Ποιος ξέρει...




Ο θείος μου ο Χρήστος που με μεγάλωσε απο δύο χρόνων,συνήθιζε τότε, στα οικογενειακά γλέντια, να τραγουδάει ένα τραγούδι απο κάποια ελληνική οπερέτα. Το τραγούδι αυτό τέλειωνε έτσι: 

Τώρα με σκοπό θλιμμένο
κουκουβάγια τον θρηνεί,
 και το κάστρο γκρεμισμένο
έκλαιγε κι αυτό χωρίς πνοή.
 Πνοή-αχ-πνοή…
Έκλαιγε κι αυτό χωρίς πνοή…

 Αυτή, την τελευταία φράση, την έλεγε με κάποιο αναστεναγμό, ίσως κάποιο λυγμό, δεν ξέρω τι ακριβώς ήταν. Εμένα όμως-επτά χρονών τότε- μ’ έπιαναν τα κλάματα. Αυτό το «χωρίς πνοή», ίσως από τότε, ασυναίσθητα παρέπεμπε στην έννοια του θανάτου. Τον αγαπούσα και τον πονούσα τον θείο μου. Καταλάβαινα ενδόμυχα ότι η αναπηρία που είχε, τον έκανε να υστερεί απέναντι στους συνανθρώπους του. Αυτό μου το υπαγόρευε μια ανεξήγητη για την ηλικία μου διαίσθηση… Όσο για τον Χρήστο, ποιος ξέρει τι παραστάσεις θα είχε κρυμμένες μέσα στα φυλλοκάρδια του. Ποιος ξέρει τι έκρυβε μέσα της αυτή η ψυχή, αυτός ο «έξω καρδιά άνθρωπος»… Λένε ότι ήταν κρυφά ερωτευμένος με την όμορφη κόρη του Σαλίγκαρου, φίλου του παππού μου του Θοδωρή, και που το σπίτι του ήταν δυο-τρία τετράγωνα παρα κάτω, στην οδό Ήβης. Πήγαινε λοιπόν συχνά πάνω στο σπίτι της, και την άκουγε που έπαιζε στο πιάνο κλασσικά κομμάτια. Λένε, ακόμη, πως και αυτή τον αγαπούσε, όχι ερωτικά βέβαια, αλλά με μιαν αγάπη που της υπαγόρευε η αναπηρία του ευγενικού καμπούρη... Πήγαινε, λοιπόν, ο Χρήστος στο σπίτι του Σαλίγκαρου και άκουγε την κόρη του να παίζει πιάνο, μέχρι που η κοπέλα χτυπήθηκε από το χτικιό, πάει, πέθανε… Να ήταν αυτό, άραγε, που συγκινούσε τον Χρίστο όταν το τραγούδι έφτανε στο: «Χωρίς πνοή»; Ποιος ξέρει; Ήταν το μυστικό του. 
   Ποτέ δε μίλησε σε κανέναν γι αυτό… 
   Μέχρι που πέθανε εκείνη τη θλιβερή μέρα, του Μάρτη του 1975…

 Δημήτρης Μπούκουρας

Από τους Διάττοντες
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.