με σοβαρό ύφος:
 – Είμαι έτοιμη...
– Ωραία... Τι έχουμε σήμερα;
– Είναι κάτι τηλεφωνηματάκια που θα γίνουν από μένα, τρεις επιστολές, μια για την Τράπεζα και δύο για το Ε.Ι.Ρ. που θέλουν υπογραφή για να προωθηθούν και – το σπουδαιότερο – να δεις τη μακέτα του νέου Λαχείου Συντακτών. Είναι επιτέλους έτοιμη. 
– Α... Εντάξει... Άφησέ την εδώ, θα τη δω μετά. Φέρε τώρα να υπογράψω τα χαρτιά. Η Λίζα τού προτείνει τις κόλες και ο Αντώνης τις υπογράφει ρίχνοντας μια τυπική ματιά στο κείμενο. Πάνω εκεί χτυπάει το τηλέφωνο. 
– Ναι;
– Κύριε Μαυρίδη, εξωτερικό. Μου λέτε σας παρακαλώ αν είστε εδώ για τον κύριο Σφυρή;
 – Εδώ... Εδώ είμαι... Έλα δως μου τον.  Από την άλλη μεριά του σύρματος ακούγεται μία φωνή εκνευρισμένη που σπάει τούμπανα: 
– Καλημέρα, κύριε Μαυρίδη. Τι θα γίνει επί τέλους με αυτή τη διαφήμιση για την κουζίνα; Μου είχες πει ότι θα δημοσιευθεί σήμερα. Πήρα λοιπόν όλες τις εφημερίδες και δεν είδα τίποτα...
 – Ξέρετε, κύριε Σφυρή, ο μακετίστας μας είχε ένα μικρό ατύχημα. Ο καλός μακετίστας μας εννοώ. Έτσι δεν μπόρεσε να δουλέψει. Υπήρχαν οι άλλοι, αλλά, τέλος πάντων, εσείς δεν είστε και όποιος όποιος! Τα προϊόντα σας τα υπηρετεί ο μαιτρ του σχεδίου, ο οποίος χτύπησε. 
– Ναι, ακούγεται τώρα πιο μαλακωμένη η φωνή, μα δεν είναι μόνο που δεν δημοσιεύτηκε η ρεκλάμα μου, αλλά αγόρασα κι από πάνω όλες τις εφημερίδες. Μα είναι τώρα δουλειές αυτές με τέτοια κεσάτια να πετάμε τα λεφτά μας στις εφημερίδες; 
Αν θα μπορούσε κανείς να μεταφερθεί στα γραφεία της «ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ», θα έβλεπε στον πίνακα με τα στατιστικά των κερδών τον ανοδικό δείκτη να κοντεύει να βγει από τα όρια του κάδρου... 
– Μας συγχωρείτε, κύριε Σφυρή. Σας υπόσχομαι πως αύριο κιόλας θα δημοσιευθεί, ο κόσμος να χαλάσει. Πάντως θα είναι αριστούργημα...
– Για να δούμε... Και κοίτα, κύριε Μαυρίδη μου, αυτή τη διαφήμιση του ψυγείου μου από το ράδιο, «Άλπεις, αιώνια παγωμένα βουνά»... Τι θα γίνει; Θα την αλλάξουμε επί τέλους; Τη βαρέθηκα... Μήπως να το κάναμε «Ο βόρειος πόλος στο σπίτι σας»;
 – Το έχουμε υπ’ όψη μας, κύριε Σφυρή, λέει ο Αντώνης, γεια σας... γεια σας...
 Κλείνει το τηλέφωνο μπαφιασμένος και δίνει τα υπογεγραμμένα χαρτιά στη Λίζα, που με κόπο κρατούσε τα γέλια της. Παίρνει τα χαρτιά και αποχωρεί σχολιάζοντας: 
– Βρε τον γεροτσιγκούναρο!... Ακούς εκεί «πετάμε τα λεφτά μας στις εφημερίδες»!
Ο Αντώνης, μόνος πια στο γραφείο, κουνάει το κεφάλι του κατσουφιασμένος. «Ρουτίνα... ρουτίνα», μουρμουρίζει και ανοίγει το ντοσιέ με τη μακέτα του Λαχείου. Παίρνει ένα στυλό και προσθέτει δίπλα στο χιλιάρικο της μακέτας μηδενικά... μηδενικά... μηδενικά... Με ύφος σκεφτικό λέει «τέλος» και σβήνοντας τα μηδενικά φωνάζει πάλι τη Λίζα. 
– Αυτή η μακέτα να ξαναγίνει. Είναι πολύ ανόητη... Ύστερα βγάζει μέσα από τον χαρτοφύλακά του δύο φακέλους.
– Κοίτα! Αυτά τα γράμματα να φύγουν εξπρές και συστημένα αμέσως.

                                                                             

Το χορευτικό νούμερο τελειώνει μέσα σε χειροκροτήματα. Η ορχήστρα αρχίζει έναν αργό χορευτικό ρυθμό. Στο κοσμικό κέντρο ανάμεσα στους θαμώνες βρίσκονται σ’ ένα τραπέζι ο Αντώνης με τη Μάρω, που παίρνει ένα τσιγάρο από το αφημένο πάνω στο τραπέζι κουτί. Ο φίλος της παίρνει και αυτός ένα και προσφέρει στη Μάρω φωτιά, αφού προηγουμένως κάνει δύο ανεπιτυχείς προσπάθειες που καταλήγουν στο σπάσιμο ισαρίθμων σπίρτων. Δείχνει εκνευρισμένος. Η Μάρω φυσώντας αργά τον καπνό λέει επιτιμητικά στον σύντροφό της: 
– Αγάπη μου, έχω την εντύπωση πως τώρα τελευταία έχεις γίνει κάπως αδέξιος.
– Μάρω, εσύ το ξέρεις πόσο δραστήριος είμαι. Μέσα σε δέκα χρόνια βρέθηκα πίσω από μία πόρτα που για πολλούς είναι μάλλον ένα ασύλληπτο όνειρο παρά μία επιδίωξη. Έφτασα αργά, σταθερά, μεθοδικά. Μα τώρα μέσα σ’ ένα μήνα έχω κάνει τόσα σχέδια, έχω αναπτύξει τέτοια δραστηριότητα, πράγμα που με κρατάει σε συνεχή ένταση. 
– Το ξέρεις όμως ότι τώρα πρέπει να επιστρατεύσεις όλες σου τις ικανότητες.
– Είναι δύσκολη, πολύ δύσκολη δουλειά, Μάρω. Και αυτό που με σκοτώνει είναι η σκέψη πως είμαι αρκετά πιασμένος για να ριψοκινδυνεύσω μια τέτοια περιπέτεια.
 Η Μάρω σκύβει κοντά του και του λέει με θερμή φωνή:
 – Έλα, ας τα αφήσουμε τώρα αυτά. Όλα θα πάνε καλά. Τα λέμε αργότερα στο σπίτι μου. Εδώ ήρθαμε να διασκεδάσουμε. Αγάπη μου, δεν θα μου αρνηθείς αυτόν τον χορό....

                                                                             4 


Βρισκόμαστε στην εποχή της μεγάλης κρίσης της Ναυτιλίας. Εκατοντάδες βαπόρια είναι δεμένα στην Κούλουρη, στο Πέραμα και άλλα αρόδο στον κόλπο της Ελευσίνας. Και καλά, αυτά είναι λαμαρίνες. Ας σαπίζουν. Οι ναυτικοί όμως έχουν ψυχή και αυτή πονάει. Δεν είναι μόνον η ανεργία. Από δουλειά όλο και κάτι θα βρισκόταν. Πότε στην καθαριότητα, πότε σε ξεφορτώματα, πότε σε κάνα βάψιμο. Όμως η θάλασσα είναι μεγάλο μαράζι για τους ναυτικούς. Στην ξηρά είναι δυστυχισμέ- νοι. Και τους βλέπεις να περιφέρονται στο λιμάνι του Πειραιά με αυτό το ιδιότυπο περπάτημα με ανοιχτά τα πόδια, περπάτημα που τους έχει μείνει απ’ όταν προσπαθούσαν να σταθούν πάνω στην κουβέρτα με τα μπότζια. Ο Τάκης, αφού πέρασε από καμιά δεκαριά γραφεία εταιρειών, όπου άκουσε τα χιλιοειπωμένα: «περάστε σε καμιά δεκαριά μέρες», «δεν έχουμε τίποτα ακόμα», «κάνε υπομονή, κάτι θα βρεθεί σε κάνα μήνα», πήγε μέχρι του Ξαβέρη να πάρει κάνα μάτι από τα βαπόρια, που ταξιδεύοντας ακόμα έμπαιναν στο λιμάνι. Ύστερα πήρε το πορτοκαλί τραμ και τράβηξε για το σπίτι του, κάπου στη Δραπετσώνα. 
Η δάφνη και το σκορδάκι τον χτύπησαν στη μύτη, καθώς άνοιξε και μπήκε στο χαμόσπιτο του.
 – Γεια σου μανούλα! Φακή σήμερα;
– Γεια σου κι εσένα γιόκα μου. Βρήκες τίποτα;
– Τίποτα, ρε μάνα, τίποτα δεν υπάρχει στον ορίζοντα. Ακόμα και τα αμερικάνικα τσιγάρα έχουν ξεπέσει. 
– Έχει ο Θεός, παιδάκι μου...
 – Ο Θεός έχει. Εμείς δεν έχουμε!
– Μη βλαστημάς παιδί μου. Α ναι, κοίτα να δεις, πήγα να το ξεχάσω... Ήρθε ο ταχυδρόμος πριν από λιγο. «Πού είναι ο γιος  σου;» μου λέει, «έχει ένα συστημένο». Μου είπε ότι μιας και μας ξέρει χρόνια θα μου το δώσει. Έβαλα μια υπογραφή και το πήρα... Νάτο... 
Ο Τάκης το παίρνει στο χέρι του. Δεν έχει αποστολέα, λέει από μέσα του και το ανοίγει με ανυπομονησία. Διαβάζει τις πρώτες αράδες... Ο Αντώνης! Βρε τον μασκαρά! Πού με θυμήθηκε ρε! Τελειώνει το διάβασμα. 
– Μάνα, κατέβασέ μου την καλή την κουστουμιά και σιδέρωσέ μου το πουκάμισο, γιατί αύριο έχω ένα σπουδαίο ραντεβού. Θα πάω Αθήνα... 
Το είπε αυτό, λες και θα πήγαινε στη Θεσσαλονίκη. Αλλά τότες, παλιά, οι Πειραιώτες πολύ σπάνια ανέβαιναν στην Αθήνα.... 
 (Συνεχίζεται)

Δημήτρης Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.