Ιππότες



Η λέξη «ιππότης» προέρχεται από τη λέξη «ίππος» και με τους ιππείς, ξεκίνησε η ιπποτική τέχνη. Την εποχή της φεουδαρχίας, με τη φτώχεια να κυριαρχεί στο μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, όποιος μπορούσε να έχει στην κατοχή του ένα άλογο για να πολεμήσει, γινόταν ιππότης. 

Φυσικά, αυτή τη δυνατότητα την είχαν οι πιο εύποροι που μπορούσαν να συντηρούν ένα άλογο, το οποίο ήθελε πετάλωμα, σέλα, τροφή και καταφύγιο. 

Οι ευγενείς, λοιπόν, στους οποίους ο βασιλιάς είχε παραχωρήσει γη, ήταν επίσης ιππότες και οι δουλοπάροικοι αγρότες έπρεπε να τους εφοδιάζουν με σανό. 

Όλα άρχισαν την εποχή του αυτοκράτορα Ερρίκου Δ’, δηλαδή μετά το 1000 μ.Χ. και η τακτική αυτή κράτησε για αρκετούς αιώνες στη Γερμανία και στην Αγγλία, κυρίως όμως στη Γαλλία. 

Ήδη από την ηλικία των επτά ετών, κάθε ιππότης έστελνε τον γιο του σ’ ένα κάστρο για να εκπαιδευτεί. 

Λεγόταν μαθητευόμενος ακόλουθος ή αλλιώς νεαρός ιπποκόμος και έπρεπε να υπηρετεί τις κυρίες, να κρατάει την ουρά του φορέματός τους ή να τους διαβάζει δυνατά. 

Όταν ο μαθητευόμενος γινόταν δεκατεσσάρων, προβιβαζόταν σε ακόλουθο. 

Δεν ήταν πια υποχρεωμένος να μένει στο κάστρο και να κάθεται δίπλα στο τζάκι, αλλά μπορούσε να συνοδεύει τον ιππότη του, στο κυνήγι ή στον πόλεμο. 

Οι υποχρεώσεις του ακόλουθου ήταν να κουβαλά την ασπίδα και το ακόντιο του ιππότη και την ώρα τα μάχης να είναι σε ετοιμότητα για να του δώσει το δεύτερο κοντάρι, αν το πρώτο έσπαγε. 

Έπρεπε να είναι υπάκουος και πιστός στον κύριό του και φυσικά να εκπαιδεύεται στα όπλα. 

Αν αποδεικνυόταν γενναίος και αφοσιωμένος, τότε με τη σειρά του χριζόταν ιππότης μόλις γινόταν είκοσι ενός. 

Η τελετή της αναγόρευσης ήταν ιδιαίτερα επίσημη. 

Ο ακόλουθος έπρεπε να κάνει νηστεία και να κοινωνήσει στο παρεκκλήσι του κάστρου. 

Μετά γονάτιζε ανάμεσα σε δύο μάρτυρες με όλο τον εξοπλισμό, αλλά χωρίς περικεφαλαία, σπαθί και ασπίδα.

Ο κύριός του, που τον έχριζε ιππότη, τον ακουμπούσε σε κάθε ώμο και στο λαιμό με την επίπεδη επιφάνεια του σπαθιού και απήγγειλε τα εξής: 

"Εις το όνομα του Χριστού και της μητέρας του Μαρίας Δέξου το πλήγμα αυτό και ποτέ άλλο. Να είσαι γενναίος, ενάρετος και δίκαιος, καλύτερα ιππότης παρά σκλάβος"

Τότε μπορούσε να σηκωθεί. Δεν ήταν πια ακόλουθος, αλλά ιππότης που μπορούσε πλέον, όταν θα είχε δικούς του ακολούθους, να δίνει και αυτός το χρίσμα. 

Του παρέδιδαν με κάθε επισημότητα το σπαθί και την περικεφαλαία, του έβαζαν την ασπίδα στο μπράτσο και χρυσά σπιρούνια στις μπότες, και με το πολύχρωμο λοφίο του και το πανίσχυρο κοντάρι του, τον άλικο μανδύα του πάνω από αλυσιδωτό θώρακα, ανέβαινε στο άλογό του και, συνοδευόμενος πια από τον δικό του ακόλουθο, ξεκινούσε για να αναδειχθεί άξιος κάτοχος του τίτλου του.


Ο κώδικας της ιπποσύνης 


Ο ιππότης ήταν κάτι παραπάνω από έναν απλό, έφιππο πολεμιστή. 

Ήταν μέλος μιας τάξης, όπως οι μοναχοί. 

Ο σωστός ιππότης δεν ήταν μόνο γενναίος, αλλά έπρεπε να υπηρετεί τον Θεό με τη δύναμή του. Καθήκον του ήταν να προστατεύει τους αδύναμους και ανυπεράσπιστους, τις γυναίκες, τους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά. 

Στον κύριό του, το φεουδάρχη, όφειλε απόλυτη υπακοή. 

Για χάρη του έπρεπε να τολμήσει τα πάντα. 

Δεν έπρεπε να είναι ούτε βάρβαρος, αλλά ούτε και δειλός. 

Τους ηττημένους αντιπάλους δεν έπρεπε ποτέ να τους ταπεινώνει. 

Όταν ένας ιππότης αγαπούσε μια γυναίκα, έδινε προς τιμήν της μάχες και αναζητούσε μεγάλες περιπέτειες για να δοξάσει το όνομά της. 

Την πλησίαζε μόνο με σεβασμό και έκανε ό, τι του ζητούσε. 

Σε περιόδους ειρήνης, ο ιππότης έδειχνε τη δεξιοτεχνία του σε ιπποτικούς αγώνες, γνωστούς ως κονταρομαχίες. 

Σε αυτούς συγκεντρώνονταν ιππότες από διάφορες χώρες για να δοκιμάσουν τη δύναμή τους. Φορώντας την πανοπλία τους, καβαλίκευαν το άλογό τους και ρίχνονταν με ορμή στον αντίπαλό τους, βάζοντας τα δυνατά τους για να τον ρίξουν με το κοντάρι, από το άλογο. 



Οι Σταυροφορίες 


Βασικό καθήκον των ιπποτών ήταν να πολεμούν για τον Θεό και τη χριστιανοσύνη. 

Δεν άργησαν λοιπόν να βρουν μια εξαιρετική ευκαιρία. 

Ο Πανάγιος Τάφος, ο τάφος του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, ήταν όπως ολόκληρη η Παλαιστίνη, στα χέρια των Αράβων. 

Τότε ο Πάπας υπενθύμισε στους Χριστιανούς ιππότες το καθήκον τους να βοηθήσουν να απελευθερωθούν οι Άγιοι Τόποι και δεκάδες χιλιάδες ιππότες αναφώνησαν: «Είναι θέλημα Θεού!»





Η εκπαίδευση, ο κώδικας και η «αφοσίωση» στο Θεό

Οι Ιππότες αποτελούσαν ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα τάγματα της εποχής του Μεσαίωνα. 
Ιππότες είχαν τη δυνατότητα να γίνουν ευγενείς ή άνθρωποι, οι οποίοι είχαν ένα κομμάτι γης, ένα άλογο και μπορούσαν να πολεμήσουν. 
Παρόλο που ήταν «ευγενείς» και άνθρωποι αφοσιωμένοι στο Θεό, καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας πραγματοποίησαν ανείπωτα εγκλήματα. 
Το σύστημα της φεουδαρχίας, λοιπόν, συνέχιζε να υπάρχει και έφτασε στο αποκορύφωμα του με την ίδρυση του τάγματος των ιπποτών. Κι αυτό διότι, υπήρχαν οι δουλοπάροικοι, που έπρεπε να φροντίζουν τα άλογα και τη γη του ιππότη.

Εκπαίδευση 

Σχεδόν σε όλη τη Δ. Ευρώπη και ιδίως σε χώρες όπως Γερμανία, Αγγλία και Γαλλία, ακολουθούσαν μια συγκεκριμένη μέθοδο εκπαίδευσης των ιπποτών. 
Η μέθοδος αυτή εμφανίστηκε κυρίως μετά το τέλος του 10ου αιώνα. 
Οι ιππότες έστελναν τα παιδιά τους μετά την ολοκλήρωση 7 χρόνων ζωής τους σε κάποιο κάστρο, για να εκπαιδευτούν. 
Στο πρώτο στάδιο της εκπαίδευσης τους και μέχρι να φτάσουν στην εφηβεία, οι μαθητευόμενοι έπρεπε να υπηρετούν τις κυρίες της αυλής. 

Στο δεύτερο στάδιο της εκπαίδευσης, συνήθως στα δεκατέσσερα χρόνια, οι εκπαιδευόμενοι μετατρέπονταν σε ακόλουθοι. 
Πλέον δεν ήταν αναγκασμένοι να παραμένουν στο κάστρο, αλλά να ακολουθούν τον ιππότη τους και να τον συνοδεύουν όπου αυτός επιθυμούσε, κυρίως στον πόλεμο. 
Η αξία των ακόλουθων φαινόταν κυρίως σε αυτό το κομμάτι της εκπαίδευσης, καθώς μέσα σε στιγμές πίεσης και καταστροφής, έδειχναν την αφοσίωση τους. 
Μια σημαντική δουλειά τους ήταν να φέρνουν καινούργια όπλα (ακόντια) στους ιππότες σε περίπτωση, που έσπαγε το πρώτο και να τους κουβαλούν την ασπίδα, όταν τελείωνε η μάχη. Προφανώς σε αυτό το στάδιο γινόταν και η εκπαίδευση με τα όπλα.

Σε περίπτωση που ήταν αφοσιωμένοι στον κύριο τους και είχαν έφεση στα όπλα, χρίζονταν ιππότες στην ηλικία των 21.

Η τελετή

Η τελετή για το χρίσμα του ιππότη ήταν ιδιαίτερα επίσημη και το σημαντικότερο κομμάτι της ήταν η αφοσίωση στο Θεό. 
Ο μελλοντικός ιππότης έπρεπε να κάνει νηστεία και να κοινωνήσει. 
Στη συνέχεια γονάτιζε με τον εξοπλισμό του ο πρώην, πλέον, αφέντης του και τον έχριζε ιππότη με την πλάγια επιφάνεια του σπαθιού του ακουμπώντας και στους δύο ώμους. 
Απήγγειλε δε τα εξής λόγια: «Εις το όνομα του Χριστού και της μητέρας του Μαρίας Δέξου το πλήγμα αυτό και ποτέ άλλο. Να είσαι γενναίος, ενάρετος και δίκαιος, καλύτερα ιππότης παρά σκλάβος.»

Πλέον δεν ήταν ακόλουθος αλλά πραγματικός ιππότης με δικό του ακόλουθο. Του παραχωρούνταν ο εξοπλισμός και είχε τα δικά του καθήκοντα να εκτελέσει.

Ο κώδικας

Οι ιππότες δεν ήταν απλοί πολεμιστές. 
Αποτελούσαν μέρος της κοινωνικής τάξης, όπως οι μοναχοί. 
Πέρα από την γενναιότητα στη μάχη, ο ιππότης έπρεπε να είναι και προστάτης των ανυπεράσπιστων και του δικαίου. 
Επίσης, όφειλε να υπακούει οτιδήποτε του έλεγε ο φεουδάρχης, στον οποίο ανήκε. 
Δεν έπρεπε να φτάνει στα άκρα ποτέ, να είναι ευγενής και όχι βάρβαρος αλλά ούτε και δειλός. 
Όσον αφορά τους αντιπάλους του, δεν έπρεπε να τους ταπεινώνει μετά τη μάχη.

Παρά τον κώδικα και όλα όσα πίστευαν οι ιππότες, υπήρχαν πολλές περιπτώσεις που όχι μόνο δεν ήταν χριστιανοί, αλλά ξεπερνούσαν τα όρια της βαρβαρότητας. 
Τρανταχτό παράδειγμα είναι αυτό των Σταυροφοριών, που οι ιππότες βρήκαν την ευκαιρία για το θέλημα του Θεού να πάρουν πίσω τους Αγίους Τόπους. 
Τα χρόνια εκείνα όχι μόνο δεν ακολούθησαν το δρόμο του Χριστιανισμού, αλλά κατέσφαξαν πολύ κόσμο στο όνομα του. 
Τόσο, που αρκετές πόλεις έμειναν χωρίς μουσουλμάνους κατοίκους, λόγω σφαγών και άλλων εγκλημάτων. 
Παρόλα αυτά, μετά τις σφαγές ακολουθούσε νηστεία έτσι ώστε να συγχωρεθούν οι αμαρτίες τους.



Υπό την αρχηγία του Γάλλου ιππότη, Γοδεφρείδου της Μπουγιόν, ξεκίνησε ένας μεγάλος στρατός, ο οποίος προχώρησε κατά μήκος του Δούναβη προς την Κωνσταντινούπολη, διέσχισε τη Μικρά Ασία και έφτασε τελικά στην Παλαιστίνη. 

Οι ιππότες και οι ακόλουθοί τους είχαν ραμμένους στους ώμους του κόκκινους σταυρούς από ύφασμα και ονομάστηκαν Σταυροφόροι. 

Όταν έπειτα από πολύχρονες μάχες και απίστευτες κακουχίες έφτασαν έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, λένε πως, αντικρίζοντας από κοντά την Ιερή Πόλη, η συγκίνησή τους ήταν τέτοια που έσκυψαν κλαίγοντας και φίλησαν το χώμα. 

Μετά πολιόρκησαν την πόλη. 

Τα αραβικά στρατεύματα αμύνθηκαν γενναία, αλλά τελικά οι ιππότες την κατέλαβαν. 

Μόλις όμως μπήκαν στην Ιερουσαλήμ δεν συμπεριφέρθηκαν ούτε ως ιππότες, ούτε ως Χριστιανοί. Κατέσφαξαν όλους τους μουσουλμάνους και διέπραξαν φρικτές βαρβαρότητες. 

Βιασμούς, ακρωτηριασμούς, λεηλασίες και ταπεινώσεις του αντιπάλου, ήταν μερικές από τις βιαιότητες των σταυροφόρων ιπποτών, που ξέχασαν τους όρκους τους. 

Στη συνέχεια έκαναν μετάνοιες και, τραγουδώντας ψαλμωδίες, προχώρησαν ξυπόλυτοι προς τον τάφο του Χριστού.

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.