Μα τόσο αξιολύπητα ψεύτες η καθίκια;



Μα τόσο αξιολύπητα ψεύτες η καθίκια;



Χθες ήταν μια περίεργη, δύσκολη και εξουθενωτική μέρα για μένα. Εδώ και δυο χρόνια που έχασα το μεγάλο μου  γιο μου, είχα που είχα τα άγχη μου και τις αγωνίες μου με τα άλλα δυο  μου παιδιά, ήρθε και κούμπωσε. Τέτοιες μέρες, πριν 2 χρόνια ο γιος μου έδινε την τελευταία μάχη για τη ζωή του. Κτυπούσε τηλέφωνο και ίδρωνα από την αγωνία μου.

  Δυο το μεσημέρι λοιπόν χθες Παρασκευή, κι ενώ ήμουν σε ημιάγρια κατάσταση μεταξύ κλαμάτων και ξεσπασμάτων, κτυπάει το ρημάδι. Το σηκώνω με πνιγμένη φωνή. «Παρακαλώ;»  Από την άλλη γραμμή ακούω κλάματα δυνατά από ένα παλικάρι που φώναζε, «μάνα μου κτύπησα πολύ, τράκαρα, πονάω μάναααααα» και να κλαίει ασταμάτητα. Εγώ, γνωρίζοντας ότι ο μικρός μου γιος είναι στη δουλεειά και μετακινείται με το αυτοκίνητο άρχισα να φωνάζω χωρίς καν να σκεφτώ. «Παιδί μου, αγόρι μου, μίλα μου καθαρά, τι έπαθες που είσαι;» «Τράκαρα πολύ και είμαι χάλια με έχουν στο αστυνομικό τμήμα». Ένιωθα να χάνομαι έτοιμη να λιποθυμήσω και ξαφνικά παίρνει το τηλέφωνο κάποιος άλλος μεγαλύτερος στην ηλικία.

  «Εδώ Θωμάς Κυριακίδης» η κάπως έτσι, δεν κατάφερα να το συγκρατήσω. «Αξιωματικός υπηρεσίας στο αστυνομικό τμήμα, φέρανε το γιο σας σε κακό χάλι, τράκαρε». Μέσα στη ζαλάδα μου και τον πανικό μου, βρήκα τη δύναμη να ρωτήσω. «Ξέρετε με ποια μιλάτε; Κι αν ναι, πως με λένε και πως λέγεται ο γιος μου;». Για δευτερόλεπτα σιωπή. Μετά άκουσα πάλι αυτή τη γλοιώδη φωνή. «Ακούσατε το παιδί σας και δεν ξέρετε αν είναι αυτό και πως το λένε;» «Όχι, να μου πείτε εσείς, για να πάρετε τηλέφωνο πρέπει να έχετε τα στοιχεία.». «Σας τηλεφωνώ από τα κεντρικά πρέπει να μιλήσουμε», μου λέει και κλείνει το τηλέφωνο ξαφνικά.

   Ενστικτωδώς σχηματίζω το τηλέφωνο του Βασίλη. Ευτυχώς το σήκωσε αμέσως. «Έλα μαμά, τι έπαθες;». Εγώ ξέσπασα σε ένα κλάμα χωρίς να μπορώ αρθρώσω λέξη. Κάποια στιγμή βρήκα τη φωνή μου και του λέω. «Πες μου μόνο ότι είσαι καλά.». «Μαμά, τι σου κάνανε; Εγώ μια χαρά είμαι, στη δουλειά». Του εξήγησα όπως μπορούσα τι είχε γίνει. «Μάλιστα, το γνωστό κόλπο. Παίρνουν τηλέφωνα στην τύχη κι όπου τους κάτσει. Το κάνουν για να εκβιάσουν, ζητάνε λεφτά μαμά. Έλα σε παρακαλώ ηρέμησε είμαι εντάξει, θα σε πάρω όταν σχολάσω».

   Έπεσα σε μια πολυθρόνα αποκαμωμένη από την ένταση και τα κλάματα. Είχα πιάσει το κεφάλι μου και το έσφιγγα. «Γιατί γαμώτο τόση κακία; Τόσος ξεπεσμός;» Άρχισα σιγά να επιστρέφω στον κόσμο των ζωντανών, γιατί το αίμα μου είχε παγώσει. Φυσικά και δεν ήταν αλήθεια. Κι από όσο έμαθα το κάνουν συνέχεια κι όπου κάτσει. Αυτοί οι μισάνθρωποι, ψάχνουν να βρουν θύματα, άσχετα αν σε κάποιον δημιουργήσουν πανικό, πόνο, τρέλα, ακόμα και έμφραγμα η εγκεφαλικό. Εκείνη την ώρα ένιωθα πως αν είχα κάποιον από  αυτούς μπροστά μου θα τον τσάκιζα.

  Τι να πω; Φταίει το κράτος; Φταίει η κοινωνία; Φταίει η φτώχεια που μας ρημάζει τα τελευταία χρόνια; ΟΧΙ. Φταίει  ότι αρκετοί πονηροί,  θέλουν να βγάλουν εύκολο κέρδος πάνω στον πόνο του άλλου.

Ρούσσινου Ανδρομάχη
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.