Ο τρελός του χωριού



  Αν και έχουν περάσει πάρα πολλά χρόνια από τότε, ποτέ δε θα φύγει από το μυαλό μου και την καρδία μου η μορφή του Νικόλα του Χρόνη. Ήταν ο τρελός του χωριού. Χρειάστηκε να πάω πρώτη δημοτικού εκεί κι έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω αρκετά καλά. Ακαθόριστη η ηλικία του. Γύρω στα 45 τότε. Κοντός, με στραβά πόδια, πάντα ξυπόλυτος χειμώνα καλοκαίρι, αν του φορούσαν παπούτσια τα πετούσε. Μια ξεχειλωμένη μπλούζα , ένα κοντοβράκι φαρδύ μέχρι κάτω από  τα γόνατα και ξυρισμένο κεφάλι.

  Τα πάνω του δόντια ήταν πιο μακριά και προεξείχαν. Είχε ένα περίεργο διαπεραστικό γέλιο, κάτι σαν κλαυσίγελος  που πότε ήθελες να ξεκαρδιστείς, πότε να κλάψεις και πότε να  φοβηθείς. Τα περισσότερα παιδιά δεν τον πλησίαζαν, τον φοβόντουσαν και πολλά του πετούσαν από μακριά πέτρες για να μην πλησιάζει κι έτρεχαν για τα σπίτια τους. Εκείνος, τα κυνηγούσε ακλουθώντας το  παράδειγμα τους και τα έβριζε άσχημα η έβγαζε άναρθρες κραυγές.  Οι μεγάλοι γελούσαν μαζί του και τον κορόιδευαν. Ευτυχώς όχι όλοι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά εγώ ΠΟΤΕ δεν ένιωσα φόβο. Μάλιστα τον φώναζα και του έδινα μερικές καραμέλες. Γελούσε δυνατά, κτυπούσε τα χέρια του από χαρά τις έβγαζε από το χαρτί και μπούκωνε το στόμα του.  Αν δεν τον έβλεπα η έκανα πως δεν τον έβλεπα για αστείο, εκείνος με φώναζε…. «Πρωτευουσιάναααααααααααα έχει καραμέλες;» Κανα δυο φορές μου είχε πει. «Εσύ είσαι καλή , άντε φύγε τώρα, τρέχα μη θυμώσω». Εγώ έφευγα αλλά δεν έτρεχα ποτέ. Για αυτό και δεν με κυνηγούσε, ούτε πέτρες μου πέταγε.

  Ο Νίκος λοιπόν, που ήταν ο αποδιοπομπαίος  τράγος της μικρής κοινωνίας του χωριού, εμένα για κάποιον ανεξήγητο  λόγο με άγγιζε. Ερχόταν έξω από το σπίτι της γιαγιάς και του παππού και φώναζε… «Μωρή Τριανταφφυλιάααααααααααααα πεινάω, τι θα μου δώκεις;;;;». Η  γιαγιά έπαιρνε μια κουλούρα ψωμί, την μοίραζε στη μέση, την άνοιγε και του έβαζε λάδι, ρίγανη και τριμμένη ντομάτα.  Ήταν η καλύτερη του.Τα  άρπαζε γιομάτος χαρά και έτρεχε να κρυφτεί μην τυχόν και κανείς του το πάρει.

  Οι γονείς του ζούσαν και είχε και έναν μικρότερο αδελφό το Χρήστο που ήταν μια χαρά.  Το Νίκο έλεγαν παλιά ότι τον βάρεσαν οι κουτάλες της μαμής στο κεφάλι καθώς προσπαθούσε να τον ξεγεννήσει. Δεν ξέρω αν ήταν έτσι. Εκείνο που έμαθα πολλά χρόνια αργότερα, είναι, ότι αφού έφυγαν οι γονείς του από τη ζωή, τον έβαλε ο αδελφός του σε Ίδρυμα,  μέχρι που κι εκείνος άφησε την τελευταία του πνοή.

  Πέρασαν τα χρόνια και κάποτε στην τηλεόραση είχε μια σειρά…. Το ΚΑΜΠΙΝΓΚ. Ένας από τους πρωταγωνιστές, ήταν ο Νίκος Καλογερόπουλος.  Έκανε τον τρελό της περιοχής. Ειλικρινά, όταν τον είδα, ήταν ίδιος ο Νίκος ΣΕ ΟΛΑ. Στη φωνή, στο ντύσιμο, στο ξυρισμένο κεφάλι, στις τρεχάλες, στην ξυπολυσιά, ακόμα και στα δόντια. Ο ονομαστός ΟΥΕ. Έτσι τον φώναζαν. Και τώρα που σας γράφω ξεπετάχτηκαν στο μυαλό μου στίχοι από τραγούδι του Κώστα Χατζή.

  «Της γειτονιάς μας ο τρελός όλα ανάποδα τα βλέπει μες του μυαλού τον καθρέφτη. Θεέ μου τι ομορφιά, τι φως! Της γειτονιάς μας ο τρελός τρελαίνεσαι να τον ακούς νάχαμε Θεέ μου κι άλλους  τέτοιους τρελούς...»

Ρούσσινου ΑνδρομάχηΑναδημοσιευση απο τη σελιδα μου Σκέψεις και ιστορίες

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.