Ένας παπουτσωμένος γάτος που είχε βγάλει τα παπούτσια του


Η νύχτα είχε σχεδόν τελειώσει και δεν είχε συμβεί τίποτα άλλο πέρα από κάποιες νευρικές κρίσεις.

Είχε ξεσπάσει καταιγίδα επιτέλους και είχε πνίξει και την ελάχιστη διάθεση του να εξεγερθεί. Μια τρομερή βροχή που έμοιαζε αφρισμένη σαμπάνια, ξέσπασε πάνω στο «χρυσό» νησί μαδώντας τα δέντρα, αποκεφαλίζοντας τα κλαδιά τους μαζί με τις καμινάδες και τις κεραίες που κρέμονταν κι έμοιαζαν σαν τη μασέλα του παππού που είχε φύγει απ’ τη θέση της.

Είχε πληγωθεί πολύ που τον είχε προδώσει ....τα πάντα του φαινόταν λιγότερο σημαντικά από την εξομολόγηση της.

Δεν ήθελε να γυρίσει στο δωμάτιο του και να ξαπλώσει σε εκείνο το κρεβάτι όπου λίγο πριν κοιμόταν μαζί της.

Λίγο πριν το χάραμα ανέβηκε στον πέμπτο όροφο και ακούμπησε στο βρεγμένο παραπέτο του εξωτερικού διαδρόμου που έβλεπε στον κήπο και πρόσφερε μια ωραία θέα της παραλιακής πόλης και του άγριου βουνού που φαινόταν μέσα από το καμπαναριό του Αγίου Ματθαίου.

Οι στέγες των σπιτιών μοιάζαν με αναποδογυρισμένα κουφάρια πλοίων πεταμένα πάνω στην γυαλιστερή αμμουδιά.

Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει, η θερμοκρασία είχε κατέβει αρκετά, μια καμινάδα κάπνιζε στο βάθος και έφερνε στο νου ζεστό αχνιστό καφέ.

Αποκοιμήθηκε έτσι όπως καθόταν στα σκαλιά με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατα.

Ένας μεγάλος γάτος με μάτια που φωσφόριζαν, με την ουρά ανορθωμένη ήρθε και κουλουριάστηκε κοντά του.

Είχαν και οι δυο τους ανάγκη από τρυφεράδα.

Η λύτρωση περνούσε σαν ηλεκτρικό ρεύμα κάτω απ’ τις γυμνές τους πατούσες…γιατί αυτός ήταν ένας παπουτσωμένος γάτος που είχε βγάλει τα παπούτσια του….


Γιώργος Χρηστάκης

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.