Ο γέρος που σκέφτεται - Λάκης Φουρουκλάς


Και ξαφνικά η πλατεία του χωριού απέκτησε ζωή. Ένας παράξενος γέρος έφτασε κει μια μέρα κι έκανε κατάληψη στην κρήνη. Τα νέα διαδόθηκαν σ’ όλο το μεγαλοχώρι μας σε μια στιγμή. Βγήκαν τελάληδες τα παιδιά εις τα στενά και το διαλαλήσαν: «Ήρθε στο χωριό ένας γέρος με φουστάνι».

Τρέξαμε όλοι από περιέργεια να τον υποδεχτούμε, να τον περιεργαστούμε. Σαν αξιοθέατο μάς φάνταζε και ναι, τα παιδιά είχαν δίκιο φορούσε φουστάνι ή μάλλον κελεμπία. Σκεφτήκαμε πως ήταν άραβας, μα γυάλιζε απ’ ασπράδα το πρόσωπό του. Ένα γαλήνιο πρόσωπο.

«Καλώς μας βρήκες γέροντα», τον καλωσορίσαμε.

«Καλώς σας βρήκα άρχοντες», ανταπάντησ’ εκείνος.

«Ποιος καλός άνεμος σ’ έφερε στα μέρη μας;»

«Ο νοτιάς. Είμαι ταξιδευτής!»

Πολύ παράξενος μας φάνηκε τούτος ο γέροντας μα δε μιλήσαμε άλλο, κι εκείνος δε φαίνονταν να θέλει κάτι περισσότερο να μας πει. Οι μεγαλύτεροι κινήσαμε και πάλι για τις δουλειές π’ αναβολή δεν παίρναν, μα τα παιδιά μείναν εκεί και πήραν γύρω του να τραγουδούν και να χορεύουν. Εκείνος τα ’βλεπε χαμογελαστός μα ρούπι από κει που κάθισε δεν το κουνούσε.

Το απόγιομα καθώς γυρίζαμε απ’ τις δουλειές εκεί ακόμα ήταν καθισμένος. Εμείς, νομίζαμε πως θα κάθονταν για λίγο να ξαποστάσει, και μετά πάλι θα κίναγε για τον προορισμό του. Αλλά, εκείνος δε φαίνονταν να έχει τέτοιες σκέψεις. Ακόμα κι όταν φύγαν τα παιδιά κι απόμεινε μονάχος, δεν έλεγε να σηκωθεί γι' αλλού πια να κινήσει.

Πήγα και τον ρώτησα αν θα έφευγε εκείνη τη βραδιά κι εκείνος μ’ απάντησε με σιγαλή φωνή: «Δεν έχω να πάω πουθενά, αφού δω μ’ έφερε ο δρόμος». Τι να του πω δεν ήξερα έτσι κίνησα για το σπιτικό μου. Μόνο του έστειλα λίγο φαΐ με το μικρό μου γιο και την παραγγελιά αν θέλει απόψε στο δικό μου φτωχικό να ξαποστάσει. Μου μήνυσε με το μικρό πως για χρόνια πολλά κρεβάτι του έχει τη γη, κουβέρτα του τον ουρανό, κι όσο για φαΐ, χάρη στην καλοσύνη μου θε να χορτάσει.

Νωρίς νωρίς τ’ άλλο πρωί, σχεδόν προτού χαράξει, κίνησα να πάω στα χωράφια για να ποτίσω. Μα, δεν άντεξα στον πειρασμό και πέρασα απ’ την κρήνη. Ο γέροντας εκεί ήταν καθιστός, και φαίνονταν να σκέφτεται και να φεγγοβολάει. Άγγελος για δαίμονας είναι, θεέ μου, αυτός; ναρωτήθηκα. Τον πλησίασα και του χάρισα μια καλημέρα. Με καλημέρισε κι αυτός.

«Τι κάνεις παππού;»

«Σκέφτομαι παιδί μου».

«Τι σκέφτεσαι;»

«Την ευτυχία!»

Δεν απόσωσε να πει και μια απόκοσμη γαλήνη πλημμύρισε και πάλι το πρόσωπό του. Κίνησα για τα χωράφια. Δεν ένιωθα πως μπόραα του γέροντα εκείνου την ψυχή να τηνε διαβάσω.

Περνάει μέρα, περνούν δυο κι ο γέροντας εκεί στην κρήνη. Του έστελναν φαΐ οι χωριανοί με τα παιδιά κι αυτός τους ευχαριστούσε. Κι αν τον ρωτούσανε τι έκανε, πως σκέφτεται την ευτυχία απαντούσε.

Με τα παιδιά φίλεψε μεμιάς κι οι μεγαλύτεροι δεν τον κακοκοιτούσαν. Παράξενος πολύ ο γέροντας αλλά γιομάτος καλοσύνη, και με τον καιρό νιώθαμε πως έγινε δικός μας. Τ’ όνομά του δεν το μάθαμε ποτές κι έτσι δεν ξέραμε πως να τον αποκαλούμε. Στο τέλος τέλος έγινε "Ο γέρος που σκέφτεται", για όλο το χωριό.

Μια φορά που είχα πρόβλημα και λύση δεν μπόραα να βρω, είπα το γέροντα να ρωτήσω, κι αυτός χωρίς καλά καλά να το σκεφτεί μου είπε τι να κάνω. Στην κυρά μου πάω να το πω αλλ’ αυτή με προλαβαίνει: «Σκέφτηκ’ ο γέροντας για σε, έτσι δεν είναι;» Τ’ ομολόγησα.

Καθώς πέρναε ο καιρός η φήμη του έφτασε και στ’ άλλα τα χωριά και συχνά πυκνά άνθρωποι περαχωρήτες έρχονταν για να τον επισκεφτούνε. Όλοι τους φτάναν σκεφτικοί αλλά με χαμόγελο γλυκό έφευγαν στα χείλη.

Τα παιδιά που πιότερο τα αγαπά τον περιτριγυρίζαν. Πού και πού έβγαινε απ’ τις σκέψεις του, σηκώνονταν μαζί τους για να παίξει και να τους πει ιστορίες. Κι αυτά π’ αυτί δεν είχανε ν’ ακούσουν τον παπά που στο σκολειό γράμματα τους εμάθαινε, κοντά του καθόνταν σιωπηλά κι υπάκουα, κι απ’ ό,τι είχε να τους πει δε χάναν λέξη. Όταν έπαιρνε να πέφτει η νυχτιά τα κλείνε όλα μες στη μεγάλη του αγκαλιά και τα καληνυχτούσε. Κι εκείνα για τα σπίτια τους τράβαγαν, στους δικούς τους για να πουν μια νέα ιστορία.

Μάη μήνα ήταν που έφτασε κει ο γέροντας και πήγε Αύγουστος κι αυτός κρεβάτι ποτέ δεν είδε. Μονάχα εκεί στην κρήνη εκαθότανε, κι εσκέφτονταν την ευτυχία. Την ευτυχία που σιγά σιγά άρχισε να πλημμυρίζει το χωριό χωρίς καλά καλά κανείς μας να το εκαταλάβει. «Δαίμονας είναι», έλεε ο παπάς, «Άγιος» οι κυράδες, και τα παιδιά, στα πόδια του εκάθονταν κι εκειός τα εβλοούσε.

Απ’ την ήμερα που έφτασε εις το χωριό ολονών τα σπιτικά ημερέψαν. Δεν άκουγες κανένα τσακωμό, μονάχ’ όλοι με αγάπη και ομόνοια εζούσαν. Κι αν είχαν κάποιο πρόβλημα στο γέρο μεμιάς ετρέχανε για να το ελύσει. Μονάχα στο δικό του ρώτημα δε φαίνονταν να βρίσκει κάποια άκρη.

«Βρήκες την ευτυχία, γέροντα;»

«Τη σκέφτομαι, τη σκέφτομαι πολύ παιδί μου», έλεε, «δε θα μου ξεφύγει».

Όσο περνούσε ο καιρός όλο και πιο μακριά η φήμη του απλωνόταν. Πολύς ο κόσμος που έφτανε τις Κυριακές για να ιδεί «το γέροντα που σκεφτόταν», ακόμη κι απ’ τη χώρα. Αυτός ένα καλό λόγο είχε για τον καθένα τους να πει, αγάπη να χαρίσει, κι όλος ο κόσμος εμίλαε για το χωριό που ’χε ένα άγιο άνθρωπο να κάθεται στην κρήνη. Και σαν τους ερωτούσαν, εκείνοι που δε γνώριζαν τι κάνει εκεί, «σκέφτεται την ευτυχία» απαντούσανε, και τα πρόσωπά τους φέγγανε σα λαμπάδα.

Κάποια Παρασκευή απόγιομα, λίγο προτού ο ήλιος δύσει, είδαμε ξάφνου το γέροντα απ’ τη θέση του ν’ αναπηδάει και χοροπηδώντας δω και κει να φωνάζει, να γελά και σαν παλικάρι νιο να τραγουδάει.

«Τι έγινε, γέροντα;», τρέξαμε όλοι να μάθουμε, απ’ όλες τις κατευθύνσεις. Αυτός δε μας απάντησε μα πήρε να χορεύει. Ώρα δεν πέρασε πολύ και παιδιά και νιοι και γέροντες μπήκαμε στον τρελό χορό του. Ένα λαγούτο κάπου ακούστηκε να μας ακομπανιάρει, κι οι γυναίκες έφεραν βαρέλια το κρασί, πιατέλες τους μεζέδες, και σμίξανε κι αυτές με μας σ’ ένα ουράνιο γλέντι. Ακόμη κι ο παπάς ξεχάστηκε και μπήκε στο χορό, ρουφώντας μαζί μας τη χαρά και την ελευθερία.

Ώρες και ώρες κράτησε το γλέντι αυτό κι απλόχερα χάρισε σ’ όλους που ’τανε εκεί την ευτυχία. Σαν κόπασε ο χαλασμός το γέροντα πλησίασα για να τονε ρωτήσω πάλι:

«Τι έγινε παππού;».

«Βρήκα την ευτυχία παιδί μου!».

«Πού τη βρήκες;».

«Στη μη σκέψη!», απάντησε ένα χαμόγελο ολάκερος και κίνησε για τα χωράφια. Χαμογέλασα κι εγώ και πήγα να βρω τη φαμελιά μου.

Το άλλο πρωί ένας ψίθυρος διέτρεξε όλο το χωριό πως ο καλός ο γέροντας είχε πια φύγει. Αλλά, πράγμα παράξενο, κανείς δε φαίνονταν στ’ αλήθεια να λυπάται. Λες κι ένα χέρι μαγικό με μια αλλόκοτη χαρά μας είχε ντύσει.

Πέρασε, πέρασ’ ο καιρός και κάποια μέρα ήρθε στο χωριό ένας πραματευτής απ’ τη χώρα. Μας είπε πως σ’ ένα μακρινό χωριό ένας γέροντας κάθονταν στην πλατεία, κάτω από ’να πλάτανο, κι εσκέφτονταν την ευτυχία…

Λάκης Φουρουκλάς

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.