Δαίμονας με γκρίζο μανδύα


 

Αν το χτυπήσω κάτω, απείλησε κραδαίνοντας το ξύλο στο χέρι του, όλη  η Γη θα νιώσει πως κρατάω παλούκι. Άγγιξε το ογκώδες ραβδί στο πέτρινο πάτωμα και ακούστηκε ένας ξερός παγερός κρότος. Ο ήχος διαπέρασε το κρανίο μου κάνοντάς με να ανατριχιάσω. Μέσα στις δονήσεις αυτού του κρότου, αργά, από έξω προς το κέντρο, βρήκα την αλήθεια που μου διέφευγε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποιούσα πραγματικά το που βρισκόμουν. Ένοιωσα την έλλειψη της οικογένειάς μου, την έλλειψη της χειροπιαστής πραγματικότητας. Κάποιος τράβηξε το χαλί κάτω απ τα πόδια μου και για μια στιγμή κλονίστηκα. Γύρισα την πλάτη στην ψηλή γεροδεμένη φιγούρα, και έκανα να φύγω. Στο δεύτερο βήμα ο άντρας με πρόλαβε. Χωρίς κανέναν ήχο που να με προειδοποιήσει πως με ακολουθούσε, το γκρίζο βαρύ ύφασμα της κουκούλας του άγγιξε τα μαλλιά  μου και η ανάσα του στο σβέρκο μου χαχάνισε: Σαν να άρχισες να φοβάσαι τώρα, έτσι; Σου δίνω δύο μέρες να βρεις τη λύση, συνέχισε όταν ξαναγύρισα να τον αντικρίσω κατά πρόσωπο. Σήκωσε το χέρι με το δάχτυλο τεντωμένο και μου έδειξε ένα φύλο χαρτί με μια παράγραφο στο κάτω μέρος, αφημένη πάνω σε ένα ξύλινο παλιό έδρανο. Ήμουν απόλυτα σίγουρη πως δεν είχε ιδέα ότι μέσα στην τσέπη του μπουφάν μου είχα το πρωτότυπο χειρόγραφο, γεμάτο ιδεογράμματα και περίτεχνες σφραγίδες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν το ήξερα ούτε κι εγώ. Έχωσα το χέρι στην τσέπη για να επιβεβαιώσω την παράξενη γνώση. Ήταν πράγματι εκεί, ένα διπλωμένο, ελαφρά ανάγλυφο χαρτί.

Θυμόμουν: Ήταν ένας θησαυρός που είχα ψαρέψει μέσα από το μπαουλάκι του Σαν Ζέυ, αν και αυτό δεν άλλαζε την ανικανότητά μου να το αποκρυπτογραφήσω. Έμοιαζε σαν να είχαν γραφτεί οι σειρές λάθος. Μια πρόταση ξεκινούσε και μόλις κατέβαινες στην επόμενη σειρά χανόταν κάθε λογικός ειρμός, παρόλο που γραμματικά και συντακτικά η πρόταση συνέχιζε σωστά. Περίεργα ορθογραφικά λάθη συμπλήρωναν το αίνιγμα. Είχα περάσει αλήθεια ώρες κοιτώντας εκείνο το κιτρινισμένο χαρτί αλλά το μόνο που ήξερα πια ήταν πως δεν καταλάβαινα τίποτα.
    
Έκατσα στο έδρανο και ατένισα την μεγάλη πετρόχτιστη αίθουσα. Οι μεγάλες λαξεμένες πέτρες είχαν σκουρύνει από τα χρόνια, και είχαν πάρει το ίδιο γκρίζο χρώμα με τον μακρύ μανδύα που φορούσε ο δαίμονας πάνω από τα κατά τα άλλα σύγχρονα ρούχα του.  Από πίσω του καμάρες  οδηγούσαν σε σκοτεινούς διαδρόμους, υπονοώντας την αχανή έκταση του κτηρίου. Από πίσω μου ένας τεράστιος τοίχος. Αριστερά μου ο τοίχος σταματούσε στη μέση της αίθουσας δίνοντας την θέση του σε μια συστοιχία από θεόρατες κολώνες που άφηναν το αχνό φως του σούρουπου να σε ξεγελά για μια ανύπαρκτη ελευθερία περνώντας ανάμεσά τους. Και δεξιά μου, σε μια σκιερή σκοτεινή γωνία, σε μια εσοχή του τοίχου, μια ξύλινη κατασκευή που έμοιαζε με γιγάντια βαριά σκαλισμένη ντουλάπα ήταν ο μόνος τρόπος που γνώριζα ότι έβγαζε στα σίγουρα έξω από το αιωνόβιο κτίσμα. Ένοιωσα να χάνομαι σε ένα είδος παραίσθησης, σαν να ήμουν υπό την επήρεια κάποιας περίεργης ουσίας.

Μια γνώριμη φωνή μου ψιθύρισε λόγια παλιά, λόγια που ήξερα μα είχα ξεχάσει:

Δάσκαλος με γκρίζο μανδύα
Κρατώντας στα χέρια παλούκι
Γυρίζει σ εμένα και λέει:
«Αν θες να χτυπήσω την πέτρα
Ο κόσμος σου όλος θα μάθει
Στα χέρια πως όπλο κρατάω.»
Δυο μέρες μου έδωσε μόνο
Τη λύση του γρίφου να φέρω,
Μα κάτι κι αυτός δε γνωρίζει:
Στην τσέπη μου μέσα κρυμμένο,
Ξανά και ξανά διπλωμένο
Το χειρόγραφο του γρίφου κρατάω.
Γραμμένο σε χρόνους χαμένους
Με πένα από αίμα γεμάτη
Δικό μου και δίκη μου είναι...
Ο κόσμος μου όλος συντρίμμια
Γιατί δεν κατάφερα ακόμα
Τη λύση του γρίφου να δώσω.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου, Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, απόσπασμα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.