Το αύριο ψήνεται σήμερα- της Τριανταφυλλιάς Ηλιοπούλου



Πάντα του άρεσαν οι μέρες που το ψωμί φούσκωνε αβίαστα. Μέρες νωπές, θερμές, γεμάτες αγαλλίαση και αναθυμιάσεις μαγιάς. Δεν ήταν κανας έξυπνος άνθρωπος ο Μανώλης και το ξερε. Κι όχι πως τον ένοιαζε δηλαδή, τα χέρια του ήταν πάντα πρόθυμα και ικανά, η τέχνη του ασυναγώνιστη. Ζύμωνε, έκοβε, έπλαθε, αναμείγνυε τα μπαχαρικά του και τα λογής στολίδια στο ζυμάρι. Πανδαισία. Ομορφιά στο άπειρο. Αυτό ήξερε να κάνει και το κανε καλλίτερα από τον καθένα. Οι ξηρές και κρύες μέρες τον τρόμαζαν, μια αγωνία, ένα άγχος βαρύ καθόταν στο στέρνο του. Θα φουσκώσει; Δε θα φουσκώσει; Κι ήξερε να μην το κοιτάζει, έτσι θα το ματιάσεις του χε πει η γιαγιά του και θα του πάρεις την ανάσα και δε θα φουσκώσει.

Τη νύχτα που πέθανε μέσα σε μια υγρή γεμάτη πρασινάδα λακκούβα, η θερμοκρασία ήταν τέλεια για το ιδανικότερο φούσκωμα. Το πτώμα μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο. Ανεξήγητα τα αίτια του θανάτου. Σαν να απέπνευσε απλά, οριστικά, γαλήνια. Κανένας δεν τον αναζήτησε το γερο- Μανώλη, οικογένεια και γνωστούς δεν είχε, ξένος σε ξένη πόλη. Τρεις μήνες μόλις δούλευε στο φούρνο του Παρορίτη. Ήρθανε κρύες μέρες στην πόλη. Σκοτεινές, στεγνές κι όλο μαυρίλα. Την άνοιξη η κόρη του φούρναρη παντρεύτηκε έναν νέο που αγαπούσε και λίγο μετά έμεινε έγκυος. Έκανε ένα αγόρι και το βάφτισε Μανώλη.

Πάντα του άρεσαν οι μέρες που το ψωμί φούσκωνε αβίαστα. Μέρες νωπές, θερμές, γεμάτες αγαλλίαση και αναθυμιάσεις μαγιάς. Ήτανε έξυπνο παιδί ο Μανώλης, σύντομα κατάλαβε πως ο πατέρας του δεν ήτανε πατέρας του. Κι όχι πως τον ένοιαζε δηλαδή, ο νους του ήταν ικανός και πρόθυμος κι η τέχνη του ασυναγώνιστη. Ζύμωνε, έπλαθε, αναμείγνυε ιδέες και συνειδήσεις. Πανδαισία. Ομορφιά στο άπειρο. Και ούτε μία μέρα δεν τον τρόμαζε... Μόνο ήξερε, από κάποια πρόγονο μυστήρια, πως για να αντρώσουν τα σπουδαία δε θέλουν κοίταγμα, θέλουν μονάχα να φουσκώσουν στον καιρό τους...


Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.