Σπέρνε στις πέτρες ή Επένδυση στη βλακεία- Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου


Ένας σοφός άνθρωπος ζούσε κάποτε σε μια αρχαία χώρα και δεχόταν στο φτωχικό του σπίτι διάφορους περαστικούς που ζητούσαν τη γνώμη του. Είχε διάφορους επισκέπτες, γιατρούς, επιστήμονες, φιλόσοφους, βιοτέχνες, επιχειρηματίες, πλοιοκτήτες, αγρότες, γιδοβοσκούς, εταίρες, κουκλάρες, συζύγους αμφότερων των φύλων κλπ κλπ... Με κατανόηση άκουγε πάντοτε τους προβληματισμούς τους και αναλόγως τους συμβούλευε. Δεν είχε κομμένη ταρίφα για τις υπηρεσίες του αλλά όλοι του άφηναν και κατιτίς ανάλογα με την ιδιότητά τους και το μέγεθος του πορτοφολιού τους. Ο σοφός ζούσε ήρεμα και ευτυχισμένα, χωρίς να έχει ποτέ αξιώσεις για μεγαλεία και πλούτο.

Μια μέρα, μέσα σε ένα ποδοβολητό αλόγων, αχό, κακό και καραμούζες, κατέφθασε στο φτωχικό του κι ένας πλούσιος βασιλέας. Αυτός λοιπόν, είχε το εξής πρόβλημα, πως το βασίλειό του ήταν ένα άγονο και χέρσο κομμάτι γης, σπαρμένο όλο με πέτρες, κι ο λαός του ήταν φτωχός και πεινούσε και έτσι δεν μπορούσε να τους φορολογήσει πια, γιατί θα ψόφαγαν και θα έμενε στο τέλος δίχως υπηκόους. Ο σοφός τον έπιασε με το καλό, τον έπιασε με το άγριο, προσπάθησε να του εξηγήσει πως μαζεύοντας όλα τα πλούτη του λαού του σε ένα θησαυροφυλάκιο δεν γινόταν δουλειά, πως έπρεπε να επενδύσει σε δουλειές, μαγαζιά, βιοτεχνίες, να φέρει εμπορεύματα από άλλες χώρες κι άλλα πολλά, αλλά πού να πάρει χαμπάρι ο Βασιλιάς. Δεν τον συνέφερε κιόλας να καταλάβει, εδώ που τα λέμε, γιατί αν καταλάβαινε θα έπρεπε να αδειάσει το θησαυροφυλάκιο και να μοιραστεί τα πλούτια του με τους φτωχούς υπηκόους του. Είδε κι απόειδε ο σοφός, κατάλαβε πως δε θα έβγαζε άκρη με το Βασιλιά και του είπε αινιγματικά στο τέλος. Ακολούθησέ με και θα σου δείξω την απάντηση σε αυτό που ρωτάς. Βγήκε λοιπόν έξω στον κήπο του, πλησίασε ένα σωρό από πέτρες, τις κλώτσησε λίγο και πέταξε πάνω τους μια χούφτα φασόλια που χε στην τσέπη του. Χωρίς να πει κουβέντα παραπάνω ξεπροβόδισε τον Βασιλιά έξω, στη συνοδεία του, πήρε την αμοιβή του, έναν ωραίο, δυνατό γάιδαρο κι επέστρεψε στη ρουτίνα του.

Πέρασαν μέρες και μέρες, μήνες, χρόνια, κι ο σοφός καθώς γερνούσε, όλο και αναλογιζόταν τι να χε γίνει άραγε ο χαζός φιλάργυρος βασιλιάς και το φτωχό του βασίλειο. Μάλιστα, άρχισε να νιώθει τύψεις που δεν είχε καταφέρει να βοηθήσει το δύστυχο λαό κι έτσι, μια και δυο, ανέβηκε μια μέρα στον γάιδαρο- που χε κι αυτός γεράσει ο καημένος- κι έβαλε μπρος για το χέρσο τόπο. Ταξίδεψε κάμποσες μέρες, κι όταν υπολόγιζε πως πια έφτανε, μπερδεύτηκε και βρέθηκε όπως πίστεψε αλλού. Ο τόπος που έβλεπε μπροστά του ήταν όλος καταπράσινος και πλούσιος, οι άνθρωποι χαμογελαστοί, ροδομάγουλοι και χορτάτοι κι όλοι είχαν να πουν από έναν καλό λόγο για τον "σοφό" τους Βασιλιά. Τα έχασε ο γέροντας και ρωτώντας εδώ κι εκεί, έμαθε τελικά την αλήθεια. Ο βλαξ βασιλιάς που τον είχε επισκεφτεί πριν χρόνια, παρερμηνεύοντας την ειρωνική κίνησή του να σπείρει τα φασόλια στις πέτρες, το εξέλαβε κυριολεκτικά, και τι έκανε λέτε; Ε, ναι, επέστρεψε στο βασίλειό του, αγόρασε μερικά φτηνά σακιά φασόλια κι έβαλε τους υπηκόους του να σπείρουν στις πέτρες. Στην αρχή φυσικά δεν φύτρωνε τίποτα κι η κατάσταση ήταν δύσκολη, αλλά σπείρε σπείρε, κλώτσα κλώτσα, καθάρισε λιγάκι ο τόπος κι άρχισαν να φυτρώνουν φασολιές, και μάλιστα τι φασολιές! Σαν πέτρες έκαναν μεγάλα φασόλια! Έφαγαν οι χωριανοί, χόρτασαν, καλοτάισαν και τα γαϊδούρια τους, ξανάσπειραν νέες σοδειές, άρχισαν εμπόριο, διάσημα έγιναν τα πετροφάσουλά τους σε όλη τη χώρα και πλούτισαν όλοι για τα καλά. 

Ο σοφός γέρος χάρηκε, κι έτσι, ήρεμος και συγκινημένος γύρισε  στο σπιτάκι του και πήρε κι αυτός, στα γεράματά του ένα καλό μάθημα. Πως καμιά φορά, ακόμα και η βλακεία, μπορεί να γίνει πολύ αποδοτική...

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.