Πατέρας κι αδερφός (Άνα Ζουμάνη)



«Και τελικά πέθανε ο πατέρας μου, που κρατούσε κι εμένα στη ζωή. Με χρειαζόταν ο άντρας με τα πολλά, αγαπημένα, ασημένια μαλλιά, εκείνος ο νεανίας των 78 ετών.
Ειλικρινά, ποτέ μου δεν ένιωσα πως έχω γέροντα πατέρα. Μόνο μερικές φορές, όταν αργούσα να περάσω. "Άντε, επιτέλους ήρθες!".
Δεν υπολόγιζε ποτέ το πεπρωμένο, παρά διάβαζε με πάθος Σουρή. Και Καβάφη. Και Παπαδιαμάντη. Τώρα πήγε να κοιμηθεί και μου άφησε την συλλογή του, από παμπάλαιες εφημερίδες ως τόμους δεμένους με δέρμα και χρυσό. Και μαζί με αυτήν, την αιώνια ανάμνηση της καλοσύνης του.
Υπάρχουν ελάχιστοι αληθινά καλοί άνθρωποι. Ένας τέτοιος έφυγε.
Έχω άλλους  δύο αδερφούς. Για την ακρίβεια, έχω τρεις αδερφούς. Ή μάλλον, είχα τρεις αδερφούς, τώρα έχω δύο.
Αν είχα γίνει νοσοκόμα, τότε, μόλις κατάλαβα την κακία των ανθρώπων, τώρα θα μπορούσα να πω ότι υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που με χρειάζονται. Έτσι όμως ο κύκλος γίνεται όλο και πιο μικρός.
Ο αδερφός μου με ειρωνεύεται -ή όχι- και με συμβουλεύει να αγοράσω κινέζικα χρυσόψαρα, ή σμαραγδένιες σαύρες, για να τις φροντίζω. Πήρα γάτες. Το ίδιο κάνει.
Φυσικά αυτό δεν είναι μέσο για να ξεπεράσεις την απώλεια του νεανία γέροντα με τα πολλά ασημένια μαλλιά. Όμως όσο υπάρχεις, κάτι πρέπει να κάνεις μέχρι να ενωθείς με τους αγαπημένους σου.
Ο αδερφός μου λέει ότι μπορείς να αγαπάς τα ζώα "αναπογοήτευτα", χωρίς τον κίνδυνο να σε φτύσουν μια μέρα στα μούτρα, επειδή τα αγαπούσες. "Αναπογοήτευτα", έτσι το λέει. Δεν ξέρω αν υπάρχει η λέξη, αλλά τι σημασία έχει, λέει ο αδερφός μου. "Ποιητική ελευθερία", έτσι το λέει.
Χρειάζονται την φροντίδα μας, που τους προσφέρουμε, για την τρυφερή ζωή τους.
Χρειάζομαι: Τι υπέροχη, βαθιά λέξη. Από το μοιραίο, απλό πρωτόγονο "χρειάζομαι", ως το «την χρειαζόταν», πάντα ο ιδιος ήχος.
Ναι, θέλουμε να μας χρειάζονται. Όσο πιο τρυφερά, ευγενέστερα, βαθύτερα, τόσο πιο καλά για εμάς.
Όμως θέλουμε να μας χρειάζονται σε όλη μας τη ζωή. Και ξαφνικά βρίσκουμε τον εαυτό μας χωρίς απασχόληση, εξ' αιτίας του κακού θανάτου. Και τότε μπορεί να περάσει εκείνη η τρομερή ιδέα από το μυαλό μας ότι, εκείνο το δαχτυλίδι, εκείνη η γούνα, εκείνο το αμάξι, είναι σημαντικά πράγματα.
Ο πατέρας μας ήταν φτωχός, αλλά πλούσιος. Σουρής, Καβάφης, Παπαδιαμάντης, Βαμβακάρης, τα πούρα του, του ήταν πιο σημαντικά από όλους τους θησαυρούς του κόσμου.
Τον αδερφό μου τον «ποιητή» τον καταλάβαινε λιγότερο από καθόλου. Έτσι τον έλεγε, «ποιητή». Ήξερε μόνο πως μια μέρα του έφερε εκείνα τα χάπια, που του χάρισαν νιότη τα τελευταία δέκα χρόνια. Δεν θυμάμαι πώς τα λένε.
Εγώ το βλέπω αλλιώς. Βλέπω την κατανόηση για τον αδερφό μου ως μια γέφυρα, που με μεταφέρει από τις θανατηφόρες προκαταλήψεις των αστών, σε έναν άλλον κόσμο, τον οποίο καταλαβαίνω, αλλά για τον οποίο δεν είμαι έτοιμη, μάλλον ώριμη, ακόμη.
Είναι σαν να ξαπλώνεις στην πολυθρόνα σου, στην οδό Τάδε, νούμερο δείνα, 3ος όροφος και να βυθίζεσαι σε ένα βιβλίο με τον τίτλο "περιπέτειες στα βάθη της Ανταρκτικής".
Ε και;  Στην οικογένειά μας θα βρεις πολλούς κόσμους να συγκρούονται. Μόνο όχι εκείνον της εξωτερικής λάμψης. Τουλάχιστον έτσι έχει ο καθένας την δική του ζωή, σε αντίθεση με καμπόσους που δεν έχουν καμία.
Ο "ποιητής" δεν ουρλιάζει με τους λύκους. Μιλάει με τους ανθρώπους.»


Άνα Ζουμάνη
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.