Μνήμες από την Απελευθέρωση της Αθήνας



12 0κτωβρίου 1944…
 Απελευθέρωση!...
 «Φεύγουνε!... Φεύγουνε!…»

 Οι καμπάνες που χτυπούσαν χαρμόσυνα, δεν μπορούσαν να καλύψουν τις χαρούμενες ζητωκραυγές των Αθηναίων καθώς έμαθαν από πολύ πρωί ότι οι μισητοί καταχτητές έφευγαν από την αγαπημένη τους πόλη ύστερα από 1624 μέρες κατοχής… Ο Χρήστος έτρεξε αλαφιασμένος και τράβηξε τα σκεπάσματα από τα κορίτσια…
 -‘Αντεεεε!... Ακόμα κοιμάστε; Φεύγουνε!… Φεύγουνε!... Ετοιμαστείτε όσο πιο γρήγορα μπορείτε.. Πάμε στο Σύνταγμα… Ζούμε ιστορικές στιγμές... Δεν πρέπει να χάσουμε με τίποτα αυτό το πανηγύρι...
 -Και ο Δημητράκης; Πού θα τον αφήσουμε;
 -Πού θα τον αφήσουμε βρέ Αγγελικούλα; Την κυρά Αθηνά τί την έχουμε; Αμέσως η Αγγελικούλα ξύπνησε τον μικρό της γιό, και όλοι ετοιμάστηκαν βιαστικά για έξω.
Η ιδέα να αφήσουν τον Δημητράκη στην μαμά της Τασίας ήταν καλή… Μπορεί να έκλεγε λίγο στην αρχή, αλλά η καλή γυναίκα θα είχε τον τρόπο της… Κάτι με κάποιο παιχνίδι των γιών της από αυτά που φύλαγε πάνω από το ντουλάπι της κουζίνας, κάτι με κάνα παραμύθι, η ώρα θα περνούσε ώσπου να γυρίσουν τα ξετρελαμένα παιδιά… Γιατί τί ήσαν άραγε τα τρία αγαπημένα αδέρφια, που μαζί με την Τασία και τα δύο δικά της αδέρφια και την αδερφή της θα πήγαιναν να συμμετάσχουν στο χαρμόσυνο γεγονός; Παιδιά ήσαν. Ο μεγαλύτερος από όλους ήταν ο Χρήστος. 32 χρόνων. Μόνο ο Αντώνης έλειπε από την παρέα… Ήταν φορές που τον έχαναν για μέρες. Έτσι και τώρα είχε καμιά βδομάδα να κοιμηθεί σπίτι… Όλοι υποψιάζονταν που πήγαινε, αλλά κανείς δεν μιλούσε…

 Βγήκαν έξω και ανηφόρησαν προς το Σύνταγμα. Μαζί τους ανέβαιναν πυκνές ομάδες από τις κάτω γειτονιές. Από τα Πετράλωνα από τα Σφαγεία από την Ιερά οδό… Κοίταξαν προς τα πάνω, προς τα μπαλκόνια. Σημαίες από καιρό κρυμμένες, μουδιασμένες από το πολύχρονο δίπλωμα στα σεντούκια, ανοίγονταν και κυμάτιζαν περήφανα στα μπαλκόνια… Τρα-γούδια ακούγονταν από παντού… Σημαιάκια των συμμάχων (αλήθεια που βρέθηκαν;) στα χέρια των διαδηλωτών, συμβόλιζαν την ιδέα της ενότητας, που όμως -αλλοίμονο- πολύ γρήγορα, θα διαψευδόταν. Μέσα σε αυτό το πλήθος των ανθρώπων που τους ένωνε η αγάπη για την πατρίδα, υπήρχαν οι σπόροι του διχασμού... Άλλοι βασιλικοί, άλλοι αριστεροί, άλλοι με τους εγγλέζους, άλλοι με τους αμερικανούς, άλλοι με τους ρώσους, είχαν παραμερίσει προσωρινά τις ιδέες τους. Τώρα έβλεπαν μπροστά τους την Ελευθερία που τους καλούσε σε κοινό πανηγυρισμό… Κάποτε έφτασαν στο Σύνταγμα… Η πλατεία ήταν φίσκα στον κόσμο. Ανέβηκαν την Όθωνος και μπήκαν στην Αμαλίας… Από το κτίριο της Κομαντατούρας, έβγαινε πυκνός μαύρος καπνός. Ήταν ο καπνός από τα έγγραφα με τα στοιχεία των εγκλημάτων της Βέρμαχτ και των Ες-Ες, που έκαιγαν με σπουδή οι αποχωρούντες κατακτητές. Κάθε τόσο το πλήθος άνοιγε δρόμο για να περάσουν οι τελευταίοι Γερμανοί, που με όση ταχύτητα τους επέτρεπε η κοσμοσυρροή έφευγαν με αυτοκίνητα και μοτοσυκλέτες, κατευθυνόμενοι στην Συγγρού και από εκεί στο λιμάνι. Ο κόσμος τους γιουχάιζε. Μερικοί Γερμανοί έβγαλαν πιστόλια και έριξαν στον αέρα… Όλο το επόμενο τριήμερο αυτό θα γινόταν. Και –δυστυχώς- οι βολές δεν θα ήσαν μόνο στον αέρα… Αρκετά θύματα θρηνήσαμε τότες, ή από διάφορες βόμβες – παγίδες, ή από απ’ ευθείας εκτελέσεις, όπως ήταν και η εκτέλεση της φαληριώτισσας Ήβης Αθανασιάδη, που την πυροβόλησε Γερμανός στρατιωτικός γιατρός επειδή έγραφε συνθήματα στον δρόμο υπέρ των συμμάχων.

 Όλη την ημέρα η παρέα των φίλων ήταν στον δρόμο. Βρέθηκαν από το Στάδιο ως την Ομόνοια, και από την Κυψέλη στου Γκύζη… Παντού τα ίδια… Πανηγυρισμοί, τραγούδια, φιλιά… Εθνική ανάταση που είχαν να νοιώσουν οι Αθηναίοι από εκείνη τη συγκλονιστική κηδεία του Κωστή Παλαμά, στα μέσα της κατοχής. Και παντού πλακάτ με συνθήματα για δικαι-οσύνη, Λαοκρατία, εκδίκηση εναντίων των δοσίλογων, υπέρ του ΕΑΜ. Πλακάτ με συνθήματα που εξέφραζαν ταξικά αλλά και κομματικά τις τάσεις των ημερών. Καθώς γύριζαν πίσω στο σπίτι, πολλά ήσαν τα συναισθήματα που τους κυριαρχούσαν… Ο Χρήστος το ξεστόμισε: «Εμένα κάτι δεν μου άρεσε… Κάτι μου μυρίζει… Ο Θεός να βάλει το χέρι του»… Αλλοίμονο… πόσο γρήγορα θα επαληθευόταν, και πόσο τραγικά όσον αφορά στην ίδια του την οικογένεια…

Δημήτρης Μπούκουρας
Από το βιβλίο Διάττοντες
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.