Γοργόνα και αστέρια

(η Φωτο ειναι απο το google)


Γοργόνες και αστέρια

  Βρέθηκα σούρουπο να ψαρεύω με την πετονιά μου σε μια πανέμορφη δαντελωτή ακρογιαλιά . Ήταν η ώρα που ο ήλιος έπρεπε να κρυφτεί πίσω από τα βουνά, σαν να ήθελε να σε προσκαλέσει μαζί του, σε αυτά τα παιγνιδίσματα των χρωμάτων στον ουρανό. Εγώ, συνεπαρμένη από τη μαγεία του τοπίου σιγομουρμούριζα… Θάλασσα πλατιά, σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις… όταν κάποιο άλλο τραγούδι λες απόκοσμο,  έφτασε στα αυτιά μου με το χάιδεμα του αέρα. Να… σκέφτηκα. Και κάποιος άλλος εδώ κοντά μου ψαρεύει.

   Γύρισα το κεφάλι μου κι έψαξα, μα κόσμο δεν είδα, εκτός από δυο σκυλιά που σαν να ήθελαν να μου δείξουν ότι με προσέχουν, κοιμούνταν παραδίπλα. Η μελωδική φωνή δε σταμάτησε. Εγώ προσπαθούσα ακόμα να προσδιορίσω από πού έρχεται. Από κάπου αριστερά μου στη θάλασσα. Περίεργο!!! Τέτοια ώρα ποιος κολυμπάει; ΚΑΝΕΙΣ. Έστριψα αριστερά και το βλέμμα μου πάσχιζε μέσα στο σκοτάδι να εστιάσει προς τη φωνή.

  Τώρα ήταν πιο καθαρή. Αστέρι μου φεγγάρι μου, της άνοιξης κλωνάρι μου… Σηκώθηκα από το σκαμνάκι μου, έβγαλα τα παπούτσια και προχώρησα λίγο μέσα στη θάλασσα. Ελάχιστα πιο μέσα από εκεί που σκάει το κύμα. Ακόμα πιο καθάρια η φωνή… Αγάπη μου, αγάπη μου, η νύχτα θα μας πάρει, τα άστρα ο ουρανός, η νύχτα το φεγγάρι… Ήταν τόσο γλυκολάλητη που δεν τρόμαξα. «Είναι κανείς εκεί;», ρώτησα.   «Ναι, είναι» πήρα απάντηση αμέσως.

  Πήγα να κάνω ένα βήμα ακόμα και κάπου σκόνταψα. Παραλίγο να πέσω  με τα ρούχα στο νερό. Και τότε! Ω!! ΤΟΤΕ!!! Αντίκρισα μπροστά μου, μπρούμυτα στη θάλασσα μια  θεσπέσια οπτασία. Μια κατάξανθη γυμνόστηθη κοπέλα. Τα μαλλιά της ξέπλεκα μισοσκέπαζαν το αλαβάστρινο στήθος της.  Είχε ακουμπήσει στους αγκώνες της στην αμμουδιά σχεδόν . Με κοιτούσε και χαμογελούσε.

  Τα σκυλιά στην ακτή που κάθονταν δίπλα μου τόση ώρα έκαναν να μπουν στο νερό, αλλά τους κούνησα τα χέρια καθησυχαστικά να μείνουν εκεί και παραδόξως με άκουσαν κι έμειναν να κοιτούν. «Καλησπέρα, είμαι η Γοργόνα», μου είπε έτσι απλά και μια τεράστια ουρά υψώθηκε, τινάχτηκε και κτύπησε τα νερά της λαδένιας θάλασσας. Δεν ξέρω πως βρήκα τα λόγια και της απάντησα. «Καλησπέρα είμαι η Μάχη, να εδώ, προσπαθώ να πιάσω κανένα ψάρι».

  Αμέσως κατάλαβα, ήταν η Γοργόνα η αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου. Ο μύθος γενικά λέει ότι ήπιε το αθάνατο νερό που είχε βρει ο αδελφός της κι έγινε μισή ψάρι, δηλαδή Γοργόνα. Ταξίδευε στη θάλασσα και ρωτούσε τους ναυτικούς αν ζει ο Βασιλιάς. Αν της απαντούσαν όχι έχει πεθάνει, κτυπούσε με λύσσα την ουρά της στο νερό και μεγάλη φουρτούνα ξεσπούσε. Πελώρια κύματα σκέπαζαν το καράβι μέχρι που βούλιαζε. Αν ήξεραν και της έλεγαν ναι, ζει και βασιλεύει χαμογελούσε ευχαριστημένη, τους χαιρετούσε και με μια ζογκλερική και θεαματική βουτιά χανόταν στα βάθη. Εγώ τώρα, τι να της πω;

  «Κοίτα, την σωστή απάντηση την ξέρω, αλλά δεν θα τολμήσω να στην πω, εκτός αν μου πεις ότι θέλεις να μάθεις την αλήθεια». «Μην ακούς τις ιστορίες των ναυτικών, πάντα υπερβάλουν, φυσικά και θέλω την αλήθεια, άσε που την ξέρω. Αλλά έχω συνηθίσει πια να ρωτώ. ΤΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΜΑΣ ΟΛΟΙ ΤΙΣ ΞΕΡΟΥΜΕ», μου απάντησε με σιγουριά. «Εντάξει λοιπόν, θα σου πω. Όχι, εδώ και περίπου  δυο χιλιάδες χρόνια έχει πεθάνει, μάλιστα σε νεαρή ηλικία στη Βαβυλώνα. Ήταν 33 χρόνων. Σε κάλυψα;» «Ναι, με κάλυψες και μ’  αρέσει που  μου μίλησες ειλικρινά. Όχι, δε θα φέρω φουρτούνα. Θα πάω στο βράχο που καθόμουν να συνεχίσω το τραγούδι μου, να σου κάνω παρέα μέχρι να φύγεις».

  Και πριν προκάμω να αντιδράσω, έκανε χαμογελώντας μια στροφή και χάθηκε στο σκοτάδι. Σε λίγο άκουσα τη φωνή της. «Θάλασσα πλατιά, σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις»…. Έκανε μια παύση και φώναξε.  «Να θυμάσαι πάντα. ΤΙΣ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΜΑΣ ΟΛΟΙ ΤΙΣ ΞΕΡΟΥΜΕ»!

  Την άφησα στην ηρεμία της και στη δική της αναζήτηση, μάζεψα τα λιγοστά μου πράγματα από την ακτή, έγνεψα ένα γεια, σαν να είχα την αίσθηση ότι με βλέπει κι απομακρύνθηκα έχοντας ακόμα στα αυτιά μου και στο μυαλό μου τη μελωδική φωνή της. Τα αστέρια έμειναν πίσω να λαμπιρίζουν και να της κρατούν σεκόντο σαν μαγική ορχήστρα.

Ανδρομάχη Ρούσσινου

Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.