Έρωτας των αντιθέτων- Sherlock Ultimate, the Greek scenario- της Τριανταφυλλιάς Ηλιοπούλου


 
Δεν ήταν χαζός, σίγουρα. Και είχε άριστες γνώσεις ανατομίας. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα ωστόσο από ανθρώπινη φύση. Κι ότι είχε ποτέ του μάθει σχετικά με τις ανθρώπινες τελετουργίες ζευγαρώματος το είχε διαγράψει ως άχρηστο, αφήνοντας μόνο κάποιες πληροφορίες σχετικές με εγκλήματα πάθους και σεξουαλικής κακοποίησης. Αυτό ήταν ένα πρόβλημα. Θα ήταν χοντρή μαλακία να συνδέσει την Αϊρίν με οτιδήποτε υπήρχε μέσα σε αυτό το μικρό διεστραμμένο αρχείο.  Επίσης δεν ήξερε αν το μυαλό του θα επέτρεπε στο σώμα του να εμπλακεί τελικά σε μια τέτοια τελετουργία- πόσο μάλλον να την φέρει σε πέρας και να την απολαύσει. Το αρχικό πείραμα είχε βέβαια επιτυχία, αλλά δεν το έλεγες και ερωτική πράξη. Άσε που τότε ήταν επικά μαστουρωμένος. Δεν είχε επιτρέψει ποτέ στον εαυτό του έστω μία ερωτική φαντασίωση. Ακόμη και τα όνειρά του τον φοβούνταν. Όμως σήμερα εκείνη είχε έρθει και δε θα την άφηνε να φύγει χωρίς να επιχειρήσει να κάνουν έρωτα. Εκείνη η πρώτη άτσαλη προσέγγισή τους στον καναπέ δεν ήταν αυτό που ήθελε ο Σέρλοκ. Προφανώς ούτε αυτό που ήθελε και η Αϊρίν, γιατί όταν σηκώθηκαν από κάτω η προσοχή τους στράφηκε αυθόρμητα σε άλλα πράγματα. Ένα πρωινό, αγχωμένο γαμησάκι στο κρύο πάτωμα ή στον καναπέ δεν ήταν αντάξιό τους. Όχι για εκείνη την ημέρα, τουλάχιστο. Εκείνη την ημέρα έπρεπε όλα να είναι τέλεια, όλα να είναι αξιομνημόνευτα, όλα να ταιριάζουν με τρόπο που να συναγωνίζονται την συμπαντική αρμονία. Ήταν και οι δύο ψυχοπαθολογικά συναισθηματικοί και ρομαντικοί κάτω από το ψυχρό τους περίβλημα και ακραία δραματικοί, για να αρκεστούν σε κάτι λιγότερο. Η τέλεια ατμόσφαιρα, η τέλεια διάθεση, η τέλεια πείνα. Μια ερωτική συμφωνία με τα πρελούδια, τις πράξεις της, τα ιντερμέδια, τα κρεσέντο και την τελική της κάθαρση.

«Έστιν ουν τραγωδία μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας…», ανακάλεσε στη μνήμη του ο Σέρλοκ τον αρχαιοελληνικό ορισμό της τραγωδίας.

Και τι ήταν ο έρωτας, αν όχι τραγωδία;
Πέρασαν το πρωινό συζητώντας, αποκαλύπτοντας ο ένας στον άλλο μικρά μυστικά της ζωής τους, που ήθελαν να τα μοιράζονται μόνο μεταξύ τους. Της έπαιξε βιολί κι εκείνη του ζωγράφισε το πορτρέτο του με μολύβι. Το μεσημέρι άναψαν το τζάκι κι έφαγαν μπροστά στη φωτιά. Το γεύμα ήταν μια ευγενική προσφορά της κας Χάτσον και το συνόδεψε ένα μικρό σκαλιστό μπουκάλι με σπιτικό λικέρ. Είχαν πλησιάσει τις πολυθρόνες πολύ κοντά, έτσι που άγγιζαν τα γόνατά τους. Μιλούσαν λίγο τώρα, κοιτάζονταν πολύ. Έκαναν ανάλυση στο πώς ένιωθαν. Η ασφάλεια και η σιγουριά της Αϊρίν, από τη μια εμψύχωνε την αμφιβολία του Σέρλοκ κι από την άλλη τον τρόμαζε. Δεν ήταν σίγουρος πως θα φαινόταν αντάξιος της βεβαιότητάς της. Το μόνο που μπορεί να κάνει όμως ένας άνθρωπος είναι να δοκιμάσει. Και δεν ήθελε προσπάθεια, στην τελική. Αυτό που ήθελε ήταν τόλμη και ειλικρίνεια, για να αποδεχτεί την ίδια του την ανάγκη. Την ανάγκη του να είναι μαζί της. Αργότερα το απόγευμα φόρεσαν και οι δύο πυτζάμες κι έφτιαξαν καφέ. Της διάβασε μερικά αποσπάσματα από το πρώτο αγαπημένο του βιβλίο. Φυσικά είχε πειρατές μέσα. Γέλασαν, κρατήθηκαν από  το χέρι. Μια ζεστή, γαλήνια αίσθηση τους γέμισε και τους δύο. Ο χρόνος έκανε μια προστατευτική φυσαλίδα γύρω τους, γιατί εκείνη η  στιγμή ήταν μια από τις σπάνιες στιγμές οικογενειακής γαλήνης που θα μπορούσαν να έχουν ποτέ.  Κρατιούνταν από το χέρι για ώρα, αμίλητοι κι ακίνητοι, με την επιθυμία να συσσωρεύεται μέσα τους, σαν συγκομιδή χημικών αποδείξεων του έρωτα. Είχαν χάσει (και οι δύο) την αίσθηση του χρόνου κι είχαν συντονιστεί ο ένας στον άλλο. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο παρά μοναχά εκείνος κι εκείνη. Κάποια απροσδιόριστη στιγμή κίνησε ανεπαίσθητα τα δάχτυλά του και της χάιδεψε το χέρι. Η Αϊρίν ανατρίχιασε. Η επίδραση που είχε πάνω της το άγγιγμά του τον συγκλόνιζε πάντα. Έπλεξε τα δάχτυλά του στα δικά της και την τράβηξε να κάτσει στην πολυθρόνα του δίπλα του. Με το άλλο χέρι την αγκάλιασε και την έσφιξε πάνω του. Η Αϊρίν σήκωσε  το κεφάλι της από το στήθος του και τον κοίταξε στα μάτια. Πλησίασαν ταυτόχρονα και φιλήθηκαν στο στόμα τρυφερά. Μικρές εστίες πυρκαγιάς ξέσπαγαν στα νεύρα τους και πυροδοτούσαν χημικές εκρήξεις τόσο απτές που έμοιαζαν έτοιμοι να αυτό- αναφλεγούν. Μα δεν υπήρχε φόβος πια. Αυτή η φωτιά έβγαινε από μέσα τους και την ήθελαν και οι δύο.
«Έλα να κάνουμε έρωτα», της ψιθύρισε δίπλα στο αυτί, μόνο για να απολαύσει το ρίγος στην πλάτη της και τις φλέβες να πάλλονται βίαια στο λαιμό της.
«Πάμε στο κρεβάτι σου», του ανταπόδωσε το ρίγος φιλώντας τις λέξεις πάνω στο λαιμό του.
Δεν υπήρξε ούτε υποψία μιας άβολης στιγμής, καθώς γδύνονταν και ξάπλωναν αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι. Φιλήθηκαν πάλι, αυτή τη φορά με πάθος, όπως δεν είχαν κάνει ποτέ πριν. Επιβεβαίωσε την υποψία της πως τα χείλη του ήταν το ακριβές ταίρι των δικών της και πως το φυσικό τους ήταν να είναι ενωμένα. Άγγιξε το στόμα του με τη γλώσσα της ζητώντας πρόσβαση στη δική του. Χρειάστηκε ένα δευτερόλεπτο περίπου για να ανακαλύψει τι να την κάνει. Της άφησε το χέρι για να σκαλώσει την παλάμη του πάνω στο μικρό, τέλειο στήθος της. Νέα κύματα ρίγους τη διαπέρασαν κι οι αναστεναγμοί που πνίγονταν στο λαρύγγι της χτυπούσαν σαν μαστίγιο το κορμί του. Άφησε το στόμα της για να κολλήσει τα χείλη του πάνω στο στήθος της. Ρούφηξε τη ρόγα της και την πιπίλησε, κάνοντάς τη να βογκήξει από ηδονή. ΑΥΤΟ ήταν ένστικτο. Δεν ήταν γνώση. Κάθε άνθρωπος ξεκινάει τη ζωή του πάνω σε ένα γυναικείο στήθος. Το  έχει γράψει η φύση στο γενετικό κώδικα όλων των θηλαστικών, μαζί και του ανθρώπου. Η ίδια η ζωή ξεκινάει μέσα στο κορμί μιας γυναίκας. Ο Σέρλοκ πήγε να ερευνήσει τη σκηνή της δημιουργίας μπαίνοντας μέσα της. Οι αισθήσεις του έπαθαν σοκ κι όλα τα πρωτόγνωρα ερεθίσματα χίμηξαν στο μυαλό του σαν ένα κοπάδι άγρια αφηνιασμένα άλογα. Για κάποια δευτερόλεπτα του ήταν αδύνατο να κινηθεί, είχε παραλύσει από την υπερβολική ποσότητα πληροφοριών και οι σκέψεις του είχαν σκορπίσει σε άτακτο χάος. Κάθε κύτταρο του κορμιού του είχε μεμιάς εθιστεί σε Αϊρίν. Αϊρίν δεν ήταν πια το όνομά της, ήταν η ουσία της κι ο σκοπός της μικρής  του ύπαρξης. Ήταν το Άγιο του Δισκοπότηρο. Ήταν το νέο, τέλειο φάρμακό του.
Το αφηνιασμένο κοπάδι ήταν εγκλωβισμένο σε μια  βαθιά κοιλάδα ανάμεσα σε ξερά βουνά και φλόγες κατέβαιναν από όλες τις πλαγιές απειλώντας το. Νερό, χρειαζόταν νερό για να σβήσει τη φωτιά και να ηρεμίσει τα άλογα, πέρασε σαν τρελή φλεγόμενη μαινάδα η σκέψη από το μυαλό του.
Σηκώθηκε από το κρεβάτι και παρέσυρε την Αϊρίν στο μπάνιο. Εκείνη δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση, λες και ήταν το φυσικότερο και πιο αναμενόμενο πράγμα εκείνη τη στιγμή. Μισογέμισε τη μπανιέρα με χλιαρό νερό  και ξάπλωσε μέσα της. Εκείνη τον μιμήθηκε και ξάπλωσε (με την πλάτη της) πάνω του. Το νερό είχε όμορφη, κατευναστική αίσθηση, σχεδόν στη θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος. Ένωνε το δέρμα τους με τον κόσμο. Το εντός με το εκτός. Τριάντα έξη βαθμοί Κελσίου. Οι φλόγες έσβησαν, το κοπάδι ηρέμισε λίγο αλλά ακόμα κάλπαζε φυλακισμένο μέσα στη σκέψη του. Η Αϊρίν είχε μαντέψει πως στο μυαλό του θα επικρατούσε χάος εκείνη τη στιγμή κι είχε την ευφυή ανταπόκριση να τον αφήσει να το διαχειριστεί μόνος του. Εξάλλου, δεν είχε καμία διάθεση να του κάνει τη δασκάλα στο σεξ. Με τέτοιο μαθητή προτιμούσε να ξαναγίνει μαθήτρια εκείνη, ήταν άλλωστε η τελευταία της ευκαιρία. Τους χρώσταγε η ζωή μια τέτοια ανατροπή και δε θα την αντάλλαζαν για κανένα εφήμερο λόγο. Σε αυτό το χορό, εκείνος οδηγούσε κι εκείνη ακολουθούσε. Και ήθελαν την τελειότητα. Η κυνηγός καμπύλωσε σαν τόξο, για να συναντηθεί με το βέλος της. Το ένα χέρι του στήριζε το κεφάλι της καθώς τη φιλούσε στο λαιμό. Το άλλο τη χάιδευε λίγα εκατοστά πάνω από το σημείο που ενώνονταν τα κορμιά τους. Οι κινήσεις τους ήταν αργές και σαγηνευτικές, αρμονικές και αγγελικά γαλήνιες. Ο Σέρλοκ σφύριζε μια γητευτική μελωδία στα αυτιά των αλόγων. Τα εξημέρωνε. Τώρα τριπόδιζαν μέσα στην κοιλάδα ήρεμα και συγχρονισμένα. Χιλιάδες οπλές να χτυπούν ρυθμικά το χώμα, την πέτρα, την υγρή βλάστηση. Άκουγε κυριολεκτικά στα αυτιά του το σφύριγμα της γητείας και το ποδοβολητό του κοπαδιού. Χιλιάδες, εκατομμύρια, αμέτρητοι μικροί ήχοι. Η μουσική του κόσμου. Εξάντλησε τα όρια της ηρεμίας φορτίζοντάς τους με απίστευτη προσμονή. Ήταν ώρα  να επιστρέψουν στο κρεβάτι, δεν θα ολοκληρωνόταν το έργο μέσα στη μπανιέρα. Χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα βγήκαν από το νερό και σκουπίστηκαν τρυφερά. Ύστερα την έσφιξε στην αγκαλιά του και βγήκαν στην κρεβατοκάμαρα, αφήνοντας το φως και την πόρτα ανοιχτά. Δοκιμή νούμερο τρία, μικροφώνισε μια στριγκιά, ψυχοπαθής σκέψη μέσα στο κεφάλι του. Για να δούμε αν μπορείς να τα τρέξεις λίγο εκείνα τα άλογα, χωρίς να σου ξεφύγουν από τον έλεγχο. Με μια γρήγορη χορευτική στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, την ανασήκωσε και κόλλησε βίαια την πλάτη της στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Την προστάτεψε από το πόμολο με το ένα του χέρι. Οι πατούσες της δεν ακουμπούσαν στο πάτωμα. Τύλιξε τα πόδια της  γύρω από το κορμί του και κρατήθηκε πάνω του. Τη φίλησε άγρια. Τη δάγκωσε στο λαιμό κι εκείνη έμπηξε τα νύχια της στην πλάτη του. Ο Σέρλοκ σφύριξε στα αυτιά των αλόγων να τρέξουν. Τα τρόμαξε με άγρια παραγγέλματα. Κάλπαζαν γρήγορα τώρα. Ακόμα πιο γρήγορα. Σαν να εξαρτιόταν η ζωή τους από αυτό. Οι οπλές μπήγονταν στο μαλακό χώμα, συνθλίβοντας το χορτάρι. Σπίθες πετάγονταν από τις πέτρες που έσπαγαν. Η δύναμή τους άστραφτε αχαλίνωτη. Του χλιμίντρισαν μανιασμένα, έτοιμα να ποδοπατήσουν και να ποδοπατηθούν. Σταμάτησε απότομα, λίγα μόλις δευτερόλεπτα πριν τους παρασύρει και τους δύο η ξέφρενη κούρσα ενός άγριου οργασμού. Η λυσσασμένη μανία δεν ήταν αρκετή για πρώτη ανάμνηση, ήθελε ισορροπία, αρκετή ένταση αλλά λιγότερη βιαιότητα και περισσότερη φινέτσα. Η Αϊρίν εξακολουθούσε να είναι  η τέλεια συμφωνία του. Ήταν και οι δυο τους λαχανιασμένοι, γεμάτοι μικρά ματωμένα σημάδια και παρόλη τη χαμηλή θερμοκρασία έκαιγαν κι έσταζαν ιδρώτα. Την κατέβασε απαλά στο πάτωμα και ξάπλωσαν ξανά στο κρεβάτι του. 
Ήρεμα τώρα, αλογάκια. Ήρεμα. Ώρα να καταστρώσουμε το σχέδιο. Ώρα να βρούμε το πέρασμα. Το πέρασμα στην ελευθερία.
Τους πήρε λίγο χρόνο να ηρεμίσουν, να ξαναβρούν τις ανάσες τους.  Για να τις ξαναχάσουν φυσικά, αυτό ήταν το νόημα. Ο Σέρλοκ ένωσε τις τελείες για να σχεδιάσει το χάρτη του. Ότι είχε αποκομίσει από τις έως τώρα εμπειρίες του, ότι είχε νιώσει κι είχε αισθανθεί για ΤΗ γυναίκα- τη γυναίκα ΤΟΥ. Επικεντρώθηκε στο πώς να την ευχαριστήσει περισσότερο, του ήταν πολύ σημαντικό αυτό και το ένιωθε σαν τιμή και χρέος του ταυτόχρονα. Κάτι σαν ατομικό πατριωτισμό. Πατρίδα του εκείνη τη στιγμή ήταν Εκείνη. Η Αϊρίν είχε την κομψότητα και την ανωτερότητα να το αποδεχτεί. Θα είχε πολλές ευκαιρίες στο μέλλον να τον κάνει να φωνάξει για έλεος. Αφέθηκε λοιπόν στην αφοσίωσή του, απολαμβάνοντας κάθε μικροσκοπική λεπτομέρεια.
Το κοπάδι των αλόγων υπάκουσε στα μουσικά προστάγματα του δημιουργού του κι ενώθηκε σαν ένα σμήνος από μέλισσες που η κάθε μια ακολουθεί το ρεύμα αέρα από τα φτερά της άλλης. Κάλπασαν αργά στην αρχή, σε τέλειο σχηματισμό, κάνοντας όλο το γύρο της κοιλάδας, μέχρι να εντοπίσουν το πέρασμα. Το φαράγγι ήταν κρυμμένο, αθέατο ως τώρα και οδηγούσε έξω, στον κόσμο. Στη γη της ελευθερίας. Τώρα έγιναν ένα ποτάμι που κυλά για τη θάλασσα, όλο και πιο γρήγορα, όλο και πιο ασυγκράτητα, όλο και πιο καθοριστικά.  Όρμησαν σαν ένα σώμα μέσα στο φαράγγι αναζητώντας τη λύτρωση.
Η Αϊρίν τελείωσε με γλυκά κοφτά βογκητά, μικρούς ρυθμικούς σπασμούς στο κορμί και μάτια δακρυσμένα από μια αρχέγονη έμφυτη συγκίνηση. Ο Σέρλοκ την κατάπιε με όλες του τις αισθήσεις.
«Σου παραδίδομαι», μουρμούρισε κάτω από το αυτί της με βραχνή φωνή και με ένα αβάσταχτο, αργόσυρτο επιφώνημα άφησε τη ζωή του να εκτιναχτεί μέσα της.
Θρίαμβος! Για όλα τα άλογα του Βασιλιά.
Το έργο είχε και μια σκηνή μπόνους, πίσω από τα παρασκήνια. Μεθυσμένη ακόμα από ικανοποίηση, κουλουριασμένη μέσα στην αγκαλιά του, η Αϊρίν τον ρώτησε τι σκηνικό παιζόταν μέσα στο μυαλό του όσο έκαναν έρωτα. Ο Σέρλοκ χαχάνισε.
«Θα σου πω», τη φίλησε στοργικά στο κούτελο. «Αλλά θα πρέπει να λύσεις πρώτα τον κώδικα».
Η Αϊρίν τον κοίταξε χαμογελώντας και δαγκώνοντας τα χείλη της.
«Ρίξτο».
«Ελ Πάσο», της είπε κι έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στα μαλλιά και το λαιμό της. 
«Ελ Πάσο, το Πέρασμα; Καλά, αφήνιασες εντελώς, έτσι; Μη μου πεις πως έκανες τον κάου μπόυ. Σε είχα για πειρατή».
«Ο κώδικας πρώτα, οι λεπτομέρειες ύστερα. Είναι πανεύκολο, σκέψου!»
Η Αϊρίν άρχισε να σκέφτεται ότι είχε προηγηθεί τις τελευταίες ώρες, για να βρει κάποια σύνδεση. Πολύ απίθανο ο κώδικάς του να είχε σχέση με κάτι παλιότερο. Έπρεπε να είναι κάτι νέο, κάτι πρόσφατο. Κάτι που αφορούσε τις πράξεις τους την ώρα που έκαναν έρωτα. Ή τα λόγια τους; Δεν έκανε πάνω από δύο λεπτά για να το βρει. Ήταν τα λόγια τους. Οι τελευταίες τρεις προτάσεις που είχαν πει πριν ολοκληρώσουν την ερωτική πράξη.
«Έλα να κάνουμε έρωτα»
«Πάμε στο κρεβάτι σου»
«Σου παραδίδομαι»
«Τα δύο πρώτα γράμματα των τριών τελευταίων προτάσεων», του είπε με ηδονική υπεροψία και μάτια που άστραφταν.
Την κοίταξε με λατρεία και της είπε τα πάντα. Κι είχε η αφήγησή του κάτι τόσο μαγικά λεπτομερές, ο τρόπος που της το περιέγραφε, ο τρόπος που εκείνη το αντιλαμβανόταν, η σύνδεση με την ανάμνηση των κινήσεών τους, που ήταν σαν μια δεύτερη ερωτική πράξη, αυτή τη φορά νοερή.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.