Ψυχολογικός βιασμός





Ψυχολογικός βιασμός

Μεγαλώνοντας, κάποιοι από εμάς αισθάνονται να τους καταδιώκουν δαίμονες και φαντάσματα με αλυσίδες στα πόδια. Δεν είναι τα γνωστά σε όλους μας αλλά μια μορφή βίας που ίσως τα ξεπερνά. Είναι ο ψυχολογικός βιασμός. Ένας απαίσιος βιασμός που σε τρώει μέσα σου σαν σαράκι. Ακόμα κι αν κάποια στιγμή τραβήξεις ένα τεράστιο Χ στον άνθρωπο που στον προκάλεσε, δεν παύει κάπου κάπου να εμφανίζεται στα όνειρα μας. Και τότε, ξυπνάμε και νιώθουμε άσχημα. Ήταν ένας εφιάλτης, πάει πέρασε, δεν θα αφήσω ποτέ να με ελέγξει…. Νομίζεις....

Το χειρότερο είναι να ξεκινάει από την τρυφερή παιδική ηλικία και να συνεχίζεται για πολλά χρόνια. Και να το έχεις αφήσει να διαιωνίζεται, γιατί είναι οι συνθήκες τέτοιες, που μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα.

Η Ράνια ήταν παιδί χωρισμένων γονιών. Στα 11 της βρέθηκε να ζει με τη μητέρα της, τη Σοφία,που έκανε ότι δουλειά περνούσε από το χέρι της για να μην λείπει τίποτα στο παιδί της. Αγράμματη αλλά καπάτσα γυναίκα. Χωρισμένη 2 χρόνια, με μια διατροφή που κάλυπτε τις βασικές ανάγκες. Γνώρισε λοιπόν έναν άντρα αρκετά χρόνια μικρότερο της, δέκα για την ακρίβεια, όταν εκείνη ήταν στα 36.Εναν άνθρωπο κι εκείνο από την επαρχία που είχε έρθει στην Αθήνα να βρει και καλά την τύχη του. Με απολυτήριο δημοτικού τον είχαν τότε πάρει στο αστυνομικό σώμα, αλλά δεν του άρεσε και δεν έμεινε πολύ. Την Σοφία, την πολιορκούσε πολύ καιρό, μέχρι που άρχισε να πλησιάζει τη μικρή Ράνια, να της δείξει πόσο καλός είναι, μήπως και πείσει τη μητέρα της. Ήθελε γάμο όχι απλή σχέση. Εκείνος, δούλευε από εδώ κι από εκεί, όπου έβρισκε δουλειά για να βγάζει το μεροκάματο.

Η μητέρα της ρωτούσε τη Ράνια αν θα τον ήθελε να ζουν όλοι μαζί αλλά η μικρή αν και ήταν πολύ σφιγμένη, πίστευε ότι η μητέρα της δεν έπρεπε να μείνει μόνη. Της είχε απαντήσει απλά, μαμά περίμενα κάτι καλύτερο για σένα. Είχαν ήδη περάσει κοντά τρία χρόνια που είχαν χωρίσει οι γονείς της. Τον πάτερα της τον λάτρευε και τον έβλεπε πολύ συχνά. Αλλά έμεινε με τη μητέρα της. Με τα πολλά, την κατάφερε αφού και η Ράνια είπε το πολυπόθητο ΝΑΙ και παντρεύτηκαν. Δύσκολες ώρες για τη μικρή και η ημέρα του γάμου, αλλά και η συμβίωση που ξεκινούσε. Για πρώτη φορά μετά των χωρισμό των γονιών της θα κοιμόταν σε άλλο δωμάτιο και τη θέση της την είχε πάρει ένας «ξένος».

Οι πρώτες βραδιές ήταν πνιγμένες στο κλάμα. Το μαξιλάρι της μούσκευε από τα ξεσπάσματα. Ήταν μεγάλη η αλλαγή στη ζωή της και βρισκόταν και σε δύσκολη ηλικία. Έμπαινε στην εφηβεία. Δεν άργησαν οι καθημερινές κόντρες και οι φωνές. Η κοπέλα προσπαθούσε τις περισσότερες φορές να πνίγει το θυμό της, αλλά καμία φορά δεν άντεχε κι αντιμιλούσε. Το χειρότερο από όλα ήταν, πως και στη μητέρα της δε φερόταν καλύτερα. Προσβολές, φωνές, νεύρα, ζήλια, καταπίεση. Κι όσο ο καιρός περνούσε η κατάσταση γινόταν χειρότερη. Παρόλο ότι τον βοήθησε η γυναίκα του να βγάλει δίπλωμα οδήγησης και επιτέλους είχε πιο ανθρωπινή δουλειά.

Υποχρεωτικά πάντα εκείνος είχε δίκιο και δεν έχανε ευκαιρία ακόμα και μπροστά σε συγγενείς η φίλους να φέρνει και τις δυο σε δύσκολη θέση. Τα χρόνια περνούσαν και η μαμά της Ράνιας δεν έμενε έγκυος, τουλάχιστον να γινόταν πατέρας μπας και μαλάκωνε λιγάκι. Από κάποια στιγμή και μετά το πήρε απόφαση πως δικό του παιδί δε θα αποκτήσει και η ζήλια του απέναντι στη Ράνια μεγάλωνε.. Το κορίτσι μας ζήτησε βοήθεια από τον πάτερα της, ήθελε να φύγει, δεν τον άντεχε, αλλά δυστυχώς κι εκείνος είχε δυσκολία να την πάρει μόνιμα γιατί είχε ξαναπαντρευτεί, είχε ένα αγοράκι κι έμεναν σε ένα μικρό σπίτι.

Οι στιγμές με τη μητέρα της λιγοστές, γιατί συνέχισε να δουλεύει για να μην της λείψει τίποτα.

Προσπάθησε πολλές φορές να της μιλήσει αλλά κι εκείνη ήταν σε πολύ δύσκολη θέση. Ανάμεσα σε δυο, στην κόρη και στον άντρα της; Τουλάχιστον, όταν δεν ήταν «αυτός» σπίτι υπήρχε ηρεμία και περνούσαν όμορφα οι δυο τους. Πολλές φορές έβαζαν το ραδιόφωνο και τραγουδούσαν μαζί. Όταν σχολούσε, παγωμάρα. Η Ράνια τέλειωσε το Λύκειο, πήγε και σε μια ιδιωτική σχολή και έπιασε δουλειά. Τα δυο τελευταία χρόνια που έμεναν όλοι μαζί του έδινε κάθε μήνα το μισό μισθό της επειδή εκείνη το ήθελε. Νόμιζε πως έτσι θα χαλάρωνε λίγο, γιατί ήταν πολύ τσιγκούνης. Όμως μάταια. Για να καταφέρει να βλέπει το αγόρι της, αναγκαζόταν να λέει ψέματα η να τον βλέπει λίγο μετά τη σχολή.

Έτσι, τα δυο παιδιά, αποφάσισαν να παντρευτούν. Μόνο και μόνο για να ξεφύγει η Ράνια από τον βιασμό που ασκούσε στην ψυχή της τόσα χρόνια ο πατριός της. Όχι, σωματική βία, ξύλο η σεξουαλική παρενόχληση δεν είχε. Αλλά της είχε καταστρέψει τα ομορφότερα χρόνια της ζωής της. Παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια, απέκτησε παιδιά. Τα παιδιά της ο πατριός της τα λάτρευε..Το μικρό πληγωμένο κορίτσι μεγάλωσε πια, έγινε μητέρα, είχε οικογένεια. Πίστευε πως είχε απαλλαγεί από αυτόν. Αμ δε!!! Η ζωή της μητέρας της είχε γίνει κόλαση με καυγάδες, απειλές για διαζύγιο κι άλλα πολλά ευτράπελα. Κατά ένα περίεργο τρόπο της είχε κάνει τόσο κακό, άλλα ποτέ δεν τον μίσησε. Προσπάθησε όσο μπορούσε να τον πλησιάσει, έμαθε τα παιδιά της να τον λένε παππού και να τον σέβονται, άλλα για εκείνον ήταν ανύπαρκτη. Μεγάλωσε, χώρισε τα παιδιά βρήκαν ένα ένα σιγά σιγά το δρόμο τους και η Ράνια , ξαναέφτιαξε τη ζωή της με έναν υπέροχο άνθρωπο που ακόμα και σήμερα πορεύονται μαζί.

Το ίδιο όμως μεγάλωνε και η μητέρα της με πάρα πολλά προβλήματα υγείας που τελικά την καθήλωσαν στο κρεβάτι μέχρι που έφυγε. Πήρε μαζί της όλες τις πίκρες της και ταξίδεψε για τη γειτονιά των αγγέλων. Από εκείνη τη στιγμή και μετά η Ράνια, άρχισε να σκέφτεται αλλιώς. Αποφάσισε, πως αν εκείνος θέλει να συνεχίσει να είναι στη ζωή της, θα τον βοηθούσε όπως μπορούσε. Όμως έγινε το αντίθετο. Προσβολές, κατηγορίες πως δεν ήταν πολύ κοντά στη μαμά της επειδή έμενε μακριά, ψέματα που διέδιδε σε συγγενείς και φίλους. Μετά από τρεις μήνες σχετικής ηρεμίας, άρχισαν πάλι οι καθημερινές προσβολές τηλεφωνικά πια, γιατί απέφευγε να πηγαίνει στο σπίτι που κάποτε ζούσε και η μητέρα της εκτός από μια δυο φορές που ανέβηκε να τον δει. Τηλέφωνο από εκείνον σχεδόν ποτέ, ενώ η κοπέλα προσπαθούσε όσο μπορούσε να μη δώσει τέλος σε αυτή τη σχέση που μόνο κακό της έκανε.

Μέχρι που το πήρε απόφαση. Τον πήρε τηλέφωνο στη γιορτή του και περίμενε. Εκείνος δεν πήρε ποτέ. Έτσι απλά, χωρίς τσακωμούς και υστερίες, τον έβγαλε από τη ζωή της μια για πάντα. ΗΡΈΜΗΣΕ. Δε θέλησε ποτέ το κακό του, άλλα δε νιώθει πια καμία ανάγκη και να τον δει η να του μιλήσει. Ήταν ένας κύκλος που μεγάλωνε πάρα πολλά χρόνια αλλά τελικά έκλεισε οριστικά. Τα αλυσοδεμένα φαντάσματα και οι αλυσίδες κρυφτήκαν κάπου στο σκοτάδι και επιτέλους βγήκε στο φως!!!

Ανδρομάχη Ρούσσινου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.