Μια αγία εν αναμονή - Αγγελική (Κεφάλαιο 26)



Τα υπόλοιπα τα ξέρεις, Ιωάννα μου. Όχι όλα, αλλά σχεδόν όλα, έτσι αποφάσισα το τελευταίο κεφάλαιο απ’ της ζωής μου το μεγάλο παραμύθι να το γράψω στο πρώτο πρόσωπο, σαν ένα γράμμα.

Όπως θα θυμάσαι όσο ήμουν στο Πανεπιστήμιο εκτός από τη φοιτήτρια, παρίστανα και την ψυχολόγο. Κάτι τα χρόνια μου, κάτι τα όσα είχα ζήσει, με είχαν μετατρέψει σε μια πολύ καλή ακροάτρια, με αποτέλεσμα να κάνω εύκολα φίλες. Φίλες που συχνά-πυκνά ζητούσαν τη συμβουλή μου, που κάθε τόσο με πίεζαν να βρω κι εγώ κάνα γκόμενο, να περνώ τον καιρό μου. «Έχω χορτάσει τους άντρες», τις πείραζα εγώ, «τους έχω ξεκοκαλίσει», κι αυτές γελούσαν. Πού να ’ξεραν!

Φλέρταρα, ωστόσο, λιγάκι, έτσι για να μη σκουριάσω, αν και ποτέ μου δεν πήγα στο κρεβάτι με κάποιον από τους πολλούς συμφοιτητές μου, που μου τα ’ριχναν (έτσι το λέτε, ε;) κανονικά. Για πρώτη φορά απολάμβανα την ομορφιά, αλλά και τη δύσκολα αποκτημένη ωριμότητά μου (ίσως ν’ ακούγομαι υπερφίαλη, αλλά το ξέρεις κι εσύ, περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο, πως ποτέ δεν υπερβάλλω). Αλλά, είχα βάλει ένα στοίχημα με τον εαυτό μου, του είχα δώσει μία υπόσχεση: Να μην κάνω ξανά έρωτα με κάποιον άντρα, αν δεν τον έχω ερωτευτεί. Κράτησα την υπόσχεση, κέρδισα το στοίχημα. Τέλειωσα τη σχολή δίχως σεξ, αλλά και χωρίς έρωτα.

Τα πράγματα, όμως, θα άλλαζαν σχεδόν αμέσως μετά. Μόλις γράφτηκες για τον πρώτο χρόνο σου στη σχολή, κι εγώ διορίστηκα στο νησί. Εκεί ήταν που γνώρισα έναν άντρα αλλιώτικό από τους άλλους. Χαμένο στον κόσμο του, αλλά τρυφερό πολύ – σαν τη σοκολάτα καθώς λιώνει στο στόμα. Ε, μ’ αυτόν κόλλησα. Ήταν ακριβώς όπως τον Γιώτη -δεν τον γνώρισες ακόμη τον άτιμο- αλλά στο πιο ήσυχό του: ντόμπρος, σιγομίλητος, ευγενικός και σχεδόν πάντα χαμογελαστός. Από την πρώτη στιγμή που τον είδα σκέφτηκα, πως ναι, αυτός θα μπορούσε να γίνει ο άντρας μου. Ωστόσο, δεν τον πλησίασα πρώτη εγώ. Εκείνος με βρήκε μια μέρα -τυχαία; δεν ξέρω- στο δρόμο και με ρώτησε αν θα ήθελα να πάμε για μια βόλτα. Δέχτηκα.

Περπατήσαμε για ώρα πολλή. Οι μέρες του Σεπτέμβρη ήταν ακόμη μεγάλες και είχαμε κι οι δυο χρόνο στη διάθεσή μας. Στην αρχή δε μιλούσε πολύ, αλλά αφού τόλμησα και τον ρώτησα τι δουλειά κάνει πήρε μπρος. Αρχαιολόγος. Άρχισε να μου μιλά με πάθος για το επάγγελμά του, για τα ταξίδια και τις ανακαλύψεις που έκανε, για τις μικρές του χαρές και τις μεγάλες απογοητεύσεις. Και μετά, έτσι απλά, σώπασε. Λες και δεν είχε τίποτ’ άλλο να μου πει, κι εγώ σκεφτόμουνα πως από στιγμή σε στιγμή θα άκουγα ετούτα τα λόγια:

«Τώρα που γνωριστήκαμε, τι λες; Με παντρεύεσαι;»

Αλήθεια λέω. Το περίμενα. Αλλά δεν τα είπε. Απλά ύστερα από λίγα λεπτά σιωπής με ρώτησε για τη ζωή μου – είναι μικρό το νησί κι ήξερε ήδη ότι ήμουν η νέα δασκάλα. Του είπα ό,τι μπορούσα να του πω. Δεν τα ομολόγησα όλα. Όχι από την πρώτη συνάντηση. Ήθελα να τον γνωρίσω καλύτερα, να μάθω τι σόι άνθρωπος ήταν, προτού το πάρω απόφαση να του ξεφουρνίσω τις σκληρές μου αλήθειες.

Κάποτε έφτασε κι εκείνη η μέρα. Ήμασταν στο σπιτάκι που νοίκιαζε. Τρώγαμε, πίναμε, ακούγαμε μουσική, γελούσαμε, κι εγώ το ’ξερα, το ένιωθα πως ύστερ’ απ’ όλα αυτά θα κάναμε έρωτα.

«Ξέρεις, δεν στα είπα όλα για τη ζωή μου», του ομολόγησα μετά από το πρώτο ζεστό φιλί.

«Το ξέρω, αλλά δε θέλησα να σε πιέσω. Ήμουνα σίγουρος ότι αν και όποτε ένιωθες έτοιμη θα μου τα έλεγες», απάντησ’ εκείνος.

«Αυτά που θα σου πω δε θα σου αρέσουν, Αλέξη. Ίσως και να με μισήσεις κιόλας, αν μάθεις την αλήθεια…».

«Στη ζωή μου δε μίσησα ποτέ κανένα, γιατί να αποτελέσεις εσύ την εξαίρεση; Έλα, πες μου ό,τι είναι να μου πεις, να ξαλαφρώσεις κι εσύ κι εγώ».

Κοίταξα βαθιά μέσα στα μάτια του, που έμοιαζαν γαλήνια, ειλικρινή, μα και ανυπόμονα. Το ξεστόμισα:

«Ήμουν πόρνη».

«Και;»

Και; Δεν ξεστόμισα αυτό το Και, το είπα από μέσα μου.

Παρέμεινα για λίγες στιγμές να τον κοιτώ αποσβολωμένη. Και; Μόνο αυτό έχει να πει; αναρωτιόμουνα.

Κι όμως δεν ήθελε να πει τίποτ’ άλλο, δε χρειαζόταν. Το βλέμμα του ήταν ήρεμο, τα μάτια του γεμάτα αποδοχή και κατανόηση. Δεν υπήρχαν άλλα εμπόδια, καμιά μισή αλήθεια, ανάμεσά μας, κι έτσι του δόθηκα. Του δόθηκα με μια χαρά που με συντάραξε, με μια λαχτάρα ιερόσυλη και παθιασμένη. Εκείνες τις στιγμές ήξερα ότι είχα ερωτευτεί, ότι είχα ερωτευτεί για πάντα.

Φυσικά, δε σου μίλησα σχεδόν καθόλου γι’ αυτόν, αλλά ίσως να τον διέκρινες μέσα απ’ τις σιωπές, ίσως να κατάφερες να κατανοήσεις τι έκρυβαν τα κενά των λόγων μου. Σου ζητώ να με συγχωρέσεις γι’ αυτή την παράλειψη, αλλά δεν ήξερα αν ήσουν έτοιμη να δεχτείς κάποιον άντρα στη ζωή μου, να γνωρίσεις μετά από τόσα χρόνια ορφάνιας ένα πατέρα. Γιατί ναι, σκοπεύω να τον παντρευτώ τον Αλέξη. Και σκοπεύω να ζήσω μαζί του όσα χρόνια μου απομένουν. Ταξίδεψα σε πολλούς τόπους, σε πολλούς χρόνους, σε πολλά ανδρικά σώματα, ψάχνοντας να τον βρω – δε θα τον αφήσω τώρα να μου ξεφύγει!

Ξέρεις τι έμαθα, Ιωάννα μου, μετά από τόσα χρόνια περιπλάνησης στα σταυροδρόμια και τ’ αδιέξοδα της ζωής; Το μόνο πράγμα που αξίζει, είναι εκείνο για το οποίο αξίζει ν’ αγωνίζεται κανείς!

Ναι, τώρα πια νιώθω τυχερή, κι ας η ατυχία μου κλείνει για μια ακόμη φορά βλοσυρά το μάτι. Είμαι τυχερή γιατί βρήκα τον άνθρωπό μου. Είμαι άτυχη, επειδή είμαι άρρωστη. Μην ανησυχείς. Είναι κάτι σοβαρό, αλλά θα επιβιώσω, όπως πάντα: Έχω καρκίνο του μαστού. Δε με φοβίζει αυτό, ωστόσο ήταν η διάγνωσή του που με ώθησε να σου γράψω την ιστορία μου, την ιστορία που δεν ήξερες, που ήταν πολύ σκληρή για τα παιδικά σου μάτια, για την αθώα σου καρδιά.

Επιτέλους, καρδιά μου, επιτέλους δεν ανησυχώ για τίποτα πια. Δε φοβάμαι μη με παρεξηγήσεις ή ότι θα με κατακρίνεις. Ξέρω ότι έχεις μια καρδιά γιομάτη χρυσάφι, καλή μου, απ’ αυτές που ζεσταίνουν τον κόσμο. Αυτό ζητώ κι εγώ από σένα, λίγη μονάχα ζεστασιά, κι όλα θα πάνε καλά.

Κλείνοντας αυτό το γράμμα -κείμενο, βιογραφία, ό,τι θες πες το- θα ήθελα να σου χαρίσω ένα μυστικό που δίχως λόγια εκμυστηρεύτηκαν κάποτε σε μένα ο Γιώτης και η Κρίστη: Μην ξεχνάς να δίνεις και θα πάρεις!

Πάντα καλά,

Αγγελική

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.