ΦΑΓΗΤΟ ΣΤΟΝ ΣΚΥΛΟ



Ναι… Ήταν αλήθεια. Αγαπούσε τα σκυλιά. Ιδιαίτερα αυτά του δρόμου. Αυτά με τα δίχως αφεντικά. Και ακόμα πιο πολύ αυτά που κάποτε είχαν ένα σπίτι και που άκαρδα τα είχαν εγκαταλείψει στους δρόμους. Είχε κι εκείνος κάποτε έναν σκύλο που τον είχε μαζέψει από τον δρόμο. Έζησε μαζί του 18 ολόκληρα χρόνια και πέθανε από βαθιά γεράματα ένα μελαγχολικό απόγευμα. Είναι αλήθεια ότι όποτε έβλεπε στους δρόμους αδέσποτα λαχταρούσε να πάρει ένα στο σπίτι και να του δώσει απλόχερα την αγάπη του. Όμως, ήσαν αρκετά ηλικιωμένος και σκεφτόταν ότι ίσως έφευγε πριν από κείνο, και πλέον ποια θα επρόκειτο να είναι η τύχη του μετά από αυτόν τον αναγκαστικό χωρισμό. Έτσι, του έφτανε ένα φευγαλέο χάδι που το έδινε απλόχερα, όποτε έβλεπε κάποιο σκυλάκι στον δρόμο… 

 Ήταν ένα βροχερό σούρουπο, όταν άκουσε εκείνο το κλαψιάρικο γρύλισμα που ερχόταν από το δρόμο. Βγήκε στο μπαλκόνι αλλά δεν είδε τίποτα. «Θα έφυγε σκέφτηκε». Αλλά μόλις μπήκε μέσα, ξανάκουσε το γρύλισμα, πιο παρατεταμένο αυτήν τη φορά. Τότε το αποφάσισε: Θα έβγαινε έξω. Πράγμα που έκανε, πλην όμως μάταια. Πουθενά σκύλος. Σφύριξε, έκανε το χαρακτηριστικό κάλεσμα σουφρώνοντας τα χείλη, τίποτα. «Ο σκύλος φάντασμα» σκέφτηκε. Ας είναι. Ήξερε πολύ καλά τι έπρεπε να κάνει. Ανέβηκε στο σπίτι, άνοιξε την κατσαρόλα που ήταν πάνω στην κουζίνα. Είχε περισσέψει λίγο φαγητό από το μεσημεριανό του. Ήταν μπαγιάτικο και μάλλον θα κατέληγε στα σκουπίδια. Πήρε ένα κομμάτι αλουμινόχαρτο, έβαλε μέσα το φαγητό και μια και δυο, κατέβηκε κάτω και το ακούμπησε στο σκαλί της εξώπορτας. Την άλλη μέρα το πρωί πήγε να δει τι έχει γίνει. Το φαγητό είχε φαγωθεί. Σφύριξε πάλι, αλλά μάταια. Σκύλος πουθενά. Είναι αλήθεια ότι δεν ξανάκουσε γρύλισμα ή γάβγισμα έξω από το σπίτι. Όμως συνέχισε να βάζει κάθε μέρα το αλουμινόχαρτο με τα αποφάγια της μέρας, που το άλλο πρωί είχαν φαγωθεί… Πέρασαν αρκετές μέρες. Τα αποφάγια που έβαζε ανελλιπώς κάθε βραδάκι εξαφανίζονταν. Τώρα πια είχε αγοράσει και ένα τάσι από αυτά που ταΐζουν τους σκύλους. Δεν είδε ποτέ το ζωντανό, όμως ήταν ευχαριστημένος που τον τάιζε. Άλλωστε δεν του στοίχιζε και τίποτα. Αποφάγια ήσαν. Θα κατέληγαν στα σκουπίδια. Είχε περάσει κι όλα ένας μήνας από την πρώτη φορά που είχε ακούσει εκείνο το γρύλισμα, και επί τέλους, εκείνο το πρωινό της παραμονής των Χριστουγέννων, το ξανάκουσε κάπου πολύ κοντά αυτήν τη φορά. Κατέβηκε όσο πιο γρήγορα του επέτρεπαν τα χρόνια του τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα, και νάτος ο μπαγάσας το μπασταρδάκι. Έγλυφε το τάσι, και του κουνούσε την ουρά με ευχαρίστηση. Το χάιδεψε, και έσκυψε να πάρει το τάσι προκειμένου να το ξαναγεμίσει. Και τότες… «Τι είναι αυτό το χαρτάκι που ήταν διπλωμένο στα τέσσερα κάτω από το τάσι»; 

 "Αγαπητέ κύριε καλημέρα σας. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά γι αυτό που κάνατε για μένα. Από τον Θεό να το βρείτε… Παρακαλώ να μην ξανακάνετε τον κόπο… Επί τέλους βρήκα δουλειά. Και πάλι ευχαριστώ που με στηρίξατε όλον αυτό τον καιρό που πεινούσα Καλά Χριστούγεννα. Να χαίρεστε την ωραία σας οικογένεια". 

Τέλειωσε το σύντομο μήνυμα, και ενώ το σκυλάκι χανόταν στο βάθος του δρόμου, μπήκε κι αυτός μέσα στο σπίτι του. Τα συναισθήματα του ήσαν ανάμεικτα. Πρώτα ντράπηκε. Και ύστερα του ήρθαν δάκρυα στα μάτια. Δεν είχε καμιά "ωραία οικογένεια". Μόνος και έρημος περνούσε την ζωή του ζώντας με τις αναμνήσεις του. Από το απέναντι σπίτι έρχονταν οι φωνές των παιδιών που έλεγαν τα κάλαντα." ...κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει"...

Δημήτρης Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.