Σαν παλιό σινεμά



(φωτο απο το γκουγκλ)

Σαν παλιό σινεμά


Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1957. Η ζωή στην πόλη ήταν πολύ διαφορετική από του χωριού, αλλά εγώ λαχταρούσα να πηγαίνω σε όλες τις διακοπές κάθε χρόνο, στον παππού και στη γιαγιά. Μάλιστα πήγα και την πρώτη δημοτικού εκεί, γιατί οι γονείς μου δούλευαν. Πολλά κουβαλώ μέσα μου από το μικρό χωριό της Πελοποννήσου. Μερικά όμως πολύ πιο έντονα, γιατί πράγματα που είχαμε δεδομένα στην Αθήνα, στο χωριό ήταν ανύπαρκτα.

  Ένα από αυτά λάμβανε χώρα περισσότερο το καλοκαίρι. Είχε επιστρέψει από τη Γερμάνια ένας συγχωριανός με τη γυναίκα του και είχε φέρει μηχανή προβολής ταινιών. Έτσι, από το πουθενά, αρχίσαμε να πηγαίνουμε αν είχαμε λεφτά μια φορά τη εβδομάδα, στο μεγάλο καφενείο του χωριού  για να δούμε ταινία. Πολλοί μάλιστα αν δεν είχαν χρήματα έφερναν στον Φωτεινάκη αυγά, ντομάτες η φρούτα για να τους αφήσει να μπουν. Πάντα τρεις τέσσερις μέρες πριν από την προβολή της ταινίας, τριγύριζε με ένα παλιό σαραβαλάκι όλες τις γειτονιές και με μια ντουντούκα διαφήμιζε την ταινία. Κάθε βράδυ πήγαινε σε άλλο χωριό κι έβγαζε μερικά χρήματα.

  Επειδή συνήθως στο καφενείο καρέκλες για όλους δεν υπήρχαν, έφερνε ο καθένας τη δική του η σκαμνάκι για τα παιδιά.  Εγώ είχα δει πολλές ταινίες  στην Αθήνα και περισσότερο παρατηρούσα τις αντιδράσεις των χωριανών με όσα έβλεπαν στο άσπρο πανί. Βασικά ελληνικές ταινίες, κωμωδίες που γελάσαμε και πειράζαμε ο ένας τον άλλον, η δραματικές που κλαίγαμε όλοι μαζί χορωδιακά. Θυμάμαι μια σκηνή,  με πρωταγωνιστή το Βασιλάκη Καΐλα στο λουστράκο. Παρακαλούσε τον κόσμο να τους γυαλίσει τα παπούτσια τους κι αν δεν είχε δουλειά η τον μάλωνε κανείς, έκλαιγε σπαρακτικά. Τότε ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ κλαίγαμε και τον συνοδεύαμε. Κάπου κάπου, άκουγες καμιά μαμά…. «Αυτά να βλέπεις,  ούτε ρούχα έχει ούτε φαγητό» και τράβαγε το αυτί του γιου της. «Κι εγώ τι φταίω βρε μάνα;» έκλαιγε ο μικρός απαρηγόρητος. Λίγο οι γονείς, λίγο οι δάσκαλοι σαν λαγάνες τούχαν γίνει τα αυτιά του καημένου.

  Καμιά φορά, είχε και επίκαιρα κι έτσι μάθαιναν λίγο τι γίνεται πιο έξω. Και πολύ λίγο κινούμενα σχέδια πριν αρχίσει το έργο. Στα διαλείμματα, τα παιδιά βγαίναμε στο δρόμο να παίξουμε και οι μεγάλοι κάπνιζαν η συζητούσαν την υπόθεση, ειδικά αν ήταν δραματική.  Όταν ο Φωτεινάκης έβγαινε στην πόρτα και φώναζε… «ΑΡΧΙΖΕΙ», τρέχαμε όλοι να βρούμε τις θέσεις μας και γινόταν ένας μικρός πανικός.

   Γυρίζαμε στο σπίτι μας αργά, γύρω στις δέκα και μισή και την άλλη μέρα ρωτάγανε οι γειτόνοι. «Καλέ, πήγατε ψες σινεμά; Ήταν καλή η ταινία;» Και όποιος είχε διάθεση να εξιστορήσει τι είδε, τους έκανε τη διήγηση. Όμορφες μνήμες, άλλα χρόνια, άλλες συνήθειες. Η ζωή μας όμως συνεχίζεται σαν ταινία. Μόνο που δεν ξέρουμε το σενάριο, το μαθαίνουμε στην πορεία, ούτε και το τέλος…

Ρούσσινου Ανδρομάχη

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.