Ένα κορίτσι κοιτάζει τα άστρα



Ήμουν δεν ήμουν 6 χρονών. Καλοκαίρι, διακοπές στο χωριό με τον παππού και τη γιαγιά όπως πάντα. Οι περισσότερες αναμνήσεις μου από εκεί. Ο παππούς «ο σοφός γέροντας» όπως τον αποκαλούσαν όλοι. Ήταν εβδομήντα ετών όταν γεννήθηκα. Ένας από τους κοντινούς μου ανθρώπους που λάτρεψα για την καλοσύνη του, το χαμόγελο με το ένα δόντι (μια ριζούλα), τα καταγάλανα ματάκια του πάντα λες έτοιμα να βουρκώσουν για αυτό κι εμείς τον λέγαμε παραπονιάρη.

Συνήθιζε να μου λέει πολλές ιστορίες. Μια από αυτές ήταν η Πούλια και ο Αυγερινός. Δυο αδελφάκια που έμειναν ορφανά από μητέρα που τα λάτρευε καΙ πάντα τα προστάτευε. Αλλά δυστυχώς έφυγε νωρίς από τη ζωή. Παρακάλεσαν τον πατέρα τους να την θάψουν κάπου σε μια άκρη της άυλης για να μπορούν μόνα τους να πηγαίνουν όποτε θέλουν. Όπως κι έγινε. Ο πατέρας ναυτικός, ταξίδευε συνέχεια. Κάποια στιγμή αναγκάστηκε να παντρευτεί πάλι για να μην αφήνει τα παιδιά μόνα τους. Η ατυχία ήταν, πως η γυναίκα που επέλεξε, ενώ αρχικά φαινόταν καλή και έδειχνε να τα αγαπάει, όταν ο πατέρας τους ταξίδευε δεν τους φερόταν καλά. Τα μάλωνε συνέχεια, τα κτυπούσε, μιλούσε άσχημα για τη μαμά τους, πολλές φορές τους έδινε να φάνε ξεροκόμματα, αν και ο πατέρας τους έστελνε χρήματα. Εκείνα, το μοναδικό καταφύγιο που είχαν, ήταν ο τάφος της μητέρας τους.

Πήγαιναν εκεί, κάθονταν δίπλα του κι έκλαιγαν συνέχεια. Τα δάκρυά τους πότιζαν το χώμα και δεν άργησε να φυτρώσει ένα πανέμορφο δέντρο που παράδοξα μεγάλωνε πολύ γρήγορα. Όταν γύριζε ο πατέρας τους παράπονα δεν έκαναν για τη γυναίκα του κι εκείνη φυσικά τις λιγοστές μέρες που έμενε μαζί τους, έδειχνε ότι τα πρόσεχε. Έτσι, ο ναυτικός έφευγε ήσυχος για τα μακρινά ταξίδια του.

Τα παιδιά γυρνούσαν στην καθημερινότητα τους και η μόνη διέξοδος ήταν η «συντροφιά» της μαμάς τους. «Μανούλα, δεν περνάμε καλά, όταν δεν είναι ο μπαμπάς εδώ μας φέρεται πολύ άσχημα Κοιμόμαστε λίγο, τρώμε ελάχιστα και μας δέρνει. Όλες τις δουλειές εμείς τις κάνουμε. Δεν αντέχουμε άλλο». Το δένδρο κουνούσε τα κλαδιά του και ήταν σαν να καταλάβαινε.

Ένα βράδυ, μετά από πολύ μάλωμα και ξύλο, τα παιδάκια βγήκαν κρυφά και πήγαν στον τάφο της. Στο δέντρο της μάνας. «Μανούλα», είπαν και τα δυο, δεν αντέχουμε άλλο, πάρε μας μαζί σου. Μόνο έτσι θα γλυτώσουμε από αυτή». Τότε, το δέντρο, χαμήλωσε τα κλαδιά του, πήρε αγκαλιά τα δυο παιδιά και με μιας τα σήκωσε πολύ ψηλά στον ουρανό. Έγιναν αστέρια, η Πούλια και ο Αυγερινός που βγαίνουν πριν χαράξει η αυγή και είναι κοντά το ένα στο άλλο.

«Παππού», ρώτησα. «Μπορώ εγώ να δω την Πούλια και τον Αυγερινό;» «Φυσικά και μπορείς ξανθούλα μου, θα το κανονίσω». Έτσι, κάποια προχωρημένη νυχτιά, εκεί που κοιμόμουν, ένιωσα ένα ελαφρύ σκούντημα στην πλάτη. Άνοιξα τα μάτια μου. «Έλα, σήκω σιγά σιγά μην μας πάρει είδηση η γιαγιά και πάμε έξω. Ήλε η ώρα».. Φόρεσα ένα ζακετάκι και βγήκαμε. Καθίσαμε στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο κάτω μέρος του σπιτιού στον κήπο. Ο παππούς μου έδειξε τα δυο λαμπερά αστέρια στον ουρανό. «Γιατί είναι τόσο φωτεινά παππού;» ρώτησα με περιέργεια. «Γιατί είναι ευτυχισμένα εκεί ψηλά και δεν μπορεί να τα πειράξει κανείς», μου απάντησε σιγανά ενώ με χάιδευε στην πλάτη. Έκανα αρκετές ερωτήσεις. Η ώρα περνούσε. Ώσπου ακούσαμε και οι δυο τη δυνατή φωνή της γιαγιάς. «Μωρέ, ντιπ μυαλό δεν έχεις; Όλη τη νύχτα το παιδί έξω στην υγρασία;» Άνοιξα τα μάτια μου. Ήμουν κουρνιασμένη στην αγκαλιά του παππού. Μας είχε σκεπάσει ο ίδιος με τη μεγάλη του κάπα και στο κεφάλι μου φορούσα το σκουφί που δεν αποχωριζόταν στον ύπνο του χειμώνα καλοκαίρι.

Αυτή η εικόνα δεν πρόκειται να φύγει ποτέ από το μυαλό μου και μερικές φορές που τυχαίνει να έχω αγρύπνιες, κοιτάζω στον ουρανό και βλέπω την Πούλια και τον Αυγερινό...

Ρούσσινου Ανδρομάχη
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.