Σε πειρατική γαλέρα πάνω


Σε μια πειρατική γαλέρα πάνω…

Αγκαλιά με την ξύλινη γοργόνα της πλώρης..

Μαζεύοντας το ασημένιο φως του φεγγαριού.. που λες σε τραβάει κοντά του…

Στις δύσκολες, μεγάλες θάλασσες…

Το ρούμι να χορεύει μέσα στο μπουκάλι, πλάι στο ξύλινο ποδάρι του πειρατή του Μαυρογένη του μάγκα….

Σχοινιά, μαρκούτσια, κατάρτια, ανακατεύουν το αλάτι της θάλασσας, με τους χυμούς απ’ τα στήθη των παρθένων της Καραιβικής

Κι ο άνεμος να σκουπίζει και να φέρνει μουσικές στο βρεγμένο κατάστρωμα…


Σ’ εκείνο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού…

Μικρό φαναράκι να ‘μουνα , κρεμασμένο στην ουρά της όμορφης ξύλινης γοργόνας…

Θάλασσα, πικροθάλασσα, γιατί να σ’ αγαπήσω.....




Μύθος ήδη από τα χρόνια του, ο διαβόητος βρετανός κουρσάρος της Καραϊβικής τρομοκράτησε τα νερά του 18ου αιώνα συμβάλλοντας κι αυτός με τη σειρά του στη γέννηση της λεγόμενης Χρυσής Εποχής της πειρατείας.

Ο Έντουαρντ Τιτς με το κατάμαυρο μούσι λεηλατούσε τους εμπορικούς δρόμους των αμερικανικών αποικιών και παρά το γεγονός ότι η δική του βασιλεία του τρόμου κράτησε μόλις δύο χρόνια (1716-1718), η σύντομη περίοδος ήταν προφανώς αρκετή να τον στέψει βασιλιά των πειρατών!

Ψηλός, γεροδεμένος και μονίμως ζωσμένος με την αρμαθιά από σπαθιά, μαχαίρια και πιστόλια του, ο Μαυρογένης με τα ατίθασα μαύρα γένια και μαλλιά έγινε συνώνυμο του πειρατή και σφράγισε με τη μορφή του την εικονογραφία του παραδοσιακού κουρσάρου. 
Δεινός μαχητής και γενναίος πολεμιστής, ο Τιτς «έμοιαζε με τον Διάολο» όταν πολεμούσε, κατά τις διηγήσεις όσων τον γνώριζαν, αφού συνήθιζε να στηρίζει σχοινιά στη γενειάδα του, τα οποία άναβε κατά τη διάρκεια της μάχης και οι καπνοί που έβγαιναν από το πρόσωπό του του έδιναν την εικόνα του δαιμονισμένου. Μια εικόνα που κανείς δεν μπορούσε να αντικρίσει!

Ο κουρσάρος συγκέντρωσε πλούτη αμύθητα και φήμη ζηλευτή με το σύμβολο του κακού, το κουρσάρικό του «Η Εκδίκηση της Βασίλισσας Άννας» με τα 40 κανόνια. Η σαν παραμύθι ζωή του καλύπτεται βέβαια από μύθους και λαϊκές διηγήσεις και δεν είναι εύκολο να ξεδιαλυθεί η πραγματικότητα από τον θρύλο, καθώς η τρομακτική του φήμη επισκίασε κάθε άλλη πλευρά της ζωής του.
Πρώτα χρόνια


Ο Έντουαρντ Τιτς γεννιέται περί το 1680 πιθανότατα στο Μπρίστολ της Αγγλίας, αν και για τα πρώτα αυτά χρόνια της ζωής του δεν είναι και πολλά γνωστά ή εξακριβωμένα. Ξέρουμε πάντως ότι στη θάλασσα βγήκε από νεαρή ηλικία και δρούσε ως πειρατής ήδη από τον καιρό του Πολέμου της Ισπανικής Διαδοχής (1701-1714), όπου και λεηλατούσε με τον κουρσάρικο στολίσκο πλοία στις Δυτικές Ινδίες. Μετά το τέλος της σύρραξης, ο Τιτς στράφηκε αποκλειστικά πια στην πειρατεία, ακολουθώντας τον δρόμο τόσων και τόσων ναυτικών που είδαν στην παράνομη ιδιώτευση τον ευκολότερο δρόμο πλουτισμού.


Το 1716 θα τον βρει να υπηρετεί στις εντολές του ξακουστού πειρατή Μπέντζαμιν Θόρνιγκολντ, όταν και άρχισε να επιχειρεί στις ακτές του Νέου Κόσμου, καθώς το εμπόριο ανθούσε στις ευρωπαϊκές αποικίες της Αμερικής. Η στιγμή που περίμενε ήρθε την επόμενη χρονιά, όταν η πειρατική συμμορία κατέλαβε μεγάλο γαλλικό εμπορικό πλοίο στη Μαρτινίκα και ο Τιτς τέθηκε επικεφαλής του.


Αφού εφοδίασε το πλοίο με σαράντα κανόνια και το εξόπλισε τόσο κάνοντάς το πλωτό φρούριο, το μετονόμασε σε «Queen Anne's Revenge» («Η Εκδίκηση της Βασίλισσας Άννας»). Ο Μαυρογένης ήταν έτοιμος να γεννηθεί…
Η γέννηση του θρύλου


Η μοίρα του χτύπησε τότε την πόρτα, αφού με το που έγινε κυβερνήτης του δικού του κουρσάρικου, ο Θόρνιγκολντ αποδέχθηκε τη βασιλική χάρη που εκχώρησε ο βρετανός κυβερνήτη στις Μπαχάμες και εγκατέλειψε την ενεργό δράση, όπως και τα σκληρότερα πρωτοπαλίκαρά του. Κι έτσι τώρα ήταν πρώτος στις τάξεις της διαδοχής, όταν και θα κλιμάκωνε την πειρατική του δράση.

Επιβλητικός σε ύψος και κορμοστασιά, ο Τιτς καλλιεργούσε σκόπιμα τη δαιμονική του εμφάνιση, αφού είδε ότι αυτό ενστάλαζε πρωτόγνωρο φόβο στους εχθρούς. Η τεράστια μαύρη γενειάδα του, την οποία έδενε με μαύρα κορδελάκια, ήταν το μεγάλο του όπλο: πριν πάει στη μάχη, προσάρμοζε καννάβινο σχοινί πάνω στο μούσι και τα μαλλιά του, το οποίο είχε εμβαπτίσει σε ποτάσα ώστε να καίγεται αργά. Άναβε λοιπόν τις καννάβινες αυτές απολήξεις και οι καπνοί που αναδύονταν από το πρόσωπό του τον έκαναν να μοιάζει σαν να βγήκε κατευθείαν από την Κόλαση!


Ο Μαυρογένης είχε γεννηθεί και με τα μαύρα γένια του που ξερνούσαν καπνούς «τρομοκράτησε την Αμερική περισσότερο από κάθε κομήτη που είχε εμφανιστεί στους ουρανούς της», όπως το θέλει ο Τσαρλς Τζόνσον, συγγραφέας της πληρέστερης πειρατικής ιστορίας της εποχής. Στη διαβόητη φήμη του συνέβαλαν φυσικά και τα φρικιαστικά καμώματά του που σύντομα θα του έφερναν το παρατσούκλι «αδελφός του Σατανά»: διαμέλιζε τους αιχμαλώτους του και τους τάιζε στους καρχαρίες, έκοβε τα δάχτυλα όσων δεν έσπευδαν να παραδώσουν τα δαχτυλίδια τους, έκοβε τα αυτιά των ομήρων του και τους ανάγκαζε να τα γευτούν και άλλα πολλά.

Αλλά και στο πλήρωμά του δεν φερνόταν και πολύ καλύτερα, καθώς όταν δεν ήθελε να μοιραστεί τη λεία τους πυροβολούσε ή τους εγκατέλειπε σε ξέρες. Παρά το γεγονός ότι μύθος και πραγματικότητα μπλέκονται εδώ, το παρατσούκλι «αδελφός του Σατανά» δεν του δόθηκε πιθανότατα αδίκως…
Ο αποκλεισμός του Τσάρλεστον και η βασιλική χάρη


Το κουρσάρικο πρόγραμμα του Τιτς ακολουθούνταν με ευλάβεια από τον καπετάνιο: τους θερινούς μήνες, λήστευε πλοία στα ανοιχτά της Βιρτζίνια και της Καρολίνα έχοντας εκεί τη βάση του και όταν έπιανε χειμώνας, μετακινούνταν νότια στις ζεστότερες θάλασσες της Καραϊβικής. Με στολίδι της αρμάδας του την «Εκδίκηση της Βασίλισσας Άννας», ο Μαυρογένης είχε τώρα αρκετά μεγάλα πλοία στον στολίσκο του, όλα κλεμμένα εμπορικά που είχαν μετατραπεί σε πειρατικά.

Περνώντας τον χειμώνα του 1718 στην Καραϊβική, όταν έπιασε άνοιξη κατέφτασε στο Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνα και απέκλεισε το λιμάνι, λεηλατώντας κάθε καράβι που επιχειρούσε να αποπλεύσει ή να καταπλεύσει στην πόλη και πιάνοντας πολλούς αιχμαλώτους. Ο Μαυρογένης υποσχέθηκε να τους απελευθερώσει αν του έστελναν προμήθειες και φάρμακα για το πλήρωμά του, όπως και έκανε τελικά, αν και το γεγονός έσπειρε τον τρόμο στην αποικία. Ο κυβερνήτης της Νότιας Καρολίνα έστειλε απεγνωσμένο γράμμα στους ιθύνοντες του Λονδίνου, όταν και αποφάσισαν οι Βρετανοί να τον πάρουν στα σοβαρά.


Λίγο μετά το περιστατικό στο Τσάρλεστον, η ναυαρχίδα του Μαυρογένη βυθίστηκε και τώρα επέβαινε σε ένα καράβι με μόλις δέκα κανόνια (το επίσης διαβόητο «Adventure»), κάτι που τον έκανε να νιώθει ανασφαλής. Κι έτσι προσέγγισε για άλλη μια φορά τις ακτές της Νότιας Καρολίνα, αυτή τη φορά δεν έψαχνε όμως για θησαυρούς και λάφυρα αλλά για βασιλική χάρη: ο βασιλιάς της Αγγλίας, Γεώργιος Α’, είχε εκχωρήσει χάρη στους πειρατές που θα εγκατέλειπαν τη δράση και ως βρετανική αποικία, η Καρολίνα παρείχε επίσης αυτή τη δυνατότητα στους πειρατές της Καραϊβικής.


Κατατρομαγμένος από τα καμώματα του Μαυρογένη, ο κυβερνήτης της κομητείας τού εκχώρησε λοιπόν το βασιλικό συγχωροχάρτι, αν και εκείνος συνέχισε να λεηλατεί πλοία, μόνο που τώρα μοιραζόταν τη λεία με τις τοπικές αρχές. Εμπορικά πλοία με σημαία άλλων ευρωπαϊκών χωρών μπήκαν τώρα στο στόχαστρο και όλοι ήταν ευχαριστημένοι στη βρετανοκρατούμενη Νότια Καρολίνα από την καταιγιστική πειρατική δράση του Μαυρογένη.


Οι ντόπιοι έμποροι όμως, ανήμποροι να απευθυνθούν στον κυβερνήτη τους για βοήθεια, καθώς ήταν όπως είπαμε επιχειρηματικός εταίρος του Τιτς, έκαναν έκκληση στον κυβερνήτη της Βιρτζίνια για προστασία από τον κουρσάρικο στόλο. Κι έτσι τον Νοέμβριο του 1817 τοιχοκολλήθηκε η επικήρυξη του Μαυρογένη, η οποία πρόσφερε σημαντική αμοιβή για τη σύλληψή του, νεκρού ή ζωντανού. Ταυτοχρόνως, ζήτησε τη βοήθεια του Βασιλικού Ναυτικού και σύντομα μια βρετανική αποστολή στάλθηκε στο κατόπι του διαβόητου πειρατή…
Η τελευταία μάχη του Μαυρογένη


Κάτω από τις εντολές του έμπειρου υποπλοίαρχου Ρόμπερτ Μέιναρντ, δυο βρετανικά πολεμικά κατάφτασαν στις ακτές της Καρολίνα με ρητές οδηγίες να χαλάσουν την πειρατεία στην περιοχή. Ο Μέιναρντ έστησε καρτέρι στο πλοίο του Μαυρογένη και τα ξημερώματα της 22ας Νοεμβρίου 1718 εξαπέλυσε την επίθεσή του, αν και τα ρηχά νερά ματαίωσαν την ευόδωση του σκοπού του καθώς τα πλοία κόλλησαν στον πυθμένα της θάλασσας.

Η μάχη συνεχίστηκε την επόμενη μέρα, όταν οι Βρετανοί κατάφεραν να βγουν και πάλι στα ανοιχτά. Από τις ομοβροντίες του Μαυρογένη πολλοί στρατιώτες έχασαν τη ζωή τους και ο πειρατής πίστεψε πως το εχθρικό πλήρωμα είχε αποδεκατιστεί. Κι έτσι αποβιβάστηκε πάνω στο καράβι του Μέιναρντ, όταν και είδε την παγίδα: ο υποπλοίαρχος και το πλήρωμά του είχαν κρυφτεί στα αμπάρια περιμένοντας την επίθεση των πειρατών. Η μάχη που ακολούθησε πάνω στο κατάστρωμα έμελλε να είναι η τελευταία του τρομερού κουρσάρου, ο οποίος πολέμησε γενναία και δέχθηκε όχι λιγότερα από 25 σοβαρά χτυπήματα (5 σφαίρες και 20 μαχαιριές!). Το τελευταίο ήταν όμως θανάσιμο, καθώς ο πειρατής αποκεφαλίστηκε.


Το βρετανικό πλήρωμα έριξε το ακέφαλο πτώμα του Τιτς στη θάλασσα, αν και το κεφάλι το κράτησε και το παλούκωσε πάνω στον πρόβολο του πλοίου για να αποθαρρύνει τους άλλους πειρατές. Ήταν εξάλλου το μόνο πειστήριο για τον θάνατο του Μαυρογένη και ο μόνος τρόπος για να περιέλθει στα χέρια του υποπλοίαρχου η παχυλή αμοιβή της επικήρυξής του.

Παρά τον θάνατο του φοβερού πειρατή, ο μύθος του έζησε και βασίλεψε για πολλά πολλά χρόνια, όπως και ο θρύλος με τον αμύθητο θησαυρό που υποτίθεται ότι φιλοξενούσαν τα αμπάρια του βυθισμένου «Queen Anne's Revenge». Ερευνητική ομάδα ανακάλυψε τον Νοέμβριο του 1996 ένα πειρατικό πλοίο στον βυθό των ακτών της Νότιας Καρολίνα, αν και δεν είναι ακόμα εντελώς σίγουρο ότι πρόκειται για τη ναυαρχίδα του Μαυρογένη.


Όσο για την κατάληξη του κομμένου κεφαλιού του πειρατή, οι θρύλοι δίνουν έκτοτε και παίρνουν…



Γιώργος Χρηστάκης

Πηγή
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.