Μια αγία εν αναμονή - Της τύχης τα γυρίσματα (Τελευταίο κεφάλαιο)



Είναι χωμένη στην αγκαλιά μου βαθιά και κλαίει με άηχους λυγμούς, σχεδόν από μέσα της. Τα δάκρυα ένα-ένα, σαν αργόσυρτο ρυάκι, τρέχουν και μου ποτίζουν μ’ αλμύρα και καημό τον κόρφο.

Συγκινήθηκε πολύ με την ιστορία της μάνας της η Ιωάννα, ένιωσε οδυνηρά τον πόνο της να της σκίζει τα στήθια, ήπιε κι αυτή μια δόση απ’ το φαρμάκι της ζωής της δικής της σαν έμαθε για το νέο κακό που ήρθε να τους χτυπήσει την πόρτα, την αρρώστια της. Χρειαζόταν κάποιον. Κάποιον για να μιλήσει, έναν ώμο αγαπημένο για ν’ ακουμπήσει και να ξαλαφρώσει λίγο απ’ της ψυχής τα βάρη. Οι λυγμοί της ηχούσαν μοναχικοί, ξεδιάντροπη παραφωνία, στο αδιάφορο δωμάτιο, ανάμεσα σ’ ανήσυχους τοίχους. Έκανε την καρδιά της πέτρα, θυμήθηκε τα λόγια της Αγγελικής, την έκανε πούπουλο, πήρε μια βαθιά ανάσα, κι αποφασιστικά σήκωσε το ακουστικό και μου τηλεφώνησε, στις τρεις η ώρα το πρωί. Το μόνο που κατάφερε να πει ήταν το όνομά μου:

«Αντώνη…» ψιθύρισε και ο πόνος που χύθηκε απ’ τη φωνή της ράγισε το μέσα μου, οι λυγμοί που ακολούθησαν μου μίλησαν για όσα ήθελα να μάθω, τα απολύτως αναγκαία δηλαδή, μου είπαν ότι έπρεπε να βρεθώ κοντά της.

«Έρχομαι αμέσως», της είπα αποφασιστικά και κατέβασα με βιάση το ακουστικό, ενώ εκείνη παρέμεινε για πολλή ώρα ακόμη να το κρατάει ακίνητη, βουρκωμένη, με ηχητική υπόκρουση τον ενοχλητικό ήχο του κενού. Σε λίγα λεπτά της κτυπούσα την πόρτα.

Και τώρα, είναι χωμένη στην αγκαλιά μου και συνεχίζει να κλαίει. Για το τέλος μιας λυπημένης ιστορίας, για την αρχή μιας άλλης. Για την καλοσύνη και την καρτερικότητα της μάνας, για την καλοσύνη και την καρτερικότητα του κόσμου που χάνεται. Για τον έρωτα που θέλησε να σκοτώσει μα δεν μπόρεσε, γι’ αυτόν που ήθελε να διώξει και που τώρα την κρατούσε στην αγκαλιά του. Πολλοί οι λόγοι. Πολλά τα δάκρυα.

«Όλα θα πάνε καλά, αγάπη μου», της ψιθυρίζω με σιγουριά, καθώς με τα λόγια μου, με λέξεις αληθινές μα λίγο ανούσιες, προσπαθώ να ζεστάνω της καρδιάς της την παγωνιά, να της μεταδώσω απαλά και με το έτσι θέλω μια δύναμη που δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι διαθέτω.

«Ήμουνα τυφλή, πάντα τυφλή ήμουνα», αρχίζει να μαστιγώνει τον εαυτό της, το είναι της να αυτοτραυματίζει. «Ποτέ δεν μάντεψα τον πόνο της μάνας μου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πόσο σε αγαπούσα. Τίποτα! Μέχρι τώρα απολύτως τίποτα δεν ήξερα η τρελή».

Ναι, έτσι ακριβώς νιώθει η κακόμοιρη, τρελή. Επειδή ξέχασε τις συμβουλές της Μαργαρίτας. Τρελή κι αδύναμη, ένα κλοτσοσκούφι της μοίρας, αδύναμη αφού δεν μπορεί να κάνει κάτι για να βοηθήσει τη μάνα της, γιατί στο τέλος-τέλος δεν είναι κι αυτή παρά μια μαριονέττα στο μεγάλο τσίρκο του κόσμου.

Ετούτο το χειρόγραφο, που είναι αφημένο στο πάτωμα δίπλα της, αυτή η βγαλμένη από κάποιο εφιάλτη ιστορία, της άνοιξε τα μάτια και τη σκότωσε. Τη σκότωσε για να τη βοηθήσει να γεννηθεί ξανά, για να γίνει καλύτερος άνθρωπος.

«Αντώνη, συγχώρεσέ με», με παρακάλεσε, με μάτια που στάζαν τρυφερότητα και ταπεινή ικεσία.

«Μη ζητάς συγγνώμη, ψυχή μου, όλα θα πάνε καλά. Είμαι εδώ…»

«Δεν μου αξίζεις. Σε πλήγωσα».

«Αυτό, αγάπη, ίσως και να στο ανταποδώσω κάποια μέρα», απάντησα πειραχτικά, χαμηλόφωνα. «Τι σου συνέβηκε;»

«Αυτό», είπε και μού έδειξε το χειρόγραφο, «η ιστορία της μάνας μου».

«Θέλεις να μου πεις;»

«Όχι απόψε. Απόψε θέλω μονάχα να μείνω έτσι, ακριβώς όπως είμαι, κρυμμένη στην αγκαλιά σου. Θέλω να κλάψω, να με βρίσω, να με συγχωρέσω. Θέλω… Θέλω…»

«Πες μου!»

«Θέλω και να σου ζητήσω μια μεγάλη χάρη, Αντώνη. Αν μου αρνηθείς ορκίζομαι ότι δεν θα σε παρεξηγήσω, ότι δεν θ’ απογοητευτώ».

«Άντε, λέγε, μου κίνησες την περιέργεια».

«Θέλω να κάνεις αυτό που κάνεις καλύτερα από καθετί, να γράψεις κάτι, αλλά να το κάνεις για μένα. Μπορείς;»

«Μπορώ;»

«Μόνο αυτό σου ζητώ. Τίποτ’ άλλο δεν θ’ απαιτήσω από σένα, ποτέ! Θέλω να καθίσεις και να ξαναγράψεις αυτή την ιστορία, να την κάνεις βιβλίο και βίβλο – τη βίβλο της ζωής της μάνας μου».

Έμεινα για λίγο σιωπηλός, αμήχανος. Θα μπορούσα άραγε να κάνω αυτό που μου ζητούσε; Δύσκολο, αλλά όχι ακατόρθωτο. Φτάνει το θέμα να με εμπνέει.

«Θα προσπαθήσω. Αυτό μονάχα μπορώ να σου υποσχεθώ».

«Κι αυτό μου αρκεί!»

«Χαμογέλα λίγο, καλή μου, αύριο θα είναι μια νέα μέρα».

«Κι εγώ θα είμαι εδώ, μαζί σου».


Λάκης Φουρουκλάς

Αύγουστος 2007 – Ιούνιος 2009

Λευκωσία-Τσιανγκ Μάι

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.