''Καλύτερα να σ' έλεγαν Μαρία..''


Καλύτερα, σκεφτόταν η Μαρία και περνούσε τη βελόνα μέσα από το τσίτι και πάλι την έβγανε και σταύρωνε τις ραφές και τραβούσε κι έπειτα έκοβε το νήμα με τα δόντια, δίχως να τραβάει μα τρίβοντας μεταξύ τους τους κοπτήρες ώστε να σχιστεί ομοιόμορφα η κλωστή. Καλύτερα που δεν ήρθε ο Νίκος να τη γυρέψει από τον κύρη της και να τους ανακατώσει, γιατί η μεγαλύτερη αδερφή της δεν είχε ακόμη αρραβωνιαστεί κι η νύφη της ετοίμαζε ένα γιο στον αδερφό της και το μικιό ήθελε καινούρια ποδήματα και δεν ήταν καλές μέρες τούτες για να την προικίσουν. Δεν την είχαν πάρει και τα χρόνια, έκλεινε τα δεκαεφτά κι ο Νίκος θα μπάρκαρε στην αρχή του μήνα κι άμα γυρνούσε, της είχε πει στο Πανηγύρι, θα τη στεφανωνόταν. Εκείνη χάρηκε, γιατί ο Νίκος ήταν όμορφος νέος, και καλός -της είχε δώσει δυο τριαντάφυλλα, ένα λευκό κι ένα άσπρο και δεν είχαν διόλου μελίγκρα μήτε φαγωμένα φύλλα σαν εκείνα που μάζευε από την άκρη του δρόμου στον κήπο του ερημωμένου σπιτιού πλάι στη Νεράιδα. Θα'καναν σίγουρα από ένα δίφραγκο το καθένα. Τα φύλαξε στο προσκεφάλι της, κάτω από το μαξιλάρι της, για να μην τα δουν ο πατέρας κι η μάνα ή ακόμα κι εκείνη η Λαζαρίνα, το μικιό, που όλο μαρτυρούσε, και την νομίζαν ότι σουλάτσαρε δεξιά κι αριστερά. Ενώ στην πραγματικότητα ο Νίκος την είχε πλησιάσει, εκείνη ήταν με τη μεγάλη της αδερφή, τη Βαγγελιώ και με την Φωτεινούλα του νερουλά και κοιτούσε τη δουλειά της, κανέναν δεν προκαλούσε.
  Ποτέ δεν προκαλούσε η Μαρία, δίχως να είναι άβουλη, όμως, σαν τη Βαγγελιώ που δεν τολμούσε να κοιτάξει στα μάτια κανέναν σα μιλούσε, παρά τις αδερφάδες τις. Η Λαζαρίνα ήταν γλωσσού κι αντιδραστικιά, από τώρα, στα δέκα της, μα τη λάτρευε ο πατέρας και ποτέ δεν την έδερνε κι ας έλεγε πότε πότε βρωμόλογα και σήκωνε μπαϊράκι. Θα πας για ύπνο χωρίς φαϊ, της αγρίευε όταν ατακτούσε κι έπειτα, όταν πίστευε ότι κανένας δεν τον έβλεπε, της πετούσε ένα ξεροκόμματο κάτω από την πόρτα του πλυσταριού που κοιμόσαντε τα τρία κορίτσια. Ήταν η μικρότερη κι έμοιαζε του Κωσταντή, του μεγαλύτερου αδερφού που είχε χαθεί τότε: μόνο οι δυο τους, από τα πέντε αδέλφια, είχαν τα ολοπράσινα μάτια της Μάνας και δέρμα σα γάλα. Τα άλλα τρία ήσαν μελαμψά, μαυροτσούκαλα και είχαν πυκνά φρύδια και σκούρα ματόκλαδα. Η Μαρία είχε και μια ελιά στο μάγουλο, κάτω από το δεξί μάτι, που ποτέ, βέβαια, δεν την είχε προσέξει- είχε το μυαλό της στα τσίτια και τα πλεχτά, παρατηρούσε με κάποια πικρία, και δεν ήξερε να κοιτάζεται στο μοναδικό κατακαπνισμένο καθρέφτη του σπιτιού που κρεμόταν κάτω από την Παναγιά μπρος στην εξώπορτα και να κρίνει τα κάλλη της. Δυο χέρια και δυο πόδια είχε κι ήταν ψηλή για κορίτσι κι όλα τούτα έφταναν, γιατί δούλευε κι έβγαζε μονάχη το ψωμί της κι ο πατέρας της τής έπαιρνε ένα μερίδιο από το μεροκάματο και το έβαζε στην άκρη. Για να σε προικίσω, έλεγε με καμάρι, λες κι υπαινισσόταν πως η μεσαία του κόρη κάπου έπραττε σωστά, ενώ η άλλη είχε πιότερη δείλια παρά τσαγανό και σχεδόν ποτέ δεν την είχε δείρει, όχι επειδή της είχε αδυναμία, όπως της Λαζαρίνας μα επειδή δεν χρειαζόταν. Η Βαγγελιώ δε σήκωνε κεφάλι, δεν αντιμιλούσε ούτε αντιστεκόταν κι αυτή η δείλια της την έκανε να μοιάζει πιο πολύ με ποντίκι παρά με άνθρωπο. Ζύγωνε τα εικοσιένα μα έμοιαζε με δεκαπέντε χρονώ κι έλεγε η Μάνα ότι για αυτό δεν είχε φανεί κανένας να τη ζητήσει ακόμη, γιατί δεν την αντίκριζε κανένας ποτέ κατά πρόσωπο, όπως πάντα κοιτούσε χάμω, κι έτσι δεν ξέραν πως μοιάζει. Γνώριζε, όμως, η Μαρία, πώς δεν ήταν άσχημη.
 Ούτε η Βαγγελιώ ήταν άσχημη, μα άχαρη ήταν, ενώ η Μαρία είχε θαρρετό περπάτημα κι αντίκριζε πάντα κατάματα τον συνομιλητή της, όποιος κι αν ήταν: ο κύρης της, ο αδερφός της, που μεγάλη αδυναμία της είχε γιατί όλες τους τις ζαβολιές τις κάμανε μαζί -κι είχαν πολλές ζαβολιές σκαρώσει, ας ήταν μαύρα χρόνια και πικρά εκείνα που μεγαλώνανε, εκείνος εφτά χρόνια πιο μεγάλος και σκυφτός σα γέρος άνθρωπος παρά μόνον όταν έπαιζε με την αδερφή του κι όταν μαστόρευε, από τότε καμωμένος για τη δουλειά που του έλαχε ύστερα- ο γαλατάς κι ο γιός του ή κι οι ξένοι άνθρωποι που πότε τη ρωτούσαν στο δρόμο από το εργοστάσιο για το σπίτι το ένα και το άλλο, πότε για πρόσχημα και πότε για αληθινή ενημέρωση. Εκείνο το βράδυ, χάζευε αχόρταγα γύρω γύρω στην πλατεία, τους πάγκους, τους ξένους και τους γνωστούς και τους πωλητές κι έτσι την είχε πλησιάσει το παλικάρι που λίγο ήξερε από τότε που ήσαντε μικρά στα χαμόσπιτα και παίζαν με ένα κουρελένιο τόπι, πριν καν χωριστούν τα αγόρια από τα κορίτσια στα παιχνίδια τους. Του είχε απαντήσει θαρρετά, όταν τη ρώτησε πώς ήταν κι έπειτα για την οικογένειά της, για τη Μάνα, τον Πατέρα, τη Λαζαρία και τον Γιώργο. Και στη Βαγγελιώ είχε απευθυνθεί ευγενικά, όπως θα έκανε ένας μεγάλος άντρας, και στη Φωτεινούλα. Μάλιστα, τις είχε παινέψει για τα καλά φουστάνια τους : η Μαρία είχε νιώσει ένα τσίμπημα στο στέρνο, τότε, μα λογίστηκε πως πράγματι ήταν δίκαιο που είχε πάρει πρώτα η Βαγγελιώ φουστάνι γιατί είχε χρόνια το ίδιο και παρόλο που κολυμπούσε μέσα του, ειδικά στο στήθος της τής καθόταν σαν άδειο σακούλι, είχε ξεθωριάσει κι έμοιαζε άσκημο, πιο άσκημο από αυτό που είχαν συνηθίσει τα προσφυγόπουλα.
 Έπειτα, ο Νίκος είχε καθίσει σιμά της, παίρνοντας το θάρρος μοναχός του κι είχε ασχοληθεί αποκλειστικά μαζί της. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος την προσέγγιζε έτσι, με εξαίρεση τον Πετρή, το γιο του γαλατά, με τον οποίο η Μάνα τη δασκάλευε να διατηρεί αποστάσεις γιατί ήταν, λέει, αλαφροϊσκιωτος -νευρασθενικός, υπονοούσε, μα δύσκολα λέγονταν αυτά τα λόγια κι η ίδια η οικογένεια του Πετρή τον έβανε να δουλεύει για να κρύψει την οποιαδήποτε παρέκκλιση κι ανωμαλία, παρόλο που είχαν άλλους τρεις γιούς που ήταν πολύ ασκημότεροι αλλά είχαν τα λογικά τους. Ήταν οφθαλμοφανές πως ο Πετρής είχε αδύναμη κράση, μολονότι μιλούσε πάντα ευγενικά κι ήταν όμορφος σαν κορίτσι. Ας ήταν θεόρατος στο ύψος και λιπόσαρκος, πετσί και κόκκαλο, με τεράστιους συνδέσμους, είχε δέρμα τόσο λευκό που διαφάνιζε και διάβαζες τις φλέβες στα βλέφαρα και τα μάγουλά του και μαλλιά αχυρένια κι έμοιαζε με τις ξεθωριασμένες βασιλοπούλες στο μοναδικό βιβλίο που είχε η Φωτεινούλα από τη μάνα της, τη δασκάλα, που έμεινε πίσω και πέθανε με ένα μωρό στην κοιλιά. Καμιά φορά, όπως ξεμάκραινε, κάτι μουρμούριζε μοναχός του κι οι κακές γλώσσες έλεγαν πως καμιά φορά τη νύχτα έβγαινε από το σπίτι ουρλιάζοντας, μισόδγυτος κι ο πατέρας του έτρεχε ξοπίσω του να τον μαζέψει- λέγαν ακόμα, κάποιοι αθεόφοβοι, πως ο γαλατάς έκλαιγε κείνες τις νύχτες, μα η Μαρία δεν αγαπούσε την εικόνα αυτή του τεράστιου, σωματώδη άντρα με το κατακόκκινο πρόσωπο να βουρκώνει σαν παιδί και την έδιωχνε από το νου της κουνόντας το μαύρο κεφάλι της. Κι αποκρινόταν πάντοτε ευγενικά στον Πετρή, ειδικά όταν εκείνος έδειχνε πιο άσπρος -σωστό φάντασμα, δηλαδή, χειρότερα από ασθενή στη νεκρόκασα- από συνήθως κι ας τρόμαζε λίγο και του είχε μπαλώσει δυο-τρεις φορές το πουκάμισο, γιατί ήταν η καλύτερη ράφτρα του συνοικισμού. Εκείνος, πέρα από την πληρωμή της κι από το μικροσκοπικό μπουκαλάκι που τους άφηνε μια φορά εβδομαδιαίως, να πίνει η μικρή για να κάνει γερά κόκκαλα και να ψηλώσει γιατί ήταν σαν τσιλιβίθρα, της είχε γεμίσει μια καρδάρα με φρέσκο γάλα κι είχαν πιεί όλοι από ένα φλιτζάνι του καφέ εκείνο το βράδυ, μετά από πολλά χρόνια. 'Σ'ευχαριστώ, Μαρία', της είχε πει κι είχε τονίσει το όνομά της όπως θα ξεδιάλεγε ένα αψεγάδιαστο χαμομήλι ανάμεσα στα παλιόχορτα κι η καρδιά της είχε χάσει ένα χτύπο. Ξέραν, όμως, οι κοπέλες - από γεννησιμιού τους, άραγε; - να κρύβουν αριστουργηματικά τούτες τις αιφνίδιες ζαλάδες. Τον είχε ευχαριστήσει, το λοιπόν κι εκείνη για το δώρο με ένα σφιχτοδεμένο χαμόγελο κι είχε χαθεί μέσα στο χαμηλό σπίτι και διόλου δεν είχε ασταθέψει το βήμα της. Μπορεί να είχε καλή δουλειά, να'βγανε μεροκάματο που ο αδερφός της, ο Γιωργής ο Μάστορας, δεν τα φανταζόταν, δουλεύοντας για τους κτηνοτρόφους στα περίχωρα και μοιράζοντας γάλα σε όλους τους συνοικισμούς, μα τί να τον έκανε άμα ήταν πειραγμένος; Ποιος ήξερε αν θα μπόρηγε καν να της κάνει γιούς, στοχαζόταν κι ας ντρεπόταν, γερά εργατικά χέρια που θα τη γλίτωναν ίσως μια μέρα από τη φτώχεια και την ανέχεια;
 Ο Νίκος, αυτός μάλιστα, ήταν σώος και μάλιστα έξυπνος. Την είχε κάνει να γελάσει στο πανηγύρι, με όλα εκείνα που της έλεγε και με τις ιστορίες του. Είχε ήδη μπαρκάρει δυο φορές, στα εικοσιτρία του και στα ταξίδια του είχε δει πράματα πέρα από τα χαμόσπιτα, τα χαμίνια και τη βρώμα. Όχι πως δεν αγαπούσε τη γειτονιά της, η Μαρία -δεν ήξερε άλλη, άλλωστε, ήταν πολύ μικρή στον ξεριζωμό και δε θυμόταν τίποτα απολύτως. Την πρώτη ανάμνησή της την είχε πολύ αργότερα, στα έξι ή τα εφτά της, να παίζει με τα παιδιά στο χωματένιο στενό και η Μάνα να πλένει τα πενταβρώμικα πόδια της με έναν σκουριασμένο, πολυγανωμένο κουβά. Ήταν πριν πάνε στο τωρινό τους σπίτι, τότε που ήταν ακόμη πιο Δύσκολα και ο πατέρας δε μιλιόταν και όλο έβριζε και βλαστημούσε ότι θα πέθαινε από τη δουλειά σαν το σκυλί, μα τελικά τα είχαν καταφέρει και μάζεψαν δυο δραχμές και πήγαν σε ένα σπίτι κανονικό, με τοίχους, και ξεχαστήκαν όλα εκείνα τα βράδια και τα χαστούκια και η ανακατοσούρα από το άδειο στομάχι- όμως λαχταρούσε να γνωρίσει κι άλλες πόλεις και πατρίδες και ίσως, αναθάρρευε, να ξεκολλούσε λίγο το μάτι της από τούτα τα στενά και τις σκεβρωμένες γυναίκες που φορούσαν όλες μαύρα. Ύστερα πέρασε ένα χαμίνι και με αυθάδεια γύρεψε του Νίκου να αγοράσει ένα από τα τριαντάφυλλα που βαστούσε για ένα φράγκο 'για την κοπελιά του' (κοκκίνισε η Μαρία, άθελά της, κι έκρυψε τα αυτιά της στο μαντήλι της που ευτυχώς ήταν κι εκείνο κόκκινο) κι εκείνος όχι μόνο δε θύμωσε και δεν το αποπήρε με μια κλωτσιά, μα γέλασε και αγόρασε δυο ρόδα και του δωσε δυο δίφραγκα, όχι λίγα λεφτά, και τα χάρισε της Μαρίας. Τότε ήταν που οι άλλες δυο κοπέλες κοιταχτήκαν συνομωτικά και πήγαν να σταθούν λίγο πιο μπροστά, ώστε να μην ακούν τα λόγια που αντάλασσαν οι δύο νέοι και να τους κρύβουν από την κοινή θέα, μην τυχόν κακολογηθούν από τους τόσους καλοθελητές της γειτονιάς.
 Ο Νίκος είχε πιάσει το χέρι της στο δικό του -η καρδιά της κόντεψε αληθινά να σπάσει, εκείνη την ώρα κι αυτή τη φορά ήταν πολύ δύσκολο να το κρύψει- και είχε ήρεμα παρατηρήσει όλες τις πληγές από τις βελονιές και τους κάλους στα ακροδάχτυλα και τις φουσκωμένες αρθρώσεις. 'Δεν πονάς;' της γύρεψε κι εκείνη χωρίς να το σκεφτεί του απάντησε, 'όχι, περισσότερο πονάω όταν πεινώ'. Μόλις το ξεστόμισε, κατάλαβε την αναίδειά της και ντράπηκε παραπάνω. Ωστόσο, του Νίκου φάνηκε να του αρέσει η απάντησή της και γέλασε ξανά κι ο κόμπος στο στέρνο της λύθηκε. 'Είσαι πολλά όμορφη, Μαριώ, για να δουλεύεις στο εργοστάσιο. Αν ήσουνα γυναίκα μου, δεν θα σ'άφηνα να πληγιάζεις τα χέρια σου και σίγουρα ούτε να ξεπορτίζεις, μόνο για να μιλάς με τις φιλενάδες και τις αδερφάδες σου και τους δικούς σου και να κάνεις χάζι. Μπορεί και να σ'έπαιρνα μαζί στο καράβι, να έβλεπες την Άλλη Ζωή, μακριά από αυτόν το χαμότοπο.' Τα τελευταία ήταν τα μόνα λόγια που δεν αρέσανε της Μαρίας, γιατί αχάριστη δεν ήταν κι αυτός ο τόπος είχε θρέψει εκείνη και την οικογένειά της μετά το Χαμό, η Παναγιά τους είχε φυλάξει και τους είχε χαρίσει εργασίες κι ένα σπίτι με τρια δωμάτια τη στιγμή που άλλοι κλείναν σχεδόν δυο δεκαετίες στα αντίσκοινα και δεν είχαν δεύτερη αλλαξιά κι όταν έπρεπε να πλύνουν την πρώτη γυρνούσαν με τα εσώρουχά τους μπροστά σ'όλον τον κόσμο. Δεν είχε πει τίποτα, εντούτοις, γιατί και να μην πίστευε ότι το είχε παραξηλώσει και θα τη νόμιζε ο Νίκος καμία άξεστη και χωρίς ανατροφή, δεν μπόρηγε να αρθρώσει λέξη. 'Θα'ρθω να το μιλήσω με τον πατέρα σου, από βδομάδα και μπορεί όταν γυρίσω από το ταξίδι το Σεπτέμβρη, να μην είσαι ράφτρα πια', συνέχισε. Μετά, παραμέρισε το μαντήλι της που μόνη της το είχε φτιάξει με χρυσά κεντίδια από ένα παλιό φόρεμα μιας γριάς που απόθανε πριν δυο χρόνια κι ήταν σχεδόν σαν δικά του, και χάιδεψε την ελιά που είχε στο μάγουλο.
'Ποιός στη χάρισε αυτή την ελιά;' είπε. 'Δεν έχω δει πιο ωραία.' Κι εκεί δεν αποκρίθηκε τίποτα, γιατί σκεφτόταν πόσο κοντά ήταν ο Νίκος και πόσο μαλακά ακουμπούσαν τα δάχτυλά του το πρόσωπό της και πως μύριζε πάστρα και σαπούνι κι άντρα, μια μυρωδιά τόσο ασυνήθιστη που ήταν ευδιάκριτη ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες, στο -πανάκριβο- ψημένο καλαμπόκι και την τσίκνα και το κάρβουνο και το συρφετό του κόσμου. Το μόνο που μπόρεσε να του δώσει εκείνη σαν ένδειξη ότι συμφωνούσε με όλα τα θαρρετά λεγόμενά του ήταν, όταν καληνύχτισε εκείνη, την αδερφή της και τη Φωτεινή, με χειραψίες σαν να ήταν μεγάλες και σημαντικές, σαν να ήταν άντρες, που του 'σφιξε πιο δυνατά την παλάμη απ'όσο θα έκαμε άλλοτε. Εκείνος το κατάλαβε, σίγουρα, γιατί την κοίταξε βαθιά στα μάτια. 
Γυρνώντας στο σπίτι οι κουτσούνες της γύρεψανε τι λέγαν μεταξύ τους μα εκείνη απαντούσε αόριστα, μη θέλοντας να προκαλέσει ή ακόμα και να στεναχωρήσει την ακόμα αστεφάνωτη αδερφή της και τη Φωτεινούλα που ήταν γλυκιά μα άπροικη κι είχε το ένα πόδι κοντύτερο και κούτσαινε σαν περπατούσε και πάντα έμενε μονάχη ξωπίσω αν δεν την περίμενες, μόλο που δεν έδειχνε να το ντρέπεται. Οι δυό τους, όμως, δε φάνηκαν να λυπόνται καθόλου κι ίσα ίσα όλο γελούσαν και την πείραζαν, προσπαθώντας να αποσπάσουν λεπτομέριες. Κράτησε όμως το στόμα της κλειστό πέρα από δυο τρείς ασάφειες. Είχε κι ένα λόγο ακόμα, κρυφό: δεν ήθελε να ενθουσιαστεί, να τα πολυσκεφτεί όλα εκείνα που είπε ο Νίκος -ξέραν καλά, τα παιδιά της Κοκκινιάς, να μην πιστεύουν τίποτα από όσα βλέπαν τα μαυρισμένα μάτια τους κι αυτά δεν ήταν και πολλά-πολλά- πέρα από το να μείνουν μια θολή ανάμνηση που θα μεθούσε λίγο την καρδιά της τη νύχτα, όταν πλάγιαζε. Αν χαιρόταν, θα ξεμυαλιζόταν και δε θα'ραβε τόσο γρήγορα και αλάθητα στη Βιομηχανία και πάντα το καμάρωνε που ήταν συγκεντρωμένη στο στόχο της και δε χαζολογούσε σαν κάποιες άλλες, γιατί της κέρδιζε τουλάχιστον έξι λεπτά παραπάνω τη μέρα από κείνες. Κι έπειτα, επιθυμούσε να το κρατήσει μονάχα για αυτή και για κανέναν άλλο. Ας ήρθαν, τη νύχτα που πλάγιασε αφού γδύθηκε κι έβγαλε τα τριαντάφυλλα που τα'χε κρύψει στις φούστες της για να μην τα δουν οι γονείς της και τα απόθεσε κάτω από το μαξιλάρι της για να τους βρει καλύτερη κρυψώνα τη μέρα, οι σκέψεις πίσω πιο γλαφυρές και με έντονα χρώματα. Τις απόδιωχνε, αρχικά, μα το σιγανό γουργουρητό της καρδιάς της δεν κόπαζε και τα παράτησε. Κανένας δεν μου τη χάρισε, σκεφτόταν κι ακουμπούσε χίλιες φορές την ελιά της, προσπαθώντας να ξανανιώσει το άγγιγμα του Νίκου, μα θα τη χάριζα, αν μου τη ζητούσαν. Όταν ήρθε τελικά -πολύ αργότερα, που σχεδόν είχε χαράξει η μέρα- ο ύπνος, είδε τον εαυτό της με την πορφυρή σαν πλούσιο αίμα μαντήλα της να ανεμίζει στην κουπαστή ενός πλοίου, να γελάει όπως σπάνια γέλαγε, μεγαλόφωνα και γάργαρα, όχι σαν χαζοβιόλα όπως συχνά φοβόταν μα σαν τρελαμένη από χαρά και δίπλα της μια αντρική κορμοστασιά, στερεή και πέτρινη. Σηκώθηκε μετά από μια ή δυο ώρες και παρά το ξενύχτι, τα πόδια της την τρέχαν από μοναχά τους και κρυφογελούσε σαν έκανε τις δουλειές της, πρωτού ξεκινήσει για το εργοστάσιο. Τί σου είναι, άραγε, η ελπίδα..
 Έτσι, παρόλο που δεν το ήθελε και πάλεψε να το αποτρέψει, ο σπόρος της προσμονής ρίζωσε στην καρδιά της. Όλο σκεφτόταν πως θα γυρνούσε ένα απόγιομα στο σπίτι και θα έβρισκε το Νίκο να συνομιλεί με τον πατέρα της και μπορεί να γύριζε να την κοιτάξει με αυτά τα κάρβουνα μάτια του και να γελούσε πάλι φαρδιά κάτω από το μαύρο μουστάκι του με αυτά τα σπάνια κάτασπρα δόντια. Ο δικός της πατέρας, ξεδοντιάρης μα εξίσου ψηλός και εύρωστος, παρά την ηλικία και την ταλαιπώρια του βίου του, θα τη μετρούσε με το βλέμμα του, σοβαρός μα ευχαριστημένος. Μπορεί μια μέρα, σκεφτόταν καθώς ξεμάκραινε από το εργοστάσιο, να γύριζε έτσι, όπως πάντοτε, μα για στερνή φορά. Να αποχαιρετούσε τα τσίτια και τις εργάτριες, ακόμα και τις φιλενάδες της από εκεί που πότε πότε γυρνούσαν μαζί και συζητούσαν και σ'αυτές τις αραιές γιορτές σμίγαν και χορεύαν συρτούς και χάζευαν τον κόσμο μαζεμένες σε σμήνη, σαν πουλάδες, νιές και δροσερές και με την ίδια κρυφή λαχτάρα να τις ξεσηκώνει που και που μέχρι να την ξαναπατικώσουν τα βαριά υφάσματα, πενήντα λεπτά η πήχη.
 Σκάρωνε αυτές τις ιστορίες στο κεφάλι της και το κουνούσε για να τις διώξει μα φαινόταν πως, καθώς περνούσαν οι μέρες κι ο Νίκος δε φαινόταν στο σπίτι τους, αυτές επέμεναν περισσότερο. Τη Δευτέρα ήταν βέβαια, την Τρίτη το ίδιο, την Τετάρτη λογίστηκε πως θα είχε δουλειές και πως σίγουρα ως την Πέμπτη ή την Παρασκευή δε θα ξεμπέρδευε ένας ναυτικός από όλα τα καθήκοντά του, μα την Κυριακή που ήταν η μέρα του Θεού θα μπορούσε σίγουρα να ενοχλήσει την οικογένειά της για να ζητήσει το χέρι της. Πέρασε κι η άλλη εβδομάς κι είχε γίνει σαφές πως κάπου χώλαιναν οι προσδοκίες της και δεν μπορούσε να εξηγήσει το γιατί δεν είχε φανεί. Τη δεύτερη βδομάδα είχε αρχίσει να καταλαβαίνει και σήμερο, που ήταν η τρίτη Τρίτη στη σειρά, ήταν πια φως φανάρι πως ο Νίκος ποτέ δεν θα φαινόταν στο φτωχικό τους. Σκέφτηκε πρώτα με φόβο πως θα είχε πάθει κανένα κακό μα γρήγορα εγκατέλειψε αυτές τις σκέψεις που καλύτερες ήταν, τελικά, για εκείνην από τις υπόλοιπες.
 Η Μαρία δεν ήταν ανόητη κι είχε ακούσει πολλά στο συνοικισμό, για κοπέλες που θαμπώνονταν με υποσχέσεις για λούσα και στολίδια κι έκαμαν κουταμάρες, έδιναν ό,τι έπρεπε να έχει μόνον ο άντρας τους ή κλέβονταν κι έπρατταν χωρίς να συμβουλευτούν τους δικούς τους που βέβαια κι ήξεραν καλύτερα από εκείνες, όντας μαθημένοι στις κακοπατησιές της ζωής. Δεν ήταν από εκείνες τις κοπέλες κι ούτε επρόκειτο, οργιζόταν από μέσα της, να γίνει. Ίσως υπήρξε ο στόχος μιας κακόγουστης κι άπονης πλάκας, ενός χωρατού κι έπειτα -μούδιαζε από την ταπείνωση μόλις το σκεφτόταν- είχε γίνει αντικείμενο σχολιασμού κάτω στο λιμάνι κι οι άλλοι νέοι γέλαγαν με την αφέλεια και το κοκκίνισμά της. Ίσως είχε δειλιάσει, ο Νίκος, να τη ζητήσει από τον πατέρα της κι είχε αποφασίσει να περιμένει κι άλλο για να παντρευτεί, έτσι θα ήταν καλύτερα κι ούτε θα δεσμευόταν έναντι στην οικογένεια να μείνει πίσω μετά από ένα ταξίδι που του υποσχόταν ένα καλύτερο μέλλον. Όσο και να μην της άρεζε το σενάριο αυτό, ήταν η αλήθεια. Ποιός θα διάλεγε να μείνει στην Κοκκινιά, που δεν είχε ακόμα ισώσει, δεκατέσσερα χρόνια μετά τον Ξεριζωμό; Καλύτερα για εκείνον να έφευγε και να γνώριζε νέους τόπους και να ' παιρνε καλύτερη γυναίκα, στα ξένα. Μπορεί κι εδώ να νόμιζε πως βρήκε καλύτερη, μα μόνο απέναντι σ'αυτό η Μαρία είχε βέβαιη στάση- θα το νόμιζε, ναι, μα θα είχε λάθος. Ήξερε πως δεν ήταν η ομορφότερη, σίγουρα υπήρχαν τόσες πιο λεπτοφτιαγμένες, με πιο ίσια δόντια κι όχι μαυριδερές και μυώδεις, πιο λεπτές κι ασθενικές, σαν αρχόντισσες, που θα'χαν περάσει φυματίωση και τύφο κι άλλες χίλιες αρρώστιες ως ένδειξη της ευαισθησίας τους, ενώ εκείνη δεν είχε αρρωστήσει μια φορά σε όλη τη ζωή της κι αν ποτέ την πονούσε το κεφάλι από την κούραση πείσμωνε και της πέρναγε. Μα εκείνες θα ψοφολογούσαν σε δέκα χρόνια, μπορεί και λιγότερα, μπορεί και πάνω στον τοκετό και δε θα μπορούσαν να του χαρίσουν τους γιούς ή και τις κοράκλες που θα γέμιζαν το σπιτικό του φωνές. Ούτε θα έβγαζαν έντεκα λεπτά την ημέρα και θα του έκαμαν κομπόδεμα και, πικρόχολα αναλογιζόταν, πριν ζητήσει από την Παναγιά να τη συγχωρέσει, θα έτρεμαν να τον κοιτάξουν στα μάτια όπως έκανε η Βαγγελιώ κι εκείνος θα πήγαινε με γυναίκες στην Τρούμπα γιατί η δικιά του δε θα τολμούσε παρά να του μαγειρεύει και να τον υπακούει και δε θα τον άφηνε ούτε να την ακουμπήσει. Η Νέα Τάξη των Πραγμάτων, άκουγε από μισόλογα στο εργοστάσιο, όπως δούλευε σιωπηλά, δεν ήθελε τη γυναίκα υποχείριο του ανδρός αλλά σχεδόν ισότιμή του. Στη Δύση -Θεός φυλάξοι!- είχαν βάλει παντελόνια. Δεν θα'θελε, βέβαια, ποτέ να βάλει παντελόνια -αν ποτέ την έβλεπε η Μάνα της με παντελόνι, θα βρισκόταν πλάι στον Κωνσταντή πριν την ώρα της- αλλά ούτε πίστευε πως έπρεπε να κάνει την παραδουλεύτρα και μόνο να γεννοβολά και να μην κοτά να μιλήσει και κάθε νύχτα να τις τρώει με τη σανίδα.
 Ναι, ας νόμιζε πως βρήκε καλύτερη, σκεφτόταν κι έραβε ολοένα πιο γρήγορα, τόσο που τα χέρια της κοντεύαν να μεταμορφωθούν σε φτερά πουλιού, πιο προκομμένη κι όμορφη. Ας στεφανωνόταν καμιά άλλη. Εκείνη ήταν ακόμα μικρή κι είχε χρόνια να ψηλώσει δυο τρείς πόντους ακόμα και να γεμίσει άλλο λίγο και να φουσκώσει παραπάνω το πουγκί της ώστε να την παντρευόταν σε μερικά χρόνια κάποιος που δε θα έκανε τέτοια άσκημα χωρατά, δεν θα διασκέδαζε περιπαίζοντας μια φτωχή κοπέλα. Ας μην ήταν τόσο όμορφος και γλυκομίλητος κι ας μύριζε περισσότερο κάρβουνο και αλυσίβα κι ιδρώτα σερνικού, σαν τα περισσότερα αγόρια που ήξερε από τα ρούχα που της φέρναν στο σπίτι να μαντάρει. Να'ταν δουλευταράς και υγιής, έφτανε αυτό, να την αγάπαγε αληθινά και να είχε καρδιά απο χρυσάφι. Ας ήταν εργάτης, με μικρό μεροκάματο κι ας έμενε όλη τη ζωή της στα χαμόσπιτα, λίγο την ένοιαζε. Δεν θα ξεμάκραινε, κι όλας, θα γυρνούσε το μεσημέρι για ένα πιάτο ζεστό φαϊ κι ένα κομμάτι ψωμί. Δε θα έτρεμε, όπως με ένα ναυτικό, να μην τον πάρει η θάλασσα, θα τον είχε κοντά της και δε θα φοβόταν μέρα νύχτα μην κατακεραυνώσει ο Χάρος και το δεύτερο σπιτικό της όπως το πρώτο, ούτε θα γεννούσε γιούς ναυτικούς. Ας της έκαμε ένα μόνο γιο. Θα το βάφτιζε Κωνσταντή, σαν τον αδερφό που δεν θυμόταν καν μα ο χαμός του είχε μαυρίσει το μικρό τους σπίτι από τα γεννοφάσκια της κι η μάνα έμοιαζε με εβδομήντα χρονώ, ενώ έπρεπε να μην είχε γίνει ούτε σαρανταπέντε. Παντρεύτηκε παιδούλα και ξεριζώθηκε από την πατρίδα της το Εικοσιδύο, με τέσσερα κουτσούβελα στην αγκαλιά, το ένα βύζαινε ακόμα, η Βαγγελιώ ήταν έξι χρονώ, ο Γιωργής οκτώ κι ο Κωσταντής δεκαπέντε χρονώ παλικάρι κι ολόγερος. Ήταν η αδυναμία των γονιών του γιατί δυσκολευτήκαν κι αργήσαν εφτά χρόνια να κάνουν άλλο παιδί, δεν έπιανε η Μάνα, είχε ακούσει και τον είχαν μονάκριβο. Λέγαν πάντα πως ήταν πρόθυμος και γελαστός κι έμοιαζε του αγγέλου Γαβριήλ στα εικονίσματα με κείνο το ξανθό κεφάλι και τα άκακα μάτια. Κάηκε το σπίτι, κάηκαν τα σπίτια, τα ζωντανά, τα πουγκιά, οι αδερφάδες και οι γονείς της, κι ό,τι δεν κάηκε πνίγηκε στη θάλασσα. Μα ο Κωσταντής δεν κάηκε ούτε πνίγηκε, γλίτωσε την ολοσχερή καταστροφή και τις μέρες στα καίκια κι όταν φτάσαν στον Πειραιά εξουθενωμένοι, τσούρμο σαν τα ζώα και δώσαν φαί και νερό και τους βάλαν σ'αντίσκηνα, φαίνεται κάτι του κόλλησε μέσα στις βάρκες. Ή ίσως Εκείνος έκρινε πως τους παραήταν μεγάλη τύχη κι άλλοι είχαν χάσει τα πάντα, γονείς και παιδιά και περιουσίες κι είχαν μείνει πάντερμοι κι έπρεπε όλοι να έχουν ίσες τύχες, πάνω κάτω, να κουβαλάν ίσους σταυρούς. Αρρώστησε και πέθανε από δυσεντερία δύο βδομάδες μετά την Μεγάλη Πυρκαγιά, ψόφησε πάνω σε μια ψάθα, σαν το σκυλί. Κι έπειτα οι γονείς του τον τυλίξαν και παρακάλεσαν έναν ψαρά ντόπιο, που'χε καϊκι, να τον πάρει και να πάει να τον ρίξει μέσα στη θάλασσα, βαθιά, μαζί με το μοναδικό σταυρό που είχε μείνει της οικογένειας, γιατί ήταν τόσο ξέχειλα τα παράλια κι ο τόπος όλος με κόσμο που δεν είχανε πού να τον θάψουνε.



Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.