Το Πλεκτό II- της Τριανταφυλλιάς Ηλιοπούλου (προσχέδιο για την Εισαγωγή)



  
Πάει καιρός τώρα που τριγυρνάω σ’ αυτή την πόλη, και κάθε πρωί που ξυπνάω  το ρολόι του κόσμου είναι στο παρά πέντε. Το όνομά μου είναι Τόρες, η ορφανή Τόρες. Δεν έχω σπίτι, δεν έχω δουλειά, δεν ανήκω στο σύστημα. Ζω στο περιθώριο προσπαθώντας να μένω αόρατη. Ωστόσο δεν  έχω παράπονο, ζω καλά. Μαζεύω αυτά που οι άλλοι αφήνουν πίσω τους. Δεν είναι εύκολο, βέβαια, να μπαινοβγαίνω στην πόλη.  Κάποιες φορές πρέπει να τρέξω  να προλάβω την τελευταία ανοιχτή τράπεζα, για να μπορέσω να εξαργυρώσω το χαρτί που έχω βρει. Εννοείται πως δεν έχω καμία όρεξη να με πιάσουν με το χαρτί κάποιου που μόλις δηλώθηκε νεκρός στο σύστημα.
  
Δε φαντάζεσαι τι έχω συναντήσει μέσα στους δρόμους αυτής της σαθρής πολιτείας. Τα ανθρώπινα κορμιά στοιβάζονται σαν σκουπίδια στα πίσω δρομάκια, ενώ τα μεγάλα εμπορικά βουίζουν ολόλαμπρα μέσα σε μια αρρωστημένη γιορτινή διάθεση. Πάντα γιορτινή, πάντα ψεύτικη, πάντα.  Πριν λίγες μέρες μπήκα σε μια τράπεζα να εξαργυρώσω ένα πορτοφόλι γεμάτο χαρτονομίσματα και η ταμίας μπροστά μου ήταν πεθαμένη. Μελανιασμένη, σα να είχε πάθει καρδιακή προσβολή και κανένας δεν της έδινε σημασία. Πήγα στο διπλανό γκισέ προσπαθώντας να δείξω αδιάφορη, πήρα το χρυσάφι μου κι έφυγα.
  
Θυμάμαι σαν όνειρο τη μέρα που μας μάζεψαν όλους και μας έβαλαν στην ουρά να μας δηλώσουν , πάνε καμιά δεκαριά χρόνια από τότε. Το κάνουν θέμα μερικοί, αλλά δεν ήμουνα η μόνη που πήδηξε από τη γέφυρα και εξαφανίστηκε. Εκείνη τη μέρα ήταν που γνώρισα τον Σιμόν.
  
«Καλώς την καινούρια», μου γέλασε, ένας τύπος βρώμικος και αξύριστος, με αμέτρητα κακότεχνα τατουάζ στο σώμα και ένα δύστροπο βρέφος στην αγκαλιά του.
  
«Τράβα μάζεψε ξύλα αλλιώς η φωτιά θα σβήσει. Κι έτσι και η φωτιά σβήσει θα πάψουμε να είμαστε άνθρωποι, μικρούλα».
  
«Ότι διατάξεις, αφεντικό», του απάντησα με παιχνιδιάρικη διάθεση, κι όλα αυτά μου φαίνονταν τότε σαν ένα συναρπαστικό παιχνίδι.
  
Πέρασα εφτά χρόνια μαζί του, από γέφυρα σε γέφυρα και από πλατεία σε πλατεία. Οι περισσότεροι από μας ήταν πιτσιρικάδες, ναρκομανείς, άρρωστοι, οροθετικοί… είχαν απλά διαρρεύσει όπως κι εγώ. Ο κόσμος γύρω μας δεν είναι ο δικός μας κόσμος, είναι ο κόσμος των γονιών μας που τα έκαναν σκατά. Δεν έχουμε βλέψεις να διορθώσουμε τα πράγματα, δεν υπάρχουν τέτοιες ελπίδες πλέον. Το μόνο που μας μένει είναι να επιβιώνουμε κι αυτό ακριβώς κάνουμε. Τουλάχιστον αυτό προσπαθούμε.
  
Τον Σιμόν τον έκαναν κάρβουνο πρόπερσι, βρέθηκε ένοχος για εγκληματική πρόθεση και τον χτύπησαν απάνθρωπα . Αναρωτιέμαι αν έχουν μείνει πια άνθρωποι που χειρίζονται το Σύστημα, ή είναι αυτό από μόνο του που μας  δικάζει και μας καταδικάζει. Μα εγώ έχω μια άκρη, ξέρω κάτι που οι άλλοι δεν ξέρουν. Έχω να προσέχω τον μικρό Ιερεμία τώρα, κοντεύει 11 χρονών. Και ξέρω πως αυτό το παιδί, όπως κι εγώ, έχει ανοσία στο Σύστημα.
   
Μου είπαν πως οι γονείς μου έχουν πεθάνει. Ήταν εγκληματίες και εξαλείφτηκαν την πρώτη μέρα που μπήκε σε λειτουργία το Σύστημα. Εκείνη τη μέρα που κάποιοι την αποκαλούν  Εγκαίνια. Εμείς  τη λέμε η Πρώτη Επίθεση. Δεν παίρνω μέρος σε αυτό. Πρέπει να ήμουν μόλις λίγων ημερών όταν συνέβη. Ξέρω όμως πως κάτι δεν πήγε καλά. Κάτι με εμένα και κάποια άλλα παιδιά. Θα ζω κυνηγημένη όλη μου τη ζωή, δεν μπορώ να με φανταστώ να κάνω κάτι άλλο. Αλλά κάποια μέρα θα βρω την άκρη και θα τους τσακίσω. Προς το παρόν αυτό που ξέρω να κάνω καλύτερα απ’ όλα είναι να εξαφανίζομαι. Και αυτό θα κάνω και τώρα…

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.