IN MEMORIAM





Και καθώς η μέρα φεύγει και τα φώτα της γιορτής σβήνουν, η σκέψη μου φτερουγίζει σε μια αδικοχαμένη Αγγελικούλα... Για όσους δεν το ξέρουν, εκτελέστηκε δι ασήμαντον αφορμήν από τους ομοϊδεάτες των σημερινών κυβερνώντων... Ήταν 21 κι εγώ 2... 

......................................................................Στην Αθήνα τότε δεν υπήρχαν πολυκατοικίες με την έννοια των σημερινών. Αλλά οι αυλές δεν ήσαν κάτι το διαφορετικό.. Οριζόντιες πολυκατοικίες ήσαν. Σε αυτές τις αυλές έμενε ένα πλήθος ετερόκλητων ανθρώπων. Άνθρωποι λογιώ-λογιώ: Μεροκαματιάρηδες, μικρέμποροι, χαρτόμουτρα, μάγκες, θρησκόληπτοι, γυναικωτοί, πουτάνες, (θεέ μου φύλαγε). Η διαφορά με τις κάθετες πολυκατοικίες ήταν στον συγχρωτισμό. Άνοιγες την πόρτα σου κι έβλεπες τον απέναντι. Οι ανθρώπινοι ήχοι διάσπαρτοι. Μυστικά δεν υπήρχαν. Ήταν αδύνατον να κρυφτούν. Και λόγω της στενής αυτής επαφής, οι καυγάδες, οι ομηρικοί καυγάδες, ήσαν αναπόφευκτοι. Πότε «γιατί η βρωμιάρα έχυσε τα βρομόνερα της στην πόρτα μας», πότε «γιατί άνοιγε τον χαλέ του ο μπεκρούλιακας και δεν ήξερε τι έλεγε», πότε «η ξετσίπωτη που γδύνεται και αλλάζει με ανοιχτά τα παράθυρα»… Στην αυλή τους δεν είχε τέτοια.. Γιατί ήταν μια μικρή αυλή με δύο μόνο οικογένειες που ήσαν μάλιστα και αγαπημένες. Έτσι αφορμές δεν υπήρχαν… Η μόνη παραφωνία ήταν ο Σαραντάπορος… Αλλά θα έρθει η σειρά του. Τώρα έχουμε τον καυγά που ξέσπασε όταν η Αγγελικούλα πήγε στην δίπλα αυλή να δει τον μπάρμπα της τον Βασίλη που τον είχε ρίξει κάτω η γρίπη, και να του πάει λίγη χορτόσουπα να ζεστάνει τα μέσα του… Η διπλανή αυλή ανήκε στον παππού Βασίλη. Προίκα από την γυναίκα του. Είχε πολλά δωμάτια που νοίκιαζε σε πολύ διαφορετικές οικογένειες… Στην ναξιώτισσα την κυρά Μαρουδιά την μανάβησσα, στους αδελφούς Αυγουστάτους τα γεροντοπαλίκαρα, στην κυρά Λένη την πλύστρα, στην κυρά Λέλα την ψηλομύτα, που ήταν και η πρώτη που έφυγε από εκεί μετά τον πόλεμο όταν ο άντρας της έβγαλε λεφτά από την βιοτεχνία των φωτιστικών που είχε. Βέβαια η ζήλια των υπόλοιπων οδήγησε σε πικρόχολα σχόλια: «Μωρέ… Για δες… οι Θανασάκηδες μετακόμισαν στα Φάληρα… Εμ… Όταν χορτάσει η ψείρα βγαίνει στο γιακά»… Ανάμεσα στους ενοίκους ήταν και μια στρυφνή γυναίκα η κυρά Νίτσα. Κανείς δεν την χώνευε, ήταν παντρεμένη με έναν περίεργο τύπο… Η ίδια μάζευε διάφορα άτομα στο σπίτι της άντρες και γυναίκες, και κλείνονταν μέσα για πολλές ώρες… Οι συγκάτοικοι είχαν υποψιαστεί πως ήταν κομουνίστρια, αλλά γι αυτό κανείς δεν έκανε κουβέντα. Είχαν τόσα να ψιθυρίσουν για τον άντρα της… Η Αγγελικούλα μπαίνοντας στην αυλή έπεσε πάνω στην κυρά Νίτσα που έβγαινε… Προχώρησε χωρίς να καταδεχτεί να της μιλήσει…
 -Δε μας μιλάς μωρή ψωροφαντασμένη; Ποια νομίζεις ότι είσαι;
 - Ο καθένας είναι αυτό που είναι…
 -Και τι είσαι εσύ μωρέ; Μια παρατημένη, που ο άντρας της την άφησε για να πάει να δουλέψει στους Γερμανούς… Έχω εγώ πολλά ράμματα για την γούνα σου… Φαντασμένη...
 -Άκου να δεις… τον άντρα μου να τον αφήσεις ήσυχο… Τον δικό σου να κοιτάς, που τον έπιασαν τις προάλλες να τα δείχνει, στο παρκάκι του Θησείου… Όλη η γειτονιά το ξέρει… Μη κοιτάς που δε μιλάει κανείς…
 -Τι λες ρε πουτανάκι;
 -Άντε από εδώ μωρή κομμουνίστρια…
 -Κοίτα μωρέ ποια μιλάει… Η βρωμιάρα η Χίτισσα !... Έννοια σου μωρή και αυτό θα μου το πληρώσεις… Θα μου το πληρώσεις …

 Ακολούθησαν οι φοβερές ημέρες των Δεκεμβριανών, με τις αδελφοκτόνες μάχες στους δρόμους της Αθήνας. Έφτασαν και τα πρώτα Χριστούγεννα μετά την απελευθέρωση, που όμως κανείς δεν είχε την διάθεση να γιορτάσει… Μαύρες μέρες… Ματωμένες… Και εκείνο το τραγικό σούρουπο της παραμονής των Χριστουγέννων, χτύπησε η πόρτα της οδού Αρίωνος 8…
 -Αγγελικούλα; Πάνω είσαι; Ακούστηκε από την είσοδο η φωνή της Τασίας…
 -Εδώ… Τι θέλεις βρε Τασία; Ετοιμάζομαι για να πάω σε ένα γλεντάκι κάποιων φίλων, φώναξε η Αγγελικούλα από το δωμάτιο…
 -Έλα κάτω… Σε ζητούν από την Πολιτοφυλακή… Η γυναίκα ξαφνιάστηκε. Ο Χρήστος έλειπε, ο Αντώνης κρυβόταν. Μόνο η Πόπη ήταν εκεί…
 -Τι να θέλουν μωρέ; Κάτσε να κατέβω να δω…
 -Κατεβαίνω κι εγώ, λέει η Πόπη, και μια και δυό φτάνουν στην εξώπορτα όπου περίμεναν δύο σκοτεινοί τύποι.
 -Η κυρία Μπούκουρα;
 -Η ίδια… Θέλουμε να μας ακολουθήσεις μέχρι την Πολιτοφυλακή για μια μικρή ανάκριση… Η Αγγελικούλα σκέφτηκε ότι θα ήθελαν να την ρωτήσουν κάτι για τον άντρα της. Αν γύρισε από την Γερμανία, αν ήξερε κάτι εκείνη…
 -Καλά, ρε παιδιά… Χριστουγεννιάτικα; Τόλμησε να ρωτήσει. Δεν μπορώ να έρθω μεθαύριο;
 -Λυπούμαστε πως όχι… Πρέπει να μας ακολουθήσεις...
 -Έρχομαι κι εγώ, λέει τότε η Πόπη. Δεν αφήνω την αδερφούλα μου...
 - Όχι, κοπέλα μου, δεν χρειάζεται να έρθεις μαζί… Θα έρθει πίσω η αδερφούλα σου...
 -Κάτσε σπίτι, την μάλωσε η μεγάλη… Ποιός θα κοιτάξει τον Δημητράκη;
 Ο Δημητράκης ήταν ισχυρό επιχείρημα. Έτσι η Πόπη έμεινε στο σπίτι και η Αγγελικούλα ακολούθησε τους δύο άντρες. Είχε πια αρχίσει να σκοτεινιάζει, και καθώς περνούσαν από την πόρτα της αυλής του θείου της, μέσα στο αμυδρό φώς της λάμπας της κολώνας, αντιλήφθηκε την κυρά Νίτσα να της κάνει κάποια χειρονομία με τον δείκτη πάνω στον κρόταφο σαν να της έλεγε: « Σου το είχα πει: Θα μου το πληρώσεις»…

Δημήτρης Μπούκουρας
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.