Σερενάτα για την Ιουλιέτα


Κάποιος που δεν ήξερε καλά την Ιουλιέτα θα έσπευδε κοντά της το συντομότερο δυνατόν, αν λάμβανε το τηλεφώνημα που εγώ έλαβα την Τρίτη το βράδυ. Μα εγώ είχα συνηθίσει σε αυτά τα ξεσπάσματα κι αν κάποτε έδινα μεγαλύτερη σημασία, είχα πια αρχίσει να κουράζομαι και, ομολογουμένως, να πλήττω. Πήρα το χρόνο μου να τελειώσω το φαγητό μου –στο κάτω κάτω, είχα πεθάνει της πείνας από το πρωί- να κάνω ένα μπάνιο, να ξυριστώ και να βάλω ένα καθαρό πουκάμισο, το μοναδικό μου πουκάμισο, πριν φύγω από το σπίτι. Η τελευταία ματιά στο ρολόι στο ταμπλό του Mazda, προτού σβήσω τη μηχανή και μπω στο οικόπεδο του συγκροτήματος διαμερισμάτων όπου έμενε η Ιουλιέτα, έδειξε πως είχε περάσει λίγο περισσότερο από μια ώρα από τη συζήτησή μας.
  Όταν έφτασα, καθόταν στο κρεβάτι της φορώντας κάτι που έμοιαζε με παλιομοδίτικο νεγκλιζέ κι ήταν αρκετά διάφανο ώστε να διακρίνω τα εσώρουχά της μέσα από το λευκό ύφασμα. Από την άνεση με την οποία είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι και κάπνιζε φυσώντας τον καπνό με ανοιχτό στόμα, ωστόσο, έκρινα πως –στα μάτια της, έστω- ήταν κανονικό ρούχο. ‘Τι σε έπιασε;’ ρώτησα, ήρεμος επειδή ήξερα τι θα ακολουθούσε αν ύψωνα τη φωνή μου. Η Ιουλιέτα σιχαινόταν το κάπνισμα, επειδή κιτρίνιζε τα δόντια και τα δάχτυλα και βρωμούσε. Το είχε κόψει μετά τα πρώτα εφηβικά χρόνια κι εξαιρώντας το περιστασιακό νυχτερινό τσιγάρο κάποιας ξέφρενης νύχτας που είχε ξεμείνει από εκείνα τα δεκαπέντε της, απέφευγε ακόμα και τους χώρους όπου σύχναζαν οι καπνιστές.
 ‘Δεν αντέχω άλλο’, είπε ξερά εκείνη. ‘Θέλω να φύγω.’
 Ήμουν αρκετά εξοικειωμένος με τις πομπώδεις δηλώσεις και τα δραματικά κρεσέντα αγανάκτησής της. Πάντοτε έτσι συμπεριφερόταν, περισσότερο λόγω ιδιοσυγκρασίας –ταπεραμέντο, το χαρακτήριζε κατ’ ευφημισμόν εκείνη- παρά ανατροφής. Τη θυμόμουν εξάχρονο κοριτσάκι με κάτι μακριές, χαλκόξανθες κοτσίδες, να πετάει την τσάντα της από το παράθυρο του πρώτου και τελευταίου ορόφου του συνοικιακού δημοτικού σχολείου σε μια κρίση απελπισίας όταν δεν κατόρθωνε να γράψει σωστά την αλφάβητο. Τη θυμόμουν να βάζει τα κλάματα στη μέση της Πλατείας, στο κέντρο της πόλης, τα γόνατά της να λυγίζουν και να κάθεται χάμω μαζί με τα περιστέρια και τα σκουπίδια, δίχως να τη νοιάζει αν βρισκόταν σε περίοπτη θέση κι οι περαστικοί την έδειχναν. Τη θυμόμουν να χοροπηδάει από το ένα κρεβάτι του δωματίου στο άλλο με τόση δύναμη που ισορροπούσε στιγμές ολόκληρες στον αέρα ανάμεσά τους πριν προσγειωθεί, σε μια παράκρουση άγριου ενθουσιασμού, με ένα χαμόγελο τόσο τεράστιο που γινόταν σχεδόν τρομακτικό στο μικρό, λεπτό πρόσωπό της. Όλες αυτές οι λατρεμένες αναμνήσεις με είχαν προδιαθέσει απέναντι στην κατάσταση που θα έβρισκα στην καμαρούλα, που μύριζε πατσουλί κι ήταν γεμάτη στίβες από βιβλία κάποιων -έριξα μια ματιά- Καμύ και Προυστ κι άλλων παλικαριών που δεν αναγνώριζα, κάποια τόσο παλιά και κακοδιατηρημένα που είχαν χωριστεί στη μέση. Έπιασα ένα στο χέρι μου και το γύρισα ανάποδα. Το οπισθόφυλλο του τόμου που ήταν επενδυμένος με φτηνή, φθαρμένη δερματίνη ήταν κενό. Το έβαλα στη βιβλιοθήκη.
 Η Ιουλιέτα διάβαζε πολύ, παλιότερα. Πράγματι της άρεσε: τα θεατρικά έργα, οι ποιητικές συλλογές και τα δοκίμια την έκαναν χαρούμενη. Φλυαρούσε για τις ιδέες και τα συμπεράσματά της που, μάλιστα, πρέπει να ήταν αρκετά πρωτότυπα κι εύστοχα, κρίνοντας από την ευχάριστη έκπληξη με την οποία τα αντιμετώπιζαν οι καθηγητές της. Εγώ είχα αφήσει το σχολείο κι ήδη δούλευα όταν η Ιουλιέτα γράφτηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη. Κάθε απόγευμα γύριζε με έναν πάκο συγγράμματα τα οποία ξεφύλλιζε πυρετωδώς, σφηνωμένη πίσω από το γραφείο της. Μιλούσε τόσο πολύ για όλα τούτα που είχαμε αρχίσει να την αποφεύγουμε όλοι, μολονότι αναγνωρίζαμε ότι δεν το έκανε από έπαρση μα από γνήσιο ενδιαφέρον που προσέγγιζε την εμμονή. Τον τελευταίο ένα χρόνο, περίπου, όμως, η αγάπη της για τη μελέτη είχε ξεθυμάνει. Κρατούσε όλα της τα βιβλία σε πανύψηλους σωρούς στο δωμάτιό της κι ας εμπόδιζαν και καταλάμβαναν τόσο χώρο, μόλο που ήταν τακτική. Για να τα βλέπει, πίστευα, να νομίζει πως διαβάζει συχνότερα και το αφηρημένο περιστασιακό ξεφύλλισμα σημαίνει πως τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ωστόσο, αυτή τη φορά, διέκρινα μια ανεπαίσθητη αλλαγή. Είτε στο κλίμα, την ατμόσφαιρα του δωματίου, είτε στο βλέμμα της που ήταν πιο σταθερό, πιο σοβαρό από τις άλλες.
 ‘Φύγε, λοιπόν,’ αντέκρουσα αμέσως. ‘Πήγαινε για διακοπές. Τα πούλμαν που κατεβαίνουν στην παραλία είναι φτηνά αν τα κλείσεις δύο βδομάδες πιο πριν, μου το έλεγε μια κυρία που ήρθε στο συνεργείο. Νοικιάζουν δωμάτια, χωρίς πρωινό βέβαια, μα αυτό δεν είναι πρόβλημα, στο Μαύρο Βράχο. Πήγαινε τρεις μέρες, να κάνεις μπάνια στη θάλασσα, να ηρεμήσεις, να πάρεις λίγο χρωματάκι..’
 ‘Εννοώ να φύγω από εδώ. Αν ξυπνήσω άλλη μια μέρα σε αυτό το ηλίθιο μέρος, θα πάθω νευρικό κλονισμό.’
 ‘Τι εννοείς; Ιουλιέτα, πότε ήταν που μου έλεγες πως ανυπομονείς να μπει το φθινόπωρο και να πας σε ακροάσεις; Πως σίγουρα θα σε πάρουν φέτος κι αν πάρεις καλό ρόλο, θα πας να μείνεις αλλού; Το Σαββατοκύριακο, δεν ήταν;’
 ‘Δεν πρόκειται να πάρω ρόλο. Το ξέρω. Και μετά θα πρέπει να μείνω στη Γούβα ως το Γενάρη κι εγώ δεν αντέχω άλλο.'
 Η Γούβα ήταν το χαμηλότερο κομμάτι της κωμόπολης, το πιο δυτικό, που βρισκόταν στους πρόποδες του βουνού κι ήταν παλιά βάλτος. Εκεί μέναμε, εκεί είχαμε μεγαλώσει. Δεν ήταν το πιο όμορφο μέρος του κόσμου, σίγουρα –όχι ότι κάποιος από τους δυο μας είχε επισκεφθεί άλλα μέρη από την Μεγάλη Πόλη και τις έξι κωμοπόλεις γύρω της, μαζί και τη δική μας, εκτός από τους Καταρράκτες, πενήντα χιλιόμετρα μακριά, όπου μας είχαν πάει εκδρομή όταν είμαστε ακόμα μικρά παιδιά. Εκεί, μάλιστα, αυτό μπορεί και να ήταν το πιο όμορφο μέρος- μα ήταν το Σπίτι, το Μέρος μας. Ήξερα πως η Ιουλιέτα θα ήθελε να φύγει, στο Αόριστο Μέλλον, την βελουδένια, διάστικτη με αστέρια κουβέρτα που απλωνόταν μπροστά μας μα ποτέ δεν την είχα ακούσει να εκφέρεται κατά του τόπου μας. Ήταν παράξενη, ναι, είχε τις ιδιορρυθμίες και τις ακατάληπτες ιδέες της. Ακόμα, ήταν επιλεκτικά προληπτική. Φοβόταν τους σπασμένους καθρέφτες μα λάτρευε τις μαύρες γάτες και πίστευε ότι είχε μείνει κοντή επειδή παίζαμε Μακριά Γαιδούρα στη σάλα πριν καν πάμε σχολείο, αγνοώντας ότι ήταν πάντα η πιο μικροκαμωμένη, είτε από την περιστασιακή ανέχεια, είτε χάρη στο σκαρί της.
 Παρά την καλλιτεχνική της φλέβα, δεν ήταν άθεη: ευτυχώς, γιατί δεν μπορούσα να φανταστώ πώς θα αντιδρούσαν οι Καλόγριες σε κάτι τέτοιο. Σίγουρα είχε ξανασυμβεί μα μέχρι τα δεκαέξι μας, κανένα από τα εικοσιδύο παιδιά του Ιδρύματος δεν είχε εκφράσει μεγαλόφωνα αντιθρησκευτικές πεποιθήσεις. Είμασταν όλοι τρομερά ευσεβείς προς τις Αδελφές, που με θυσίες μας είχαν μεγαλώσει, τόσες και περισσότερες από όσες θα είχαν αναγκαστεί να κάνουν οι γονείς μας για εμάς αν ζούσαν ή αν μας είχαν κρατήσει. Άκουγα πολλά κακά για τον Κλήρο και την Εκκλησία μεγαλώνοντας, μα στον όροφο με τις καμαρούλες τους η σόμπα δεν έκαιγε ποτέ, απεναντίας, επικρατούσε ψύχος που έκανε δυσβάσταχτη κάθε επίσκεψή μας εκεί. Όλες ήταν αδύνατες, με βαθουλωμένα μάγουλα και μάτια σκιασμένα με μαύρους κύκλους και, παρ'όλα αυτά, οι περισσότερες έμοιαζαν με παιδούλες. Τους χειμώνες που το φαγητό κάθε άλλο παρά περίσσευε - και δεν ήταν λίγοι, αυτοί οι χειμώνες, χάρη στα πενιχρά κρατικά επιδόματα και τις ελάχιστες χρηματικές δωρεές, σε μια συνοικία που ήδη έπασχε και χώλαινε, με τους περισσότερους δρόμους της ακόμα άστρωτους και το περιστασιακό τηλεοπτικό ρεπορτάζ να χαρακτηρίζει μεγάλο μέρος των σπιτιών "ακατάλληλα προς διαβίωση", χάρη στα σαθρά θεμέλια και το αμφιβόλου ποιότητας νερό που παρεχόταν- δεν τις έβλεπες ποτέ να τρων' στην μεγάλη τραπεζαρία, μονάχα να πίνουν καφέ ή κακάο, ίσως συνοδευόμενα από κάποιο ξεροκόμματο. Οι πιο τολμηροί τις ρωτούσαν κι εκείνες αποκρίνονταν, νηστεύομε σήμερα. Κι ήταν φορές που η νηστεία κρατούσε μέρες και συνέπιπτε με την επίσκεψη του Αρχιιερέα από την Πόλη, μέσα σε ένα μεγάλο αμάξι με σκούρα τζάμια και την Ηγουμένη να ψιθυρίζει, νομίζοντας πως δεν ακουγόταν γιατί είχε γεράσει κι ήταν μισόκουφη, 'δεν τους δίνουμε τίποτα, Πάτερ, έχουμε μόνο πατάτες και ζυμάρι. Έχουν ένα μήνα να φάνε κρέας.'
  Όχι, η Ιουλιέτα πίστευε στο Θεό, είχε ένα μεγάλο εικόνισμα του Εσταυρωμένου στον τοίχο της κι είχε κάνει τατουάζ ένα σταυρό χαμηλά στη μέση της, πολύ χαμηλά, κατά την ταπεινή μου άποψη. Της το είχα πει: πάντα της έλεγα την άποψή μου, είτε της άρεσε είτε όχι εκείνο που άκουγε. 'Άφησες τον Τζάκομο', της είχα πει, 'να σου κάνει αυτό το πράμα και μάλιστα εκεί' κι εκείνη ανασήκωσε τους ώμους κι είπε πως ήμουν συντηρητικός κι ένα παιδί, μια συνηθισμένη κατηγορία που εξέφερε ενταντίον μου, ακόμα κι αν είχα γεννηθεί σχεδόν ένα χρόνο πριν από εκείνη και στο σχολείο πήγαιναμε στην ίδια τάξη μονάχα επειδή ποτέ δεν υπήρχαν περισσότεροι από δύο δάσκαλοι στη Γούβα.
 Ο Τζάκομο ήταν ένας μετανάστης από τη Σικελία, ένας μελαχρινός νεαρός, στα δικά μου τουλάχιστον μάτια, αγροίκος- δεν ήξερε καλά καλά να μιλήσει κι είχε χαλάσει τις μισές κοπέλες της γειτονιάς, ως κι εκείνες που ήταν εμφανέστατα δεκατριών χρονών. Σχεδίαζε όμως διαβολεμένα καλά, είχε ζωγραφίσει μια τεράστια Μαντόνα ζωσμένη με εκατό κρίνους στον τοίχο του παλιού βενζινάδικου απέναντι από το Λύκειο κι είχε ένα πονεμένο βλέμμα, σαν αληθινού κοριτσιού. Άθελά μου, τότε, είχα σκεφτεί τη μανούλα μου και τη μοναδική φωτογραφία της που είχε, που μου είχε δώσει η Αδελφή Πία, όταν έκλεισα τα δεκατέσσερά μου χρόνια.
 Ο Τζάκομο είχε φτάσει στη Γούβα μέσα σε μια βάρκα σαν καρυδότσουφλο, από τις τόσες που ξεμάκραιναν από τα παράλια κάθε μέρα την εποχή εκείνη κι ήταν ξερακιανός και λίγο τρομακτικός, με σκούρα φρύδια που σμίγαν στη μέση, μα είχε μάτια ολοπράσινα. Αλήθεια, έπρεπε να είναι λάθος της φύσης κάποιος τόσο μαύρος να έχει μάτια σαν ποτάμι σε κάρτ-ποστάλ, αυτές τις παλιομοδίτικες, σκονισμένες φωτογραφίες που  ξεθώριαζαν εδώ και χρόνια στη βιτρίνα του Βιβλιοπωλείου στην Μεγάλη Πλατεία. Στο Ορφανοτροφείο δεν τον δέχονταν, γιατί κόντευε δεκαεφτά χρονών και δεν είχε χαρτιά. Οι Καλόγριες τον ήθελαν μα η νομοθεσία είχε γίνει σφιχτή κι έτσι αναγκάστηκαν να περιοριστούν στο να του δίνουν πακέτα με ρούχα και κονσέρβες και να του βρουν μια δουλειά στο συνεργείο όπου τελικά κατέληξα και ο ίδιος, δύο χρόνια αργότερα. Έκανε το βαφέα, μα άρπαζε μπογιές και εργαλεία κι αυθαίρετα παρενέβαινε εικαστικά σε αυτοκίνητα που δεν είχαν αναζητηθεί από τους κατόχους τους για πολύ καιρό στη Μάντρα, με αποτέλεσμα να τον κρατήσουν για λιγότερο από τρεις μήνες κι έπειτα να τον ξαποστείλουν άρον άρον.
 Τότε, ώ του θαύματος, ο Τζάκομο εμφανίστηκε με κάποια παράξενα σύνεργα που τα μάτια μας πρώτη φορά αντίκριζαν και σίγουρα κόστιζαν μια περιουσία που δεν ήθελα να ξέρω πώς έφτασε στα χέρια του και ξεκίνησε να κάνει τατουάζ στους νέους της συνοικίας. Κανένας άλλος δεν είχε παρουσιαστεί ως ειδικός σε αυτό τον τομέα και, όσο κι αν πίστευα πως στην πραγματικότητα άνηκε στο Αναμορφωτήριο Ανηλίκων στα Γκρεμενάδικα, αναγνώριζα την εξοχότητα του ταλέντου του. Τα πρώτα τατουάζ που βλέπαμε εκτός της οθόνης εμφανίστηκαν στις γάμπες και τα πλευρά μερικών τολμηρών. Παναγίες σαν εκείνη στον Τοίχο του Βενζινάδικου, μπάλες ποδοσφαίρου, αστεράκια και ονόματα, σχέδια κακόγουστα μα αληθοφανή. Αυτό που έκανε ήταν, μεν, παράνομο όμως του εξασφάλιζε τα προς το ζην κι αυτό αρκούσε. Το μονοπώλιο του Τζάκομο στην αγορά, ίσως συμπληρωματικά με κάποιο άλλο αθέατο εισόδημα, περισσότερο παράνομο από τα τατουάζ, τον έφερε τελικά στην ευχάριστη θέση να καταφέρει να ντύνεται σαν άνθρωπος, να αγοράσει δύο Πόλο μπλουζάκια που τα φορούσε με το γιακά σηκωμένο και ένα κοτλέ παντελόνι, αισχρό αλλά σίγουρα ακριβό. Από κοκαλιάρης και κακομοίρης, σαν ψωριάρικο σκυλί, έγινε ένας νεαρός άνδρας που φορούσε ρολόι και αγόρασε δικό του αμάξι.
 Με τον καιρό, γινόταν ολοένα και περισσότερο οφθαλμοφανές ότι ήταν αδύνατον τα σχεδιάκια του να ήταν τόσο κερδοφόρα, ας λεγόταν πως καθημερινά μπορεί να έβλεπε δέκα πελάτες. Ψιθυριζόταν, επίσης, πως πολλές κοπέλες ήταν ανήλικες και δεν είχαν λεφτά, μα κυκλοφορούσαν με ζωγραφίες στα σώματά τους και μάτια μαυρισμένα από το ξύλο που έτρωγαν στο σπίτι τους όταν ανακάλυπταν οι πατεράδες τους τα φτερά αγγέλου που είχε χαράξει κάποιο ανδρικό χέρι, υπό συνθήκες αμφιβόλου υγιεινής, ανάμεσα στα στήθη τους. Όπως κι αν είχε, κανένας δεν ενδιαφερόταν πια. Αυτά δεν ήταν ασυνήθιστα φαινόμενα και γεγονότα στη Γούβα.
 Οι Καλόγριες προσπαθούσαν να μας προστατέψουν από όλα τούτα. Σε ένα βαθμό, το κατόρθωναν: γνωρίζαμε, βέβαια, ότι των περισσότερων οι μητέρες ήταν ανήλικες, μπορεί και πόρνες ή εργαζόμενες στα καπηλεία και τα μπαρ του λιμανιού, μα κανένας δεν το έθιγε με τα συγκεκριμένα λόγια ποτέ. Κι αν κάποιος γινόταν αντιληπτός, σε μια στιγμή έντασης ή έναν τσακωμό, να φτύνει βαριά λόγια προς ένα άλλο παιδί του ιδρύματος, να τον αποκαλεί Πουτανόσπερμα ή Μπάσταρδο ή να βλασφημάει, το σίγουρο ήταν πως θα πήγαινε για ύπνο νηστικός και θα πλήγιαζε τα γόνατά του μπροστά στον Μικρό Χριστούλη με κομμάτια πράσινου σαπουνιού κολλημένα στα δόντια του. Η εριστικότητα και οι βωμολοχίες ήταν από τα λίγα πράγματα που δεν ήταν ποτέ ανεκτά εντός της Μονής και του Ιδρύματος. Κατά καιρούς περιμαζεύονταν κοπέλες, ακόμα και νεαροί, που είχαν 'ξεστρατίσει από το δρόμο του Θεού' και φιλοξενούνταν σε μια ξεχωριστή πτέρυγα, πάνω από το περιβόλι. Οι Μικροί τους βλέπαμε μόνο στο Φαγητό, φευγαλέα, να γευματίζουν σε έναν πάγκο που στηνόταν ειδικά για την περίσταση. Πιότερο καταλαβαίναμε την παρουσία τους από τη φωτιά που έκαιγε στη σόμπα και έβαφε πορτοκαλιά τα τζάμια του παραθύρου του πέτρινου χαμόσπιτου με τις ανταύγιες της: χωρίς αυτήν, η παράγκα ήταν μη βιώσιμη. Συνήθως ήταν κάτι κοριτσάκια με την κοιλιά στο στόμα ή λιπόσαρκα παιδιά, από δεκαέξι μέχρι είκοσι χρονών, που μετά βίας κρατούσαν τα μάτια τους ανοιχτά και το βλέμμα τους εστιασμένο. Καταλαβαίναμε τί συνέβαινε- μακριά από βρώμικες βελόνες, μας δασκάλευαν οι Αδερφές, μακριά από σκουριά και σύριγγες και ποτέ, ποτέ μην μιλάτε σε αγνώστους, μην αφήνετε να σας ακουμπάν, αν κάποιος απλώσει τα χέρια του πάνω σας φωνάξτε, φωτιά, φωτιά! γιατί ειδάλλως μπορεί να μην τρέξουν κοντά σας, ακόμα κι αν σας ακούσουν. Δίναν αυτές τις συμβουλές σε κορίτσια κι αγόρια, ώστε γινόταν σαφές πως πολλά είχαν δει, στα χρόνια που Υπηρετούσαν τον Κύριο.
 Έτσι, όταν η Ιουλιέτα εμφανίστηκε στην καμαρούλα μου, το πολύ ένα μήνα πριν αφήσω για πάντα το Ίδρυμα, στα δεκαεφτά μου για να συγκατοικήσω με τον Νικολάι και τον Πέτρο και κατέβασε το παντελόνι της μαζί με το εσώρουχό της σε μια βιαστική κίνηση, αποκαλύπτοντας έναν μεγάλο σταυρό με το όνομα, 'Μαρία-Ίλια' χαραγμένο δίπλα του καταλήγοντας στον κόκυγκά της, κόντεψα να βάλω τις φωνές.
 'Σσσσσ!' έκανε εκείνη ξαναμμένη. 'Μην πεις τίποτα!'
 'Τι κάνεις;' φώναξα ψιθυριστά. 'Τι στο διάβολο κάνεις;'
 'Ο Τζάκομο μου το έκανε. Πήρε δύο τάλιρα..'
 'Δύο τάλιρα μόνο για αυτό το πράγμα; Είναι', τα μάγουλά μου πύρωσαν, 'ίσα με την παλάμη μου.'
 'Του είπα ότι είναι για τη μαμά μου.'
 Δεν πείστηκα. 'Ιουλιέτα', αγρίεψα, 'άφησες τον Τζάκομο, τον Τζάκομο, για όνομα του Θεού, να ζωγραφίσει αυτή την αηδία και μάλιστα εκεί πέρα, με ποιός ξέρει τι βελόνες'-
'Ήταν καθαρές. Ήταν σε σελοφάν. Το είδα! Δεν με πιστεύεις; Δεν είμαι ανόητη.."
 "Θες να με πείσεις ότι δεν είσαι ανόητη ενώ έκανες αυτό το πράγμα;"
 "Δεν σου αρέσει;" νευρίασε η Ιουλιέτα και σήκωσε επιτέλους τα ρούχα της, καλύπτοντας ξανά τα οπίσθιά της. "Μην το κοιτάς! Εγώ νόμιζα ότι θα σου άρεσε. Για αυτό ήρθα να σου πω, αν θες μπορείς να κάνεις κι εσύ, μίλησα στο Τζάκομο για τη μαμά σου, του είπα-"
"Μίλησες στο Τζάκομο για τη μάνα μου;"
 Η Ιουλιέτα χλώμιασε. "Όχι, δεν κατάλαβες.."
Την πλησίασα τόσο που είδα τη σκιά μου να μαυρίζει το μουτράκι της κάτω από το αρρωστιάρικο λευκό φως της λάμπας φθορισμού.
"Πήγαινε στο δωμάτιό σου τώρα", της είπα με φωνή σιγανή κι επίπεδη σαν σκασμένο λάστιχο. "Να εύχεσαι να μην κόλλησες τίποτα από αυτό το σιχαμένο. Καληνύχτα."
"Όχι!" Δάκρυα ανέβλυζαν στα αμυγδαλωτά μάτια της, που διέφεραν ανεπαίσθητα σε χρώμα. Το ένα ήταν ανοιχτοκάστανο και το άλλο λαδί, με πιτσιλιές στην ίριδα. "Θα σου εξηγήσω, άκου-"

 Σπάνια χάνω την ψυχραιμία μου. Στο συνεργείο, με βάζουν να μιλάω με τους ιδιαίτερα ενοχλητικούς και πιεστικούς πελάτες επειδή είμαι ο μόνος που καταφέρνει να τους γαληνέψει, να τους κάνει καλά με γαλιφιές και ήρεμες κουβέντες. Είναι ελάχιστες οι περιστάσεις κι οι συζητήσεις που μπορούν να πυροδοτήσουν μια αντίδραση από μεριάς μου παρόμοια με εκείνης της νύχτας, που το φεγγάρι κρεμόταν από τον ουρανό σαν φλίδι. Σχεδόν όλες έχουν να κάνουν με τη μητέρα μου.
Όταν ήμουν οκτώ χρονών, έσπασα τη μύτη του Πεπονά, του αντιπαθητικού, κοκκινομούρη συμμαθητή μου με την ένρινη φωνή -"σαν να πουλάει πεπόνια στη λαΪκή αγορά", είχε αποφανθεί μια κοπελίτσα- για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Δεν σήκωνα ποτέ πολλά γύρω από αυτό το θέμα και, όντας από τους μόνους που είχαν γνωρίσει μια Μάνα στη ζωή τους, θεωρούσα ότι δικαιούμουν να φέρομαι κατά αυτό τον τρόπο.
"Τώρα θα ακούγεσαι ακόμα χειρότερα", είχα γρυλίσει καθώς έφτυνε το αίμα του πάνω στα πλακάκια της τάξης, λεκιάζοντάς το μωσαικό μαζί με τη συνείδησή μου. Είχα ζητήσει συγγνώμη μετά από δύο χρόνια. Οι τύψεις βάραιναν την καρδιά μου, πέτρινες και αναπόφευκτες. Δεν μπορούσα να σκέφτομαι τη Μάνα να με βλέπει να θρυμματίζω το χόνδρο ενός παιδιού που ήταν το μισό από εμένα.
 Από τότε ήμουν θεόρατος, για την ηλικία μου κι έπαψα να ψηλώνω όταν πάτησα τα δύο μέτρα. Στα δεκαεφτά μου, όταν στρίμωξα την Ιουλιέτα στην ντουλάπα με την ετοιμόρροπη πόρτα, ζύγιζα εκατό κιλά: περισσότερα από τα διπλάσια δικά της.
 "Δεν έχω να ακούσω τίποτα", γκάριξα και η φωνή μου ήχησε σε ολόκληρο τον όροφο, ανακλώντας στα πέτρινα πατώματα και σκίζοντας τη σιγαλιά της νύχτας. Ταυτόχρονα, έριξα μια γροθιά στην πόρτα της ντουλάπας τόσο δυνατή που έκανε το ξύλο να σπάσει στη μέση με έναν ξερό κρότο. "Εξαφανίσου. Μη σε βλέπω!"
  Η Ιουλιέτα είχε διπλώσει στα δύο σχεδόν κι έτρεμε ανεξέλεγκτα. Με μιας μετάνιωσα το ξέσπασμά μου. Πήγα να την ισιώσω, όπως είχε κουλουριαστεί, σαν τελικό σίγμα μα τινάχτηκε μακριά από τα χέρια μου. "Συγγνώμη, συγγνώμη", μουρμούρισε, δίχως να συναντά τη ματιά μου. Ήταν από τις ελάχιστες φορές που ήμουν μάρτυρας σε μια τόσο αληθινή, δίχως ίχνος δράματος, σκηνή από μεριά της κι αυτό με έκανε να πλημμυρίσω με ενοχές. Της σήκωσα το κεφάλι κι είδα πως η μύτη της είχε ανοίξει κι έτρεχε αίμα. Τότε συνειδητοποίησα πως και τα κότσια μου είχαν πληγιαστεί και πως είχα διαλύσει ολότελα τη ντουλάπα μου. Συγχρόνως, άκουσα την πόρτα να βροντάει και ξεχείλισα με ευγνωμοσύνη που η Ιουλιέτα την είχε κλειδώσει για να μου δείξει το νέο της απόκτημα.
 'Τί συμβαίνει;' φώναζε η Αδερφή Νίνα.
 Τα κορίτσια απαγορευόταν να συχνάζουν στα δωμάτια των αγοριών από μια συγκεκριμένη ώρα κι ύστερα μα, όσο μεγαλώναμε, ο κανόνας αυτός γινόταν πιο ελαστικός. Ωστόσο, δεν μπορούσα να φανταστώ κάποια συνθήκη υπό την οποία θα ήταν αποδεκτό να με βρουν να επισκιάζω την κολλημένη πάνω στην σπασμένη ντουλάπα μου Ιουλιέτα, της οποίας η μπλούζα λεκιαζόταν με κατακόκκινο αίμα όσο περνούσαν οι στιγμές και από το πρόσωπό της απουσίαζε πλήρως το χρώμα. 
 Ξαφνικά, μέσα σε δευτερόλεπτα, η Ιουλιέτα τινάχτηκε προς την πόρτα και την ξεκλείδωσε.
'Χτύπησα, έπεσα στα σκαλιά κι ήρθα να δει αν είχα χτυπήσει', τιτίβισε, θαρρείς απήγγειλε ένα ποίημα που είχε αποστηθίσει για κάποια σχολική γιορτή. "Νόμιζε πως κάποιος με πείραξε και τρόμαξε. Δεν έγινε τίποτα, αλήθεια. Είμαι καλά. Απλά χτύπησα λιγάκι."
"Σίγουρα, παιδί μου;" ρώτησε η Αδερφή Νίνα. "Να το δω." Η
 Ιουλιέτα σήκωσε τη μύτη της που, προφανώς, αφού είχε ανοίξει από την ταραχή της, δεν παρουσίαζε κανένα τραύμα.
"Μπορεί να ήταν απλά επειδή τρόμαξα. Το παθαίνω καμιά φορά."
Μονάχα αυτό ήταν αλήθεια από όσα αράδιαζε, όμως τα έλεγε με τέτοια φυσικότητα που η Αδερφή την χάιδεψε στοργικά στο κοκκινωπό κεφάλι της. "Πήγαινε στο δωμάτιό σου σιγά σιγά, ναι; Κοντεύει οκτώ."
 "Ναι, Αδερφή. Βέβαια." Καθώς η Ιουλιέτα έκλεινε την πόρτα, πρόσεξα πως τα χέρια της ακόμη έτρεμαν.
  Ήταν από εκείνες τις στιγμές που καταλάβαινα γιατί ήθελε να γίνει ηθοποιός. Το παίξιμο της έβγαινε φυσικά, αβίαστα, ήταν δεύτερη φύση για εκείνη. Αγαπούσε να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής κι η ευκλόνητη κράση της την έκανε πιο δεκτική σε οποιοδήποτε συναίσθημα έπρεπε να αντανακλά. Όλα τα βιβλία που διάβαζε, η οξύτητά της, η παρατηρητικότητα και η ευαισθησία είχαν φτιάξει μέσα της μια πλούσια λιμνούλα με παχύρρευστο νερό από δράσεις κι αντιδράσεις. Καμιά φορά, μάλιστα, με τρόμαζε. Συνειδητοποιούσα πως, όσο κι αν ήθελα να πιστεύω πως ποτέ δεν θα μου έλεγε ψέματα, εύκολα θα μπορούσε να το κάνει. Μπορούσε, το ήξερα σίγουρα, να ξεγελάσει οποιαδήποτε Καλόγρια ή αστυνομικό, κάθε παιδί του Ιδρύματος, κάθε Αρχή, όποιον πολίτη επιθυμούσε.
 "Όλους εκτός από εσένα", έλεγε πάντα. Τα ελαφίσια μάτια της γίνονταν ολοστρόγγυλα κι εγώ έβαζα τα δυνατά μου να την πιστέψω.
 Εκείνο το βράδυ, όπως και την Τρίτη, την τράβηξα κοντά μου και την έσφιξα. Σκούπισα το αίμα από τη μύτη της, ζήτησα χίλιες φορές συγγνώμη και την έβαλα να καθίσει στα πόδια μου. Ήταν σαν πούπουλο κι εγώ της χάιδευα τα μαλλιά και της έλεγα, πάλι και πάλι, πως παραείναι πολύτιμη για να επιτρέπει σε ένα λαμόγιο σαν τον Τζάκομο, όποιον Τζάκομο, να απλώνει τα βρωμόχερά του πάνω της.
 Εκείνη γελούσε. Είχε ανακτήσει την ψυχραιμία και το κωμικό τουπέ της κι έλεγε, μικρέ μου, είναι απλά ένα τατουάζ. Και μου βγήκε φτηνό, χαμογελούσε σηκώνοντας τα φρύδια -τίποτα δεν διέκρινε περισσότερο την Ιουλιέτα από την ροπή της να αστειεύεται για πράγματα που δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται ως αστεία, τις πλέον ακατάλληλες στιγμές. Η μάνα της ήταν ένα από αυτά και απορούσα πώς θεωρούσε πως μπορούσε κάποιος να αντλήσει έμπνευση για αστεία από την ίδια του την ορφάνια, ειδικά έχοντας τον εαυτό μου ως σημείο αναφοράς.
 Η μαμά της Ιουλιέτας πέθανε σε ηλικία εικοσιδύο ετών. Ήταν άρρωστη, μάλλον με τις αρρώστιες που συναντώνται συχνά σε γυναίκες που κάνουν αυτό που χαρακτήριζαν οι Αδελφές, "άστατο βίο." Η Ιουλιέτα το ήξερε αυτό για τη μητέρα της, πως μάλλον ήταν πόρνη, μια πόρνη διαβασμένη και λάτρης του θεάτρου, με γαλάζια μάτια, μια πορσελάνινη κούκλα που είχε ποζάρει σχεδόν γυμνή για περιοδικά που κρατούσε και επιδείκνυε σε όποιους ήταν πολύ κοντά της. Μου ήταν αδύνατο να καταλάβω γιατί δεν την ενοχλούσε να δείχνει τα κάλλη της ίδιας τής της μητέρας, ειδικά όταν εκείνη έμοιαζε καταπληκτικά με την ίδια πέραν των χαντρένιων ματιών, ώστε βλέποντάς την να ποζάρει μπορούσες με ευκολία να φανταστείς την Ιουλιέτα στην ίδια θέση, να κρατά το στήθος της και να χαμογελά ναζιάρικα στο φακό.
 Κι όμως, δεν την ένοιαζε. Από μικρή, μιλούσε ανοιχτά για εκείνη: τις φωτογραφίες και τα αποκόμματα που τις είχε αφήσει, το εικόνισμα του Εσταυρωμένου, τη χρυσή αλυσιδίτσα και μερικά φό μπιζού και παρδαλά φορέματα που φορούσε. Ζητούσε από τις Αδερφές ιστορίες τόσο συχνά που όλοι είχαμε μάθει ότι η μητέρα της, μετά από δύο εκτρώσεις με σκουριασμένη κρεμάστρα, έφτασε στο Μοναστήρι ήσυχα τον τρίτο της μήνα και ανακοίνωσε ότι θα γεννούσε ένα κορίτσι το καλοκαίρι και ήθελε να πάρει το όνομα ενός από τα πιο γνωστά πρόσωπα του Θεάτρου στην ιστορία. Ήταν γραφικό, κωμικό σχεδόν, αλλά δεν μπορούσαν να πράξουν ενάντια στη βούληση μιας μητέρας νεαρής και τόσο ισχνής και κιτρινιάρας που μπορούσες να τη φανταστείς στη νεκρόκασα από όταν η κοιλιά της εξείχε αστεία από το κοκκαλιάρικο σώμα της, διηγούνταν με ανατριχιαστικές λεπτομέριες η Ηγουμένη, από τότε που κατάλαβε πως η Ιουλιέτα όχι μόνο δεν πληγωνόταν μα διψούσε για αυτές τις ιστορίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε η Μαρία-Ίλια.
Οι καλόγριες έβρισκαν το όνομα Ιουλιέτα μάλλον πρόστυχο, για αυτό και την αποκαλούσαν Ιουλία μέχρι που η μικρή ανακάλυψε μεταλαμβάνοντας πως έτσι είχε βαφτιστεί, σύμφωνα με την ευχή της μάνας της. Από τότε που έμαθε ποιά βιβλία αγαπούσε η μητέρα της, έτρεχε και τα αγόραζε από το Βιβλιοπωλείο μέχρι να τα στιβάξει όλα στο δωμάτιό της στους τεράστιους σωρούς που κρατούσαν ως σήμερα. Και, με ειλικρινή θλίψη, στις τέσσερις Αυγούστου άναβε όσα κεράκια αντιστοιχούσαν στην ηλικία της, αφού η μητέρα είχε πεθάνει μια εβδομάδα μετά τη γέννα. Η Μαρία Ίλια ζύγιζε όσο μια προέφηβη, με τα κόκκαλα από τα μάγουλά της να προεξέχουν τόσο αιχμηρά που η μοναδική φωτογραφία με το νεογέννητο που η ίδια εκλιπαρούσε τις αμήχανες, θλιμμένες μοναχές που δυσκολεύονταν να την κοιτάξουν στα μάτια να τραβηχτεί, ήταν το μόνο κειμήλιο που η Ηγουμένη είχε αρνηθεί να δώσει στην Ιουλιέτα πριν ενηλικιωθεί παρά τα παρακάλια και τα κλάματά της. Μία φορά είχα καταφέρει να την αντικρίσω, ο ίδιος: η κοπέλα θύμιζε -ήταν, πια- τα λείψανα από την χυμώδη, ελκυστική νεαρή γυναίκα που έβλεπα στις σελίδες του Τύπου κι αν τα βλέφαρά της, στις βαθουλωμένες κόγχες τους, δεν ήταν ανοιχτά με φανερή προσπάθεια, φάνταζε σαν να είχαν απιθώσει ένα φασκιωμένο μωρό δίπλα σε ένα πτώμα.
 Από μικρή, η Ιουλιέτα κυνηγούσε το θέατρο. Διεκδικούσε κάθε ρόλο στις σχολικές εορτές, στα χορευτικά, τα νούμερα, τις θρησκευτικού περιεχομένου παραστάσεις και το κουκλοθέατρο που επέτρεπαν οι Μοναχές, παρίστανε πάντα την Παναγία και, στα δεκαπέντε της, είχε καταφέρει να πάρει το ρόλο και στη μεγάλη Χριστουγεννιάτικη Φάτνη που περιφερόταν σε άρμα στα γύρω χωριά και τις κωμοπόλεις. Είχε ικετέψει ένθερμα  τις Αδελφές με κλάματα και γονυκλισίες κι εκείνες, θαρρείς από τύψεις, θαρρείς με την ελπίδα ότι το γεγονός πήγαζε από βαθιά θρησκευτική κατάνυξη και όχι από τις ματαιόδοξες, εν μέρει, φιλοδοξίες της και την αγάπη της τόσο για την τέχνη του θεάτρου όσο για το να βρίσκεται στο επίκεντρο, της επέτρεψαν τη συμμετοχή.
 Έπειτα, ως έφηβη, αποστήθιζε ποιήματα, ρόλους και ολόκληρους μονολόγους και πλανιόταν από οντισιόν σε οντισιόν, από ακρόαση σε ακρόαση, καταφέρνοντας μόνο να τη δεχτούν σε έναν πλανόδιο θίασο που οργάνωνε παραστάσεις για ένα φεγγάρι. Τα επιχειρήματα ήταν πολλά: ήταν πολύ νέα, πολύ άπειρη, πολύ καχεκτική, παραείχε ανοιχτή λεκάνη, δεν τους έκανε, έψαχναν μια πιο πληθωρική γυναίκα, μια πιο σοβαρή, μια πιο κλασάτη, μια που να κουνιέται λιγότερο. Ο ίδιος είχα καταλάβει ως τί την αντιμετώπιζαν, μα, ας καταλάβαινα ότι μάλλον μοιραζόμασταν τη συνειδητοποίηση, δεν ήθελα να της το πω.
 Είχε καταφέρει να πάρει δυο τρείς μικρούς ρόλους μαζεμένους -ανάθεμά την!- το περασμένο φθινόπωρο αλλά, ευτυχώς, οι ακροάσεις έληξαν ξανά και ο χειμώνας τη βρήκε τόσο άρρωστη με πνευμονία που δεν κατάφερε να πάει σε καμία. Ποτέ όμως, ποτέ, δεν την είχα δει να φτάνει σε αυτή την κατάσταση. Πάντα θλιβόταν, πότε πότε γύριζε κλαμένη κι από πείσμα για αυτό το θέμα δεν άφηνε να τη δούμε, να την καταλάβουμε, έκανε κουβέντα για γύρη και αλλεργίες κι ας ήταν Φλεβάρης. Την Τρίτη το βράδυ, κάθισε στο κρεβάτι, έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι και ξέσπασε σε λυγμούς.
 "Δεν θα με πάρουν, το ξέρω. Δεν θα με πάρουν σε κανένα ρόλο σε αυτό το κωλομέρος κι ούτε θέλω να με μάθουν έτσι. Κι εσύ το ξέρεις."
 Η καρδιά μου είχε μαλακώσει μα έμεινα σοβαρός- ήξερα ότι έτσι έπρεπε. Στο κάτω κάτω, ήταν φτερό στον άνεμο κι αν άκουγε τις δικές της συμβουλές, δεν ήλπιζα σε πολλά.
 "Φύγε τότε", της είπα. "Βρες μια κανονική δουλειά"-
 "Κανονικό είναι το θέατρο", με έκοψε ρουφώντας τη μύτη της.
 "Δεν εννοώ το θέατρο", είπα με νόημα και ευτυχώς δεν ξαναδιαμαρτυρήθηκε. "Προσπάθησε ξανά στις οντισιόν, βγάλε λεφτά και φύγε."
 "Θα φύγω", είπε. Την τράβηξα ξανά στα πόδια μου, όπως τότε και σκούπισα τα μάυρα ρυάκια που έτρεχαν στα μάγουλά της. Μύριζε πάστρα και ροδόνερο, από κοντά, και οι μενεξελιές φλέβες στα μάγουλά της ξεχώριζαν κάτω από το δέρμα. "Και να σου πω κάτι; Θα σε πάρω μαζί. Θα πάρουμε ένα βανάκι, όπως σε εκείνη την ταινία, θα πηγαίνουμε βόλτες.."
 Έβαλα τα γέλια. "Θα με κάνετε και σοφέρ σας, κυρία μου;"
 "Εγώ θα οδηγώ. Θα βγάλω δίπλωμα. Θα με μάθεις."
 "Δεν προσαρμόζει το κάθισμα, στα βανάκια που εννοείς. Πώς θα φτάνεις;" Με έσπρωξε, τάχα μου θιγμένη, μα έσκασε ένα δειλό χαμόγελο. "Μπορεί να το σκεφτώ, όμως.. Γυρνάω κάθε μέρα μέσα στη λίγδα και το γράσσο, ξεκωλόνομαι να τρίβω τις φόρμες μου.."
 "Δεν θες να φύγεις, να δεις τον κόσμο; Εμένα θα με παίρνουν σε ακροάσεις κι εσύ θα πας να δουλεύεις τεχνικός. Θα μένουμε μαζί πάνω από ένα σινεμά, θα τρώμε αβγά τηγανιτά, όπως τα έκανε η Αδερφή Πία.."
 "Και πώς θα αφήσω το Νικολάι; Για τον Πέτρο δεν με πολυνοιάζει, έχει την Παλόμα." Η Παλόμα ήταν το τεράστιο τσοπανόσκυλο που έμενε μαζί με τους τρεις μας στο διαμέρισμα. Το είχε φέρει ο Πέτρος από το χωριό του, ένα ορεινό μέρος που δεν φαινόταν στο χάρτη κι ήταν για εκείνον περισσότερα από οικογένεια και μνηστή. "Το συνεργείο; Τί θα κάνουν χωρίς εμένα; Ποιός θα τα βγάζει πέρα με τους δύσκολους πελάτες;"
 Με κοίταξε κατάματα και η καρδιά μου σκίρτησε. Ήταν σοβαρή, ολότελα σοβαρή και το βλέμμα της είχε κάτι διαπεραστικό, διερευνητικό, σαν παιδί που ζητούσε την αλήθεια. "Δεν έχουν σημασία όλα αυτά. Το ξέρεις κι ο ίδιος. Πόσο τα χρειάζεσαι; Μπορείς να τα αφήσεις σε ένα βράδυ. Ίσως αυτό χρειάζεσαι. Ίσως είναι η φυλακή σου. Ίσως μόνο εσένα έχεις και αυτό είναι που θες."
 "Ίσως." Ξεροκατάπια. Μια χορδή μέσα μου παλλόταν, μια χορδή πολύ λεπτή, σαν γιρλαντίτσα από λουλούδια, αυτά τα χαμομηλάκια που φύτρωναν στο πλάι του δρόμου, ανάμεσα στα παλιόχορτα.
 Τα μάτια μας κλείδωσαν. Το στομάχι μου συσπάστηκε, σαν μικρή παλάμη.

 Ύστερα, το θυροτηλέφωνο αντήχησε, εκκωφαντικό στην ησυχία του δωματίου κι η Ιουλιέτα πετάχτηκε πάνω τρίβοντας πυρετωδώς το πρόσωπό της. Έτρεξε στον καθρέφτη της και έβαψε ξανά τα μάτια της ενώ μου μιλούσε, ξέπνοη.
 "Έχω πελάτη. Πρέπει να φύγεις. Θα σε πάρω αύριο το πρωί." Έστρωσε το φουστάνι της και με αγκάλιασε βιαστικά σφιχτά. "Από την πίσω πόρτα, σε παρακαλώ. Καληνύχτα, να προσέχεις."

"Καληνύχτα", της αποκρίθηκα απαλά και τη φίλησα στο μέτωπο, πριν βγώ στο διάδρομο της πολυκατοικίας και πάρω το δρόμο για το σπίτι.














( Το κείμενο αυτό είναι εμπνευσμένο από το πολυαγαπημένο και κατ'εμέ εξαιρετικά ρομαντικό κι ωμό τραγούδι των Dire Straits, Romeo and Juliet.)

ΜΥΡΤΩ ΖΑΡΑ/ΜΥΡΤΏ ΖΆΡΑ
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.