ΤΟ ΛΟΥΚΙ (Σενάριο αστυνομικής ιστορίας. Μέρος 2)




                                                                            5 

Στο τουριστικό κέντρο «ΔΙΟΝΥΣΟΣ» στην Ακρόπολη λίγοι είναι οι πρωινοί πελάτες. Οι περισσότεροι κάποιοι φθινοπωρινοί τουρίστες που έχουν ξεμείνει. Είναι ένα όμορφο μαγαζί, που μόλις έχει ανοίξει. Ήσυχο. Εκεί κλείνονται πολλά επαγγελματικά ραντεβού. Σε ένα τραπεζάκι έχει κάτσει ένας ωραίος νέος με καλλιτεχνικό μαλλί και μοντέρνο ντύσιμο. Καταγίνεται με το φτιάξιμο του καφέ του, ενώ συνεχώς κοιτάει κάτω προς την κεντρική σκάλα. Έχει έντονη την αγωνία. Όμως ακριβώς στη συμφωνημένη ώρα ένα αμάξι σταματάει κάτω, και ένας αθλητικός τύπος βγαίνει από μέσα και ανεβαίνει δύο δύο τα σκαλοπάτια...
 – Ο Αντώνης!
Ο Ντίνος δεν μπορεί να κρύψει τον θαυμασμό του. Και όταν ο παλιός του φίλος φτάνει κοντά του αγκαλιάζονται.
 – Ρε Αντώνη! Μία μέρα πέρασε από τότε! Αυτό βέβαια θα το έλεγα αν φορούσες τη στολή του λοχία. Κάθονται στο τραπέζι και ο Αντώνης παραγγέλνει μια σοκολάτα.
– Κι εσύ δεν άλλαξες καθόλου, βρε Ντίνο!
 – Δέκα χρόνια! Πώς πέρασαν, ρε Αντώνη! Χαθήκαμε. Κάτι άκουγα για σένα. Έχεις πιαστεί, έτσι;
 – Κάτι μικροπράματα.
 – Εγώ...
– Τα ξέρω... τα έχω μάθει όλα. Κάτι μικροθίασοι, επαρχίες, αρπαχτές. Μα τώρα θα αλλάξουν πολλά. Ο Ντίνος βγάζει το γράμμα από την τσέπη του. Υπονοείς αυτό που γράφεις: «Έχω μια ενδιαφέρουσα δουλειά για σένα»;
– Ασφαλώς!
– Άντε λοιπόν, πες μου!
– Μη βιάζεσαι... Θα έρθει και ο Τάκης κι ύστερα όλοι μαζί θα πάμε στο σπίτι μου. Αυτές οι δουλειές θέλουν ησυχία και μοναξιά.
– Ο Τάκης; Ποιος είναι αυτός πάλι;
– Τόσο εύκολα ξεχνάς τους παλιούς σου συναδέλφους, Ντίνο;Εμφανίζεται ο Τάκης που είχε ήδη ακούσει ανεβαίνοντας την ερώτηση του Ντίνου.
 – Ο... Τσίρος!...

                                                                        6 

Το βράδυ, όπως τα είχαν συμφωνήσει, οι τρεις φίλοι και η Μάρω βρίσκονται στο σπίτι του Αντώνη. Στο αυτοκίνητο έχουν πει ήδη μερικά πράγματα.
– Λοιπόν, Τάκη, όπως μου είπες, εσύ έχεις καθαρό Μητρώο...
– Τζάμι.
– Ωραία. Όσο για σένα, Ντίνο, μου είπες ότι πρόκειται να φύγεις για τουρνέ στην επαρχία. Λοιπόν, ακυρώνεις τη συμφωνία. Εντάξει;
 – Έγινε.
– Οπότε, μιας και συμφωνήσατε, μπορούμε να μιλήσουμε για τη δουλειά. Αυτή τη δουλειά τη σκέφτηκε η Μάρω. Για πες μας, Μάρω.
 – Εγώ, παιδιά, ήμουν υπάλληλος στην Τράπεζα. Πάνε τρεις μήνες που έφυγα. Η δουλειά μου ήταν να μετράω χρήματα. Μέσα σε κείνο το γραφείο περνούσαν από τα χέρια μου εκατομμύρια... Έλεγα πως, αν ζούσα χίλια χρόνια και δούλευα, δεν θα έπαιρνα ούτε τα μισά από όσα έβλεπα εκεί μέσα σε μία μέρα. Πέρναγε ο καιρός και κάθε μήνα έπαιρνα τα δύο ψωροχιλιάρικά τους. Τόσα μου έδιναν. Κάθε μέρα μετρούσα χρήματα, και τις νύχτες... τις νύχτες χόρευαν μπρος στα μάτια μου χιλιάρικα, πεντακοσάρικα, κατοστάρικα... ήταν ένας εφιάλτης. Όταν γνώρισα τον Αντώνη, έφυγα από κείνο το καταραμένο γραφείο. Όμως ο χορός των εκατομμυρίων δεν σταμάτησε ποτέ να ταράζει τα νυχτερινά μου όνειρα. Και μία νύχτα, μέσα στον πυρετό του εφιάλτη, συνέλαβα ένα σχέδιο... ...Και να 'μαστε τώρα επί τω έργω... 
Ο Αντώνης βγάζει από το γραφείο του ένα ντοσιέ και το ανοίγει. Έχει μέσα διάφορα χαρτιά και σημειώσεις... Ξεχωρίζει ένα χαρτί και το απλώνει ανάποδα πάνω στο τραπέζι, ώστε να φαίνεται το πίσω λευκό μέρος. 
– Ο αντικειμενικός μας σκοπός είναι να πάρουμε τα χρήματα από την Τράπεζα. Θα δουλέψουμε καλά οι τρεις μας. Εσύ, Ντίνο, στις μεταμφιέσεις. Εσύ, Τάκη, στις διαρρήξεις και την προεργασία, και οι τρεις μαζί την ημέρα που θα εκτελέσουμε το πιο δύσκολο μέρος του σχεδίου.
 – Στις διαρρήξεις; Αν εννοείς τα χρηματοκιβώτια, σου λέω εκ των προτέρων ότι δεν τρέχει τίποτα. Είναι απόρθητα φρούρια.
– Αυτό το ξέρω, ρε Τάκη... Η δουλειά θα γίνει την ημέρα, τις ώρες της μεγάλης κίνησης της Τράπεζας. Τα χρήματα θα τα πάρουμε από το γραφείο που δούλευε η Μάρω. Ο Αντώνης αναποδογυρίζει το χαρτί που είχε απλώσει στο τραπέζι. Συνεχίζει: Αυτό το σχέδιο το έφτιαξα κατόπιν επιτόπιας παρατήρησης μέσα στην Τράπεζα, αλλά και από τις πληροφορίες της Μάρως. Εδώ είναι η μεγάλη αίθουσα συναλλαγών. Αυτός ο μικρός διάδρομος εδώ στο βάθος σε σχήμα γάμα οδηγεί σε αυτή τη σκάλα, που με τη σειρά της οδηγεί στο μικρό γραφείο που βλέπετε. Στο γραφείο αυτό τρεις υπάλληλοι ασχολούνται με τον έλεγχο, μέτρημα και ταξινόμηση των χαρτονομισμάτων. Τα καταγράφουν και τα προωθούν κάτω στα χρηματοκιβώτια. Με το σχόλασμα των υπαλλήλων όλα έχουν τελειώσει. Στο γραφείο που αδειάζει δεν μένει δραχμή. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί η δουλειά πρέπει να γίνει μέρα; Είναι απλό. Το βράδυ μόνο στα χρηματοκιβώτια βρίσκει κανείς τα εκατομμύρια Τα χρηματοκιβώτια όμως δεν παραβιάζονται, όπως σημείωσε και ο Τάκης. Μας μένει λοιπόν η μέρα και το γραφείο της καταμέτρησης. 
– Και πότε με το καλό λες να το... επισκεφτούμε; ρωτάει ο Τάκης.
 – Μη βιάζεσαι! Αυτή η επίσκεψη θα είναι το τελευταίο και πιο κρίσιμο μέρος της δουλειάς. Και σε αυτό, όπως σας είπα, θα λάβουμε μέρος και οι τρεις. 
– Και πού θα βάλουμε τα λεφτά; Σε βαλίτσες;
– Σε βαλίτσες; Προς Θεού, Ντίνο! Φαντάζεστε να βγαίνουν μέσα από την τράπεζα τρεις τύποι κουβαλώντας βαλίτσες ή σάκους; 
– Έχει δίκιο η Μάρω, παιδιά. Αυτό το πρόβλημα με απασχόλησε σοβαρά και βρήκα τη λύση, που είναι και η βάση του όλου σχεδίου. Είναι ένα κόλπο που σε αυτό στηρίζεται η επιτυχία του. Αυτό το κόλπο απαιτεί ολόκληρη σχολαστική προεργασία, που θα την αναλάβετε εσείς οι δύο και περισσότερο ο Τάκης.
 – Δηλαδή;
– Κολλητά στην Τράπεζα είναι ένα κτήριο γραφείων. Προχτές έμαθα ότι νοικιάζονται εκεί τρία γραφεία. Αν είμαστε τυχεροί, αύριο θα προλάβουμε ένα, μιας και η ζήτηση είναι μεγάλη. 
– Θα νοικιάσουμε γραφείο;
 – Ναι, Ντίνο, εσείς οι δύο μεταμφιεσμένοι, δική σου δουλειά αυτή, θα νοικιάσετε ένα γραφείο.
 – Και ύστερα; Ο Αντώνης σκύβει πάλι πάνω στο σχεδιάγραμμα...
– Ύστερα.........................................
– Πράγματι... είναι καταπληκτικό σχέδιο! λέει ο Ντίνος.
 – Και βέβαια, αφού Ο Αντώνης έχει σκεφτεί και την παραμικρή λεπτομέρεια, του απαντάει η Μάρω. Ο Τάκης φαίνεται σκεφτικός: 
– Και η φασαρία από το σκάψιμο του τοίχου; 
– Αυτό το πρόβλημα με απασχόλησε αρκετά. Το σχέδιο κινδύνευε ν’ αλλάξει ή και να ματαιωθεί. Αλλά καμιά φορά η ζωή γράφει τα πιο περίεργα σενάρια. Εδώ η θεά τύχη δείχνει πως είναι με το μέρος μας. Εδώ και μερικές μέρες ένα συνεργείο της ΥΔΡΕΞ έχει κατασκηνώσει στον δρόμο της Τράπεζας, αυτόν που μας ενδιαφέρει, και όπως φαίνεται θα κάτσουν για πολλές μέρες. Έχουν ανοίξει δουλειές εκεί πέρα... Αν δεν είχε συμβεί αυτό δεν θα σας ειδοποιούσα. Εκτός και αν ανακάλυπτα εγώ τις εργασίες και έστηνα μια δαπανηρή δουλειά με ψεύτικα δικά μου συνεργεία.
 – Αλλά τη νύχτα; Τι γίνεται τη νύχτα; Τότε είναι που θέλουμε τη φασαρία...
 – Πρέπει να ξέρεις, Ντίνο, πως τα κομπρεσέρ δουλεύουν και τη νύχτα στο κέντρο της Αθήνας, μιας και εκεί δεν υπάρχουν κάτοικοι, πάρα μόνο γραφεία.
– Εγώ, Αντώνη, έχω μία αμφιβολία.
 – Ακούω...
– Είσαι βέβαιος πως ο νυχτοφύλακας δεν ανεβαίνει ποτέ επάνω;
– Ακούστε! Απ’ ό, τι μου είπε η Μάρω, αλλά και από τις δικές μου πληροφορίες, δεν υπάρχει θέμα νυχτοφύλακα. Όπως σας είπα τίποτα δεν μένει στα ταμεία ή στο γραφείο που θα χτυπήσουμε. Όλα μαζεύονται κάτω, στα χρηματοκιβώτια. Από την άλλη, τα χρηματοκιβώτια αυτά είναι ασφαλή και απρόσιτα. Σκεφτείτε! Πύλες από ανοξείδωτο χάλυβα αρκετού πάχους, συνδυασμοί πολύπλοκοι και μυστικότατοι, σύστημα αυτόματου συναγερμού που σηκώνει στο πόδι ολόκληρη την Ασφάλεια. Έτσι, ο νυχτοφύλακας μάλλον φαντάζει περιττή πολυτέλεια. Μένει συνεχώς κάτω και μιας και είναι ήσυχος το ρίχνει στον ύπνο. Αλλά και ξύπνιος να ήταν, πού να ακούσει τους θορύβους της προεργασίας; Τα κομπρεσέρ είναι ό, τι πρέπει για την περίσταση. Και τώρα ας κάνουμε μια μικρή ανακεφαλαίωση: Πρώτον...

                                                                   7

Την επόμενη μέρα πρωί πρωί οι δύο φίλοι, που τώρα πια είχαν μάθει απ έξω όλο το μεγαλοφυές σχέδιο του Αντώνη, έσπευσαν μεταμφιεσμένοι να νοικιάσουν το γραφείο. Στάθηκαν τυχεροί, αφού το βρήκαν στον δεύτερο όροφο, μια θέση ιδανική. Κατά τις 10 η ώρα κατέφτασε και το φορτηγό με τα πράγματα, κι έτσι το μεσημέρι βρήκε δύο τύπους στρογγυλοκαθισμένους στο νέο γραφείο. Ο ένας, ο Τάκης, ηλικιωμένος με καραφλίτσα και μουστακάκι αλά Χίτλερ, ο άλλος, με πλούσια ξανθά μαλλιά, μαύρα γυαλιά και ένα σημάδι στο πρόσωπο. Η επίπλωση λιτή. Ένα γραφείο, δύο πολυθρόνες και μία ανθοστήλη. Στον τοίχο δυο τρεις κιτς λιθογραφίες, «η Γενοβέφα στη λίμνη», μια «νεκρά φύση» και ο «ναυτικός με το τσιμπούκι», επιλογή του Τάκη αυτή. Ακόμα δύο φωτογραφίες ευτυχών νεονύμφων. Πάνω στο γραφείο ένα άλμπουμ με φωτογραφίες διαφόρων αντρών και γυναικών. Και στην ανθοστήλη ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα που φρόντισαν να αγοράσουν από το ανθοπωλείο της γωνίας. Όλο το σκηνικό ήταν πλέον έτοιμο. Έμενε μόνο το βίδωμα της μπρούτζινης πινακίδας, δουλειά που ανέλαβε ο Τάκης. Άνοιξε την πόρτα και τη βίδωσε: ΓΡΑΦΕΙΟΝ ΣΥΝΟΙΚΕΣΙΩΝ Η ΝΕΑ ΖΩΗ Οι δύο φίλοι έβαλαν τα γέλια. Αλλά γιατί «Γραφείον συνοικεσίων»; Ήταν άραγε μια πλάκα του Αντώνη αυτό; Και όμως όχι. Το γραφείο συνοικεσίων είχε προκριθεί ανάμεσα σε ένα δικηγορικό γραφείο, που θα έπρεπε να είναι πολυτελές και με μία βιβλιοθήκη γεμάτη με Αστικούς κώδικες, δικονομίες και το «Νομικό Βήμα», και σε ένα τεχνικό - κατασκευαστικό γραφείο με ακριβά σχεδιαστήρια και μακέτες πολυκατοικιών. Δεν έχουν τώρα πια τίποτα άλλο να κάνουν παρά να περιμένουν να έρθει το απόγευμα για να πέσει το τηλεφώνημα στον Αντώνη. Στο γραφείο του δεν κάνει να τον πάρουν. Πρέπει τώρα να είναι προσεχτικοί. Το απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι του Αντώνη.
 – Λέγετε; – Έλα, Αντώνη, εδώ Γραφείο συνοικεσίων...
 – Χα χα χα χα!
– Όλα είναι έτοιμα. Στην εντέλεια!
– Ήμουν σίγουρος. Έχετε προμηθευτεί όλα τα απαραίτητα εργαλεία όπως τα έχουμε υπολογίσει; Σακούλες για τα μπάζα; Ακούγεται τώρα η ανυπόμονη φωνή του Τάκη: 
– Μείνε ήσυχος. Όλα είναι έτοιμα εδώ στο γραφείο. Τι λες; Να μπουκάρω το βράδυ;
– Όχι, Τάκη, καλύτερα αύριο. Για σήμερα το βράδυ έχω κανονίσει να βγούμε να διασκεδάσουμε. Να ξεμασκαρευτείτε και να έρθετε από το σπίτι καλοντυμένοι. Σκοπεύω να σας πάω σε ένα μαγαζί πολυτελείας.
 – Σύμφωνοι. Όμως, Αντώνη, θέλω να σου πω ότι αυτά τα κέντρα πολυτελείας δεν τα χωνεύω. Ξέρω μια γωνιά κάτω στην Καλλίπολη, όμορφη, ήσυχη, καθαρή, γνήσια λαϊκή. Θα θυμηθούμε τα παλιά. Πώς σου φαίνεται; Η Μάρω ελπίζω να θέλει.
 – Έχεις δίκιο. Θα είναι καλύτερα.

(Συνεχίζεται)
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.