Μια αγία εν αναμονή - Ιωάννα (Κεφάλαιο 25)



Τα θυμάται καλά τα χρόνια που ακολούθησαν. Τη μάνα της να πηγαίνει κάθε νύχτα στο σχολείο, τη μάνα της να διαβάζει και να ράβει, τη μάνα της να ξενυχτά και να της χαρίζει καθημερινά όση αγάπη δεν είχε την ευκαιρία να της δώσει παλιά, τη μάνα της να είναι η μάνα της: κουρασμένη και χαρούμενη, καταπονημένη κι αναζωογονημένη.

Θυμάται και τον εαυτό της. Να πηγαίνει σ’ ένα νέο σχολείο, να κάνει νέους φίλους, μα να νιώθει πιο κοντά απ’ όλους τη Μαργαρίτα. Εκείνη στάθηκε το μεγάλο σχολείο της ζωής της. Μια φίλη που δεν περίμενε τίποτα απ’ αυτή, μια φίλη που πάντα έδινε μα ποτέ δε ζητούσε, αλλά και μια φίλη που δε δίσταζε να γίνει μαζί της σκληρή, να τη μαλώσει, αν τύχαινε ποτέ να πει καμιά άσχημη κουβέντα για τη μαμά της, ή να κάνει καμιά ζαβολιά παρατραβώντας το -αν δεν το παρατραβούσε ήταν εντάξει- ή να κακολογήσει κάποιον άγνωστο.

«Ποτέ μας δεν πρέπει να κρίνουμε τους ανθρώπους που δεν ξέρουμε, Ιωάννα. Ποτέ! Αλλά κι εκείνους που γνωρίζουμε πρέπει με τρυφερότητα πολλή και προσοχή να τους συμπεριφερόμαστε».

Τα θυμάται τώρα με κάποια νοσταλγία εκείνα τα χρόνια, τα πιο ξέγνοιαστα της ζωής της. Εντάξει είχε πολλά διαβάσματα, κουραζότανε πολύ, αλλά κάθε μέρα μάθαινε και κάτι καινούριο, κάθε ξημέρωμα για κείνη ήταν και μια γιορτή. Ήτανε πάντα αισιόδοξη, κι αυτή της η αισιοδοξία μεταμόρφωνε την κάθε της πράξη, το καθετί που συνέβαινε στη ζωή της, άλλαζε τα χρώματα και τις σκιές, τις μεταμόρφωνε σε φως.

Πόσο κουράστηκες μαμά, σκέφτεται με θαυμασμό, καθώς κρατά στα χέρια της το χειρόγραφο μια ζωής, που σε λίγο θα φτάσει στο τέλος του. Πόσο κουράστηκες και πόσα πέτυχες!

Ναι, πέτυχε πολλά πράγματα στη ζωή της η Αγγελική. Τη γέννησε και τη μεγάλωσε με αγάπη, αγωνίστηκε σκληρά για την επιβίωσή τους, βούλιαξε στο βούρκο και μετά βγήκε απ’ αυτό πιο δυνατή, πιο αποφασιστική. Και πήγε στο νυχτερινό σχολείο και κατάφερε και το τέλειωσε. Και μετά, έπειτα από τις πιέσεις όλων, και της ίδιας της Ιωάννας, αλλά και των φίλων και των καθηγητών της, έδωσε εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο και τις πέρασε. Σπούδασε παιδαγωγικά, ενώ ταυτόχρονα τα βράδια δούλευε στο αρχείο μιας εφημερίδας...

«Πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια, μανούλα; Σαν ένα τίποτα…»

Τη ζηλεύει τη μάνα της, κι ας το παραδέχεται μονάχα στον εαυτό της. Τη ζηλεύει για τη δύναμη και το κουράγιο της. Αν ήταν στη θέση της ίσως να τα παρατούσε όλα πολύ νωρίς, ίσως απλά να γινότανε πουτάνα και να παρέμενε τέτοια, ίσως αν είχε ένα παιδάκι να το άφηνε κι αυτό στην πόρτα κάποιου σπιτιού. Ίσως...

Άλλα, όσα ίσως και να μετρά, εξακολουθεί να ευγνωμονεί την τύχη της. Την τύχη που στάθηκε μαζί της πολύ πιο ευγενική απ’ ότι με τη μάνα της. Την τύχη που της επέτρεπε τώρα να βρίσκεται σε μια άλλη πόλη και να σπουδάζει, δίχως να χρειάζεται ν’ ανησυχεί για τίποτα, να μην έχει έγνοια καμιά.

Τι κι αν χώρισε πρόσφατα με το φίλο της; Τι κι αν νιώθει κάπου πολύ μόνη; Τι κι αν αυτή τη στιγμή δεν έχει κάποιο κοντά της, κανένα για να μιλήσει; Δεν είναι προβλήματα αυτά. Όχι μπροστά σ’ εκείνα της μάνας της. Ετούτη ακόμη δε χρειάστηκε ν’ αγωνιστεί για τίποτα στη ζωή της. Δεν έπεσε σκληρά. Δε μάτωσε στ’ αλήθεια. Κι αν το ήθελε, αν το ήθελε πραγματικά πολύ, θα έσμιγε ξανά με τον άνθρωπό της. Θα τη συγχωρούσε, θα επέστρεφε σε κείνη. Ήταν σίγουρη. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένα τηλεφώνημα.

Αλλά, ας σταματήσει για μια στιγμή να σκέφτεται τον εαυτό της κι ας στρέψει και πάλι την προσοχή της στο κείμενο. Λίγες σελίδες μείνανε. Δε θα έχει πολλά ακόμη να της πει η μάνα της αφού την υπόλοιπη ιστορία την ξέρει. Την έζησε από κοντά. Έζησε την κάθε μέρα της. Χάρηκε την κάθε της στιγμή. Εκτός κι αν της κρύβει κι άλλα μυστικά. Εκτός κι αν εκείνη γεύτηκε κι άλλο δηλητήριο απ’ το ατσάλινο ποτήρι του πόνου...

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.