Όταν Έρχεται


 Όταν έρχεται, σηκώνει σκόνη στο δρόμο και κύματα στη θάλασσα και βάφει τον ουρανό μενεξελή και φούξια και ροδοκίτρινο. Οι βουνοκορφές μοιάζουν πιο κοφτερές, γαρνιρισμένες με άσπρο αφρό από αιθέρα και καμιά φορά φαντάζομαι πως τα πουλιά το ξέρουν, για αυτό πετούν πιο γρήγορα, μα μάλλον σφάλλω κι είναι παιδιάστικη η σκέψη μου.
 Όταν έρχεται, γίνομαι ξανά κοριτσάκι με δυο μακριές ξανθές κοτσίδες που τις πατάω όταν κάθομαι και φουστάνι που διπλώνει και ξεδιπλώνει κάτω από τα ακούραστα χέρια μου. Ψάχνω να βρω μια ολιά λογική, μα τη χάνω όλη και για να αμυνθώ από αυτό, μονάχα προτάσσω το κάτω χείλος σε ένα απεγνωσμένο κατσούφιασμα. Από την άλλη πλευρά του τζαμιού, βλέπω τον εαυτό μου κι η ελπίδα μου ξεθυμαίνει ολοένα και πιο βιαστικά, σαν να μου λέει, ξεμπέρδευε, τι ψάχνεις τώρα; Μήπως δεν ξέρεις; Κι εγώ κλείνω τα αυτιά μου με τις παλάμες και τραγουδάω, για να μην το ακούω.
 Μα τρέμει η γη, όταν έρχεται, θαρρείς κι είναι μια μεγάλη ατμομηχανή που φτάνει στους παλιούς, σκονισμένους σταθμούς της ερήμου, τόπους αφιλόξενους που κατοικούνται από γραφικούς ανθρώπους σε μια ξεχασμένη καρτ-ποστάλ που παράπεσε πίσω από ένα ερμάρι. Και με κλειστά αυτιά και μάτια, το νιώθω να φτάνει και το στομάχι μου δένεται σε έναν όμορφο φιόγκο που με κοροϊδεύει, γυρίζει από δω, από κει και με παρακαλάει, πάρε μια ανάσα κι η αναπνοή μου γατζώνει στο στέρνο μου και γρατζουνάει και καίει και θέλω να την φτύσω μα την καταπίνω. Σφαλίζω τις πόρτες, καρφώνω τα παράθυρα κλειστά, όταν έρχεται, με σανίδια και κόλλα και σίδερα και τρυπάω τα δάχτυλά μου πάλι μα δεν λογαριάζω τίποτα. Κι έπειτα στέκομαι με την πλάτη ακουμπισμένη στο πορτόφυλλο και μάτια άδεια και κρεμασμένα στο κενό και νιώθω το στόμα μου να στεγνώνει. Ξέρω πως έχω χάσει.
 Όταν έρχεται, παίρνει μαζί όλα τα κορίτσια κι όλα τα αγόρια κι όλα τα λουλούδια και νομίζω πως είναι συνεννοημένα, ήρωες σ'ένα τεράστιο θεατρικό κι όλους τους νιώθω και τους εννοώ και τους πονάει η καρδιά μου. Το στήθος μου σκιρτά και βουρκώνω στην παραμικρή κίνηση, στο βλέμμα ή το μισόλογο γιατί όλα είναι ακριβά και καίνε γραμμές με πυρωμένο σίδερο ανάμεσα στα πλευρά μου. Μόλις αρχίζει να τσουρουφλίζει, όμως, τρέχω. Και τα πόδια μου στην αρχή πετάνε, δεν ακουμπούν το χώμα μα μετά από λίγο βαραίνουν απότομα, γίνονται πιο αληθινά κι αρχίζουν να μπλέκονται, να μπλέκονται και να μπουρδουκλώνονται και μπερδεύομαι και πέφτω κι όταν πέφτω δεν ξέρω να σηκωθώ, δεν ξέρω τι με έχει χτυπήσει. Απεύχομαι να πέσω πάντα πριν τρέξω γιατί θα θέλω να κάτσω κάτω και θα το μετανιώνω πριν και μετά, αλλά τότε ξαπλώνω μπρούμυτα στο γρασίδι και μυρίζω τις μαργαρίτες μέχρι να ματώσει η μύτη μου.
 Όταν έρχεται, περιμένω στο σταθμό με πρόσωπο κέρινο, παραφίνη με μαύρες λακούβες στα μάτια και ξερό κόκκινο λεκέ εκεί που είναι τα χείλη. Νιώθω τα μάγουλά μου να βουλιάζουν μέρα με τη μέρα, την ωμοπλάτη μου να γίνεται πιο αιχμηρή, σαν να μεγαλώνουν φτερά από μέσα, σαν άσχημος, πρόωρος κύκνος που δεν κάνει για τίποτα, μήτε να περπατήσει, μήτε να πετάξει- ή ίσως, σαν σκουριασμένο σύρμα, η μάντρα στη χωματερή μα αυτό δεν αγαπώ να το σκέφτομαι. Τα χέρια μου είναι παγωμένα, μισοζωντανά σπουργίτια, μικροσκοπικά και κουρνιασμένα στις τσέπες, γυρεύοντας λίγη ζεστασιά, τα πέλματά μου είναι καρφωμένα στο έδαφος, λαχανιάζω ακίνητη, η τραχεία μου αναφλέγεται, ο σφυγμός μου αραιώνει ακατάστατα κι ύστερα σπεύδει, δε συγκρατείται. Κι όσο να μη μπορώ να ορθώσω το κεφάλι μου, που γυρνά και γυρνά, υψώνω το βλέμμα όσο πάει. Μένω εκεί. Η αγωνία έχει γεύση στυφή, ματωμένη και νόστιμη. Λαχταράω να μπήξω τα δόντια μου μέσα. Όσο περνά η ώρα, δεν ξέρω τι μου γίνεται.
 Όταν έρχεται, προσμένω με φλεγόμενα, βαθουλωμένα μάτια, στεγνά μήλα και ζωγραφισμένο ένα μειδιάμα σχεδόν ίσιο. Η πλάτη μου είναι μια ευθεία γραμμή. Δεν τρέμω. Μη με κοιτάς έτσι, λέω. Ξέρω τι έκανες. Κι όσα λοξά βλέμματα και να μου ρίξεις, όσο κι αν γδάρει η ματιά σου το πάτωμα, μέχρι να σκάψει τα θεμέλια και ν'ανοίξει τρύπες στο χώμα, τίποτα δεν αλλάζει. Εγώ σε έχω κόψει σαν φρέσκο λουλούδι και σ'έχω κρατήσει στο χέρι μου, έχω ξεχωρίσει ένα ένα τα φύλλα σου ξεφλουδίζοντάς σε μέχρι τον πυρήνα. Ξέρω τι είσαι. Κι αντανακλάς το φως μιας αλήθειας που σε τρομάζει: απόψε ξημερώνει Δέκα Μάη, και Δέκα Μάη θα ξημερώνει πάντα.










 ΜΥΡΤΩ ΖΑΡΑ / ΜΥΡΤΏ ΖΆΡΑ
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.