Ο δικός μου Άγιος Βασίλης



Όταν κι εγώ ήμουν κάποτε παιδί, σε μια γειτονιά της Αθήνας, στου Γκύζη, πάντα τις μέρες τι γιορτινές το ίδιο σκηνικό. Η μαμά στόλιζε ένα μικρό δεντράκι με όμορφες λαμπίτσες και από κάτω  έφτιαχνε τη φάτνη με βαμβάκι. Τα προβατάκια και το μωρό, τα έχω ακόμα. Αυτά βρήκα τυχαία και όλα ήρθαν στο μυαλό μου τόσα  χρόνια μετά.
  Δίπλα από το δενδράκι έβαζε ένα πολύ μικρό τραπεζάκι με ωραίο κέντημα που η ίδια είχε φτιάξει περίτεχνα. Την παραμονή της πρωτοχρονιάς, πάνω σε αυτό το τραπεζάκι, έβαζε σε ένα πιάτο, δυο κουραμπιέδες και δυο μελομακάρονα. Δίπλα ένα μικρό ποτηράκι λικέρ που κι αυτό έφτιαχνε μόνη της από κεράσια η βύσσινα.

Τη ρωτούσα. «Μαμά γιατί το κάνεις αυτό; Ποιος θα έρθει;» « Κορίτσι μου, τα ξημερώματα της πρωτοχρονιάς, έρχεται ο Άγιος Βασίλης να σου φέρει δώρα. Ε! Δεν πρέπει κι εμείς να τον φιλέψουμε; Από τόσο μακριά έρχεται, γυρίζει σε τόσα σπίτια, κουράζεται και φυσικά πεινάει. Την κοιτούσα με μάτια ορθάνοικτα. Δεν το είχα ξανακούσει. «Και καλά σε όλα τα σπίτια τον κερνάνε;» ρώτησα με την παιδική μου αφέλεια. «Όχι και όλοι, αλλά είναι πολλοί που το κάνουν».

Η φαντασία μου οργίαζε. Φανταζόμουν τον χοντρούλη Άγιο με την κόκκινη στολή να «παρκάρει στην ταράτσα του κάθε σπιτιού στην Αθήνα και να μοιράζει τα δώρα στα παιδιά της κάθε πολυκατοικίας η σπιτιού. «Καλά, και πως μπαίνει μέσα, εγώ ήξερα από την καμινάδα, εμείς δεν έχουμε». «Βασικά από την καμινάδα μπαίνει, αλλά στην Αθήνα δεν έχουμε καμινάδες. Άγιος είναι, δεν μπορεί να ανοίξει μια κλειδαριά;» Μου απαντούσε η μητέρα μου καλοσυνάτα.

  Έτσι, μια παραμονή πρωτοχρονιάς, αποφάσισα να μην κοιμηθώ, αλλά να μείνω στο κρεβάτι και να περιμένω να τον δω. Προσπάθησα, προσπάθησα πάρα πολύ, αλλά λίγο πριν να φέξει τα μάτια μου έκλεισαν και κοιμήθηκα. Το πρωί που ξύπνησα, σηκώθηκα κι έτρεξα στο δένδρο με λαχτάρα. Ήταν εκεί διάφορα (όχι πολλά) πακέτα με δώρα όπως κάθε χρόνο άλλωστε. Κοίταξα το πιατάκι και τα γλυκά έλειπαν. Προφανώς τα έκρυβαν οι γονείς μου αφήνοντας μέσα ψιχουλάκια.  Τα μάτια μου έλαμψαν και αφού πλύθηκα έτρεξα να ανοίξω τα δώρα. Στο ένα, το μεγαλύτερο, έγραφε ΑΓΙΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ για τη Μαχούλα.

  Αυτό άνοιξα πρώτο με ανυπομονησία. Είχε μέσα μια κρυστάλλινη σφαίρα με ένα πανέμορφο χωριό, αλλά ήταν μέσα σε υγρό. Αναποδογύρισα τη μπάλα και αμέσως έμοιαζε να πέφτει χιόνι. Ήταν κάτι μαγικό για μένα. Άφησα να μου ξεφύγει μια φωνή δυνατή. «ΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ τι όμορφο που είναι». Το ακούμπησα ευλαβικά πάνω στο κρεβάτι μου κι άρχισα να ανοίγω τα υπόλοιπα δώρα που  ήταν από τον μπαμπά και τη μαμά, θειους και καρτούλες. Ξεχώριζε η πιο μεγάλη. «Όπως πάντα ήσουν  καλό κορίτσι και εγώ σου έφερα κάτι ξεχωριστό. ΧΟΧΟΧΟΧΟ. Να μην  ξεχνάς να με έχεις πάντα στην καρδιά σου, γιατί εκεί είναι το σπίτι μου». Άγιος Βασίλης.

Άνοιξα όλα τα δώρα, επιτραπέζια παιχνίδια, δυο κούκλες, σετ κατσαρολικών… Αλλά όντως με είχε μαγέψει η κρυστάλλινη μπάλα με το χιόνι. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. «Μαμααααααααααααααα» άρχισα να φωνάζω κι εκείνη ήρθε τρέχοντας. «Τι έγινε κορίτσι μου;» . «Ήρθε. Ήρθε ο Άγιος Βασίλης κι έφερε το δώρο μου και μαζί βρήκα κι άλλα από όλους σας. «Ναι φυσικά, αυτό έλειπε. Απλά εμείς τα δώρα μας τα βάλαμε μόλις κοιμήθηκες».  «Κρίμα, δεν κατάφερα να τον δω». «Μην ανησυχείς, έχεις αρκετά χρόνια μπροστά σου, μια μέρα θα τον βρεις, στο υπόσχομαι»…
  Τα χρόνια πέρασαν μεγάλωσα, έκανα οικογένεια…  Τα πρώτα χρόνια συνέχισα κι εγώ το έθιμο με τα γλυκά (όσο τα παιδιά ήταν μικρά). Σηκωνόμαστε, βάζαμε τα δώρα κάτω από το δένδρο και  μετά τρώγαμε από ένα αφήνοντας τα ψιχουλάκια. Την πρώτη χρόνια που έγινε αυτό κατάλαβα. Ο Άγιος Βασίλης ήταν ο μπαμπάς και η μαμά, που συγκέντρωναν τα δώρα όλων και τα έβαζαν κάτω από το δένδρο. Αργότερα, που τα παιδιά άρχισαν να καταλαβαίνουν, απλά είχαν την αγωνία τι δώρα θα βρουν ενώ ήξεραν καλά ποιος είναι ο «Άγιος Βασίλης»… Κάθε γενιά πιο έξυπνη…
  Ακόμα και σήμερα θυμάμαι την καρτούλα του. Να μην  ξεχνάς να με έχεις πάντα στην καρδιά σου, γιατί εκεί είναι το σπίτι μου». Άγιος Βασίλης.

Ρούσσινου Ανδρομάχη (0μαδα Σκέψεις και Ιστορίες δικη μου σελίδα)

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.