Ο γύρος του κόσμου σε μια μάνα - Λάκης Φουρουκλάς & Ελένη Σιούφτα (εικονογράφηση)



Κάποτε, στα πολύ παλιά χρόνια, στα μέρη της Ανατολής, ξέρετ’ εσείς, κατά Ασία μεριά, υπήρχε ένα μικρό βασίλειο. Οι περισσότεροι έχουν ξεχάσει πως το λένε τώρα, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η ιστορία μας.

Αυτό το βασίλειο, λοιπόν, δεν έμοιαζε με άλλο κανένα, μικρό ή μεγάλο, αφού το κυβερνούσε μία γυναίκα, πράγμα ανήκουστο για κείνα τα χρόνια, και ήταν δημοκρατικό πολύ. Τι εννοώ μ’ αυτό; Να, οι πολίτες είχαν το δικαίωμα να επιλέξουν το βασιλιά ή τη βασίλισσά τους, οι οποίοι εφόσον είχαν τη στήριξη του λαού θα μπορούσαν να κυβερνούν για πάντα. Αν όχι, τότε θα τους απάλλασσαν από τα καθήκοντά τους και θα έβαζαν κάποιον άλλο στη θέση τους.

Το όνομα της βασίλισσας αυτής της ιστορίας ήταν Σοφή. Δεν ήταν από πάντα αυτό το όνομά της, αλλά της το έδωσαν οι απλοί άνθρωποι όταν είδαν πόσο σοφά κυβερνούσε.

Η Σοφή ήταν χήρα, αφού ο άντρας της πέθανε λίγα χρόνια πριν, αλλά είχε, όπως όλοι τότε, πολλά παιδιά. Πέντε στον αριθμό. Τα παιδιά της ήταν η χαρά κι η περηφάνια της, και έλπιζε ένα από αυτά, εφόσον το ήθελε ο λαός, να έπαιρνε τη θέση της στο θρόνο κάποια μέρα. Ποιο όμως;

Το θέμα της διαδοχής δεν ήταν απλό. Λόγω της δημοκρατικής παράδοσης του τόπου της δεν θα μπορούσε ποτέ να προτείνει στους υπηκόους της, τον ή την υποψήφια διάδοχό της. Εξάλλου, αγαπούσε όλα τα παιδιά της το ίδιο και δεν ήθελε να τα πληγώσει διαλέγοντας κάποιο από αυτά εις βάρος των άλλων.

Βρισκόταν, λοιπόν, σε μεγάλο δίλημμα και δεν έβρισκε τον τρόπο για να το ξεπεράσει. Ακόμη κι οι πιο πιστοί της σύμβουλοι, αυτοί που στάθηκαν δίπλα της για χρόνια και χρόνια και οι οποίοι τη βοήθησαν να λύσει αμέτρητα προβλήματα, δεν ήξεραν τι να της πουν.


Μη έχοντας άλλη επιλογή η καλή βασίλισσα, κάθε πρωί στεκόταν στο ανατολικό μπαλκόνι του παλατιού της και ρωτούσε τον ήλιο που ξεπρόβαλλε τι έπρεπε να κάνει, ενώ το βράδυ καθόταν στο δυτικό και έκανε ακριβώς το ίδιο. Παρά τη γαλήνη όμως που της πρόσφεραν ο ερχομός και η φυγή του ήλιου, δεν έπαιρνε την απάντησή της μέχρι…

Μέχρι που έφτασε κάποια μέρα στην πρωτεύουσά της ένας περιπλανώμενος φιλόσοφος, που του άρεσε να ταξιδεύει παντού και να μαζεύει εικόνες και ιστορίες. «Αυτές είναι η περιουσία μου», έλεγε. Αυτόν τον άνθρωπο λοιπόν, κάλεσε στο παλάτι της η Σοφή, που παρά την πλατιά της γνώση και τη μεγάλη ηλικία της, δεν χόρταινε ποτέ να μαθαίνει νέα πράγματα, από άλλους ανθρώπους και άλλα μέρη. Ο άντρας εκείνος είπε ότι δεν θυμόταν πια το όνομά του, αλλά οι περισσότεροι τον αποκαλούσαν Περιπατητή.

Ο Περιπατητής είχε πολλές ιστορίες να πει στη βασίλισσα και στα παιδιά της για τους τόπους που είδε και για τα όσα έζησε στη διάρκεια των περιπλανήσεών του. Καθώς το έκανε αυτό, της Σοφής ένα μόνο πράγμα της απασχολούσε τις σκέψεις: το πόσο είχε ανάγκη να ζητήσει τη συμβουλή του. Ίσως αυτός να μπορούσε να τη βοηθήσει να βρει τη λύση στο πρόβλημά της.

Στο τέλος λοιπόν του δείπνου που παρέθεσε προς τιμή του, τον παρακάλεσε ευγενικά να μείνει λίγο ακόμη επειδή ήθελε να τον ρωτήσει κάτι, όπως και έγινε. Κι εκείνος της έδωσε αμέσως την απάντηση που ζητούσε:

«Βάλε στα παιδιά σου μια δοκιμασία», της είπε. «Στο τέλος της, αυτός ή αυτή που θα τα καταφέρει πιο καλά θα ανακηρυχθεί άμεσα ως ο ή η διάδοχός σου».

«Πώς δεν το σκέφτηκα αυτό; Και να φανταστείς με λένε Σοφή… Τι αστείο! Ίσως να είμαι έξυπνη, μα σοφή σίγουρα δεν είμαι. Αν ήμουν πάνσοφη ίσως…" Άφησε τη σκέψη της στη μέση. "Αλλά… Αλλά, σε ποια δοκιμασία να τα υποβάλω; Αν ξέρεις, πες μου, αφού εγώ κουράστηκα να σκέφτομαι τόσο καιρό τα ίδια πράγματα…»

«Αν είναι όπως τα λες τα πράγματα, τότε είναι η ρουτίνα που σε έχει καταβάλει. Το να κάνει κανείς συνεχώς όλο τα ίδια και τα ίδια δεν είναι υγιεινό. Πιστεύω ότι έχεις χάσει την ευλογία του να εκπλήσσεσαι. Η λύση, λοιπόν, είναι να ζητήσεις από τα παιδιά σου να κάνουν κάτι που πραγματικά θα σε εκπλήξει, μα πιο πολύ που θα σε συγκινήσει».

«Ναι! Ναι! Σ’ ευχαριστώ. Αυτό ακριβώς θα κάνω. Έχω πέντε παιδιά, άρα έχω άλλες τόσες πιθανότητες να νιώσω έκπληξη ξανά. Όσο για τη συγκίνηση, συγκινούμαι συχνά, αλλά όχι όσο πρέπει…»

«Χαμογελάς…»

«Επειδή μου έδωσες τη δύναμη ν’ αρχίσω και πάλι να ονειρεύομαι. Πώς θα μπορούσα να σ’ το ανταποδώσω;»

«Δεν χρειάζομαι τίποτα. Να μιλώ με τους ανθρώπους και να μαθαίνω, μόνο αυτά χρειάζομαι».

«Οι πύλες του παλατιού μου είναι και θα παραμείνουν ανοικτές για σένα. Θα σε προσκαλώ στο τραπέζι μου όσο πιο συχνά μπορώ, αλλά αν δε θέλεις δεν υπάρχει λόγος να έρχεσαι».

«Θα έρχομαι. Όλο και κάτι θα μάθω από μια… σχεδόν Σοφή».


Από εκείνη τη μέρα ο Περιπατητής έγινε ένας από τους πιο τακτικούς επισκέπτες στο παλάτι, ενώ κι η βασίλισσα έμοιαζε να έχει ξανανιώσει καθώς, ακολουθώντας τη συμβουλή του, έθεσε στα παιδιά της τη δοκιμασία που θα άνοιγε το δρόμο για τη διαδοχή.

«Κάντε κάτι που θα με εκπλήξει και θα με συγκινήσει», τους είπε, και το καθένα από τα παιδιά της άρχισε να καταστρώνει τα δικά του σχέδια, ανάλογα με το μυαλό, την ψυχή και τις ικανότητές τους.

Δε θα σας πω τα πραγματικά ονόματα των παιδιών αφού είναι πολύ δύσκολο να τα προφέρει κανείς. Είναι ονόματα σιδηρόδρομος, ή και πεζόδρομος, δεν ξέρω. Θα τους δώσω ονόματα ελληνικά για χάρη αυτής της ιστορίας και μόνο, κι αν κάποιος είναι περίεργος πολύ, μπορεί εύκολα να ψάξει στα κιτάπια της ιστορίας και να βρει τα αληθινά.

Αλλά, ας συνεχίσουμε την αφήγησή μας: Μόλις λοιπόν τα παιδιά άκουσαν την παράκληση-πρόκληση της μητέρας τους, ρίχτηκαν με τα μούτρα στη δουλειά. Ο καθένας είχε διαφορετικά σχέδια στο μυαλό – άλλος μεγάλα, άλλος μικρά. Αλλά, όλα, ή μάλλον σχεδόν όλα τα παιδιά, ήθελαν να κάνουν κάτι που πραγματικά θα έφερνε την έκπληξη στα πολύμαθα της μάνας μάτια.

Ο Σοφή είχε δώσει τρία χρόνια διορία στα παιδιά της, ώστε να επιτύχουν αυτά που είχαν θέσει ως στόχους. Εξάλλου, η διακυβέρνηση μιας χώρας είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και όχι κάτι που διδάσκεται από τη μια στιγμή στην άλλη, ειδικά σε αρχάριους, οπότε την ίδια ώρα ζήτησε από τους πιστούς της σύμβουλους και υπουργούς να αρχίσουν να τα εκπαιδεύουν όλα γι' αυτόν ακριβώς το ρόλο. Το ίδιο πρότεινε να συμβεί και με τους πολίτες που θα ήθελαν να θέσουν υποψηφιότητα όταν θα έφτανε η ώρα.

Η μεγαλύτερή της κόρη, η Νίκη, μια γυναίκα ψηλή πολύ, με μακριά μαύρα μαλλιά, η οποία θύμιζε αμαζόνα, αποφάσισε να περιπλανηθεί πέρα ως πέρα στα σύνορα της γης τους και να τα θωρακίσει, σε περίπτωση που κάποιοι στο μέλλον αποφάσιζαν να εισβάλουν από εκεί. Μπορεί η ίδια κατά βάθος να ήταν πολεμίστρια, αλλά η χώρα τους ήταν φιλειρηνική. Οπότε αν κάποια στιγμή αναγκαζόταν να πάει στον πόλεμο θα το έκανε απλά μόνο από ανάγκη. Ίσως κάποιες από τις γειτονικές χώρες να μη μοιράζονταν τις ίδιες αρχές με τη δική της, όμως όπου επικρατεί η κοινή λογική, οι διαμάχες αποφεύγονται. Κι αυτό ακριβώς είχε σκοπό να επιδείξει: κοινή λογική! Για το καλό όλων.

Ήθελε να γίνει βασίλισσα η Νίκη, το ήθελε πολύ. Και το ένιωθε βαθιά μέσα της ότι θα ήταν πολύ καλή σ' αυτό το ρόλο. Είχε πολλά να προσφέρει, αλλά ίσως, σκεφτόταν λίγο λυπημένα, κάποιο από τα αδέλφια της να μπορούσε να δώσει στους συμπατριώτες τους κάτι παραπάνω.



Το δεύτερο παιδί ήταν ο Κοσμάς, ένα παιδί μελαψό και κοντοκουρεμένο, που το όνομά του τού ταίριαζε πραγματικά πολύ, αφού δεν του άρεσε τίποτα άλλο τόσο πολύ όσο το να ταξιδεύει στα μήκη και τα πλάτη της τότε γης και να επιστρέφει πίσω με πλούσια δώρα για την οικογένειά του, αλλά, όταν του δινόταν η ευκαιρία, και για τον τόπο του. Αυτό θα επιχειρούσε να κάνει και τώρα. Θα πήγαινε ένα ταξίδι το χρόνο, αποφάσισε. Και όταν επέστρεφε πίσω κάθε φορά, θα αποθήκευε τις πραμάτειες του σε μιαν τεράστια αποθήκη. Και όταν ερχόταν ο καιρός…

Αλλά "…δε θέλω στ' αλήθεια να γίνω βασιλιάς", αποφάσισε. Δεν του πήγαινε ο ρόλος. Και μάλλον αν του δίνονταν το στέμμα θα το απαρνιόταν. Ο ρόλος του υπουργού των εξωτερικών, ναι, αυτός θα του ταίριαζε γάντι.

Η τρίτη κόρη, η Αριάδνη, που είχε μάτια γαλάζια και μαλλιά καφέ, ελαφρά σγουρά πολύ μακριά και περίτεχνα πιασμένα σε πλεξούδες, σκέφτηκε ότι το καλύτερο που θα μπορούσε να κάνει ήταν να επιδοθεί σε τρία από τα αγαπημένα της αθλήματα: το πλέξιμο, τη γλυπτική και τη ζωγραφική. Θα έφτιαχνε ένα τεράστιο υφασμάτινο μωσαϊκό που θα απεικόνιζε τη μαμά και τον εδώ και χρόνια αποδημήσαντα μπαμπά της, καθώς και διάφορες σκηνές από την ιστορία τους. Θα δημιουργούσε επίσης ένα γλυπτό μοναδικό, που θα απεικόνιζε τον ιδρυτή του βασιλείου τους, στον δεξί ώμο του οποίου θα στέκονταν αγέρωχο το αγαπημένο του γεράκι, ακριβώς όπως τον περιέγραφαν τα παλιά βιβλία. Και θα ζωγράφιζε και μια τοιχογραφία, απέναντι από το κεντρικό μπαλκόνι του παλατιού που είχε θέα την πλατεία, και μέσα εκεί θα έκλεινε πουλιά και ζώα, ποτάμια και πεδιάδες, όλες τις ομορφιές της χώρας.

"Αν γίνω βασίλισσα κάποια μέρα", σκεφτόταν και το βλέμμα της έλαμπε στην ιδέα της μελλοντικής ευτυχίας, "θα μετατρέψω το βασίλειό μου στην πρωτεύουσα των τεχνών όλης της οικουμένης. Θα κάνω πρωταθλητισμό στην ομορφιά και τη δημιουργία". Αν γινόταν βασίλισσα…


Ο Γιώργος ήταν το αμέσως επόμενο παιδί, ένα παιδί ήσυχο, μα γεροδεμένο, σφυρηλατημένο στο γυμναστήριο της καθημερινής δουλειάς, που του άρεσε να φροντίζει τα ζώα και τη γη και το οποίο πολύ αγαπούσαν οι συντοπίτες του. Αυτού καθόλου δεν του άρεσαν τα παλάτια και τα λούσα, αλλά βρισκόταν στο βασιλικό τραπέζι όσο πιο συχνά μπορούσε, αφού το θεωρούσε καθήκον του να μην αρνείται τις προσκλήσεις της μητέρας του. Αυτός θα έφτιαχνε ένα κήπο που όμοιό του δεν είδαν στα μέρη τους ποτέ ξανά.

Ήθελε να γίνει βασιλιάς όμως; Η αλήθεια είναι ότι ναι, το ήθελε. Αλλά από την άλλη δεν ήθελε να χάσει τα λίγα μα σημαντικά που είχε ήδη: της ζωής του την απλότητα, την επαφή με τη φύση. Εξάλλου δεν ήταν και τόσο σίγουρος ότι θα μπορούσε να γίνει καλός βασιλιάς. Αλλά, αν η μοίρα το ήθελε να ανέβει στο θρόνο, θα έκανε ό,τι περνούσε απ' το χέρι του για να τιμήσει τους συμπολίτες και την οικογένειά του.

Τον πιο μικρό γιο τον έλεγαν Νο, και δε θα σας πω ποιου ονόματος συντομογραφία είναι – θα σας αφήσω να το μαντέψετε. Ο Νο ήταν μικροκαμωμένος και φαινομενικά ντροπαλός, μα από μικρός είχε πολύ μεγάλη αγάπη για τα γράμματα. Όπου τον έχανες, όπου τον έβρισκες, θα είχε μπροστά του ένα γραπτό, θα διάβαζε ή θα έγραφε, ή θα συνομιλούσε μ’ ένα σοφό διδάσκαλο ή έναν απλό άνθρωπο της γης που είχε να του διδάξει πολλά. Αυτός, όταν άκουσε την εντολή της μητέρας του, αποφάσισε να μην κάνει απολύτως τίποτα, αφού δεν ήθελε να γίνει βασιλιάς, δεν του ταίριαζε ο ρόλος. Στο κάτω κάτω της γραφής, την ήξερε τη μάνα του καλύτερα απ' τον καθένα. Την καταλάβαινε, την ένιωθε στης ψυχής του τα βάθη. Το μόνο που ουσιαστικά ζήτησε απ' τα παιδιά της ήταν να της προκαλέσουν την έκπληξη, να τη συγκινήσουν. Αυτό δα δεν θα ήταν και πολύ δύσκολο να το κάνει. Θα το έκανε και μετά…

Όσο κρατούσε αυτή η διαδικασία η βασίλισσα ήταν πολύ ήρεμη – δεν θυμόταν καν την τελευταία φορά που ένιωσε μέσα της τόση γαλήνη. «Είναι που μπήκε το νερό στ’ αυλάκι», σκεφτόταν, αλλά η αλήθεια ήταν διαφορετική. Τη γαλήνη την έφερε στη ζωή της ο Περιπατητής, που τώρα της κρατούσε κάθε νύχτα συντροφιά, στο τραπέζι του δείπνου, και στο μπαλκόνι, και στους περιπάτους της στα πάρκα της πόλης. Για κάποιο λόγο οι δυο τους έμοιαζαν να συνομιλούν ψυχή την ψυχή, κι έτσι ο ένας πάντα συμπλήρωνε τη σκέψη του άλλου, ή έλεγε αυτό που ο άλλος σκεφτόταν προτού καν προλάβει να το εκφράσει ο ίδιος.

Ο καιρός περνούσε γοργά. Η γη ευημερούσε, η ειρήνη χάιδευε τη γη, τα παιδιά έφταναν όλο και πιο κοντά στην επίτευξη των στόχων τους και η Σοφή αγκάλιαζε με κρυφή χαρά την ιδέα της αφυπηρέτησής της.

Στο τέλος των τριών χρόνων αποφασίστηκε να γίνει μια γιορτή, στη διάρκεια της οποίας ο λαός θα αποφάσιζε διά βοής ποιος θα γινόταν ο επόμενος κυβερνήτης, αλλά και που θα τιμούσε τα γενέθλια της απερχόμενης βασίλισσας.

Για πρώτη φορά στην μακρόχρονη ιστορία της χώρας δεν έβαλε κανένας πολίτης υποψηφιότητα για τη διεκδίκηση του θρόνου, αφού όλοι ήταν τόσο ευχαριστημένοι από τα έργα και τις ημέρες της Σοφής, που ένιωθαν σίγουροι ότι η καλή δουλειά που έκανε θα συνεχιζόταν, ανεξάρτητα από το ποιο απ’ τα παιδιά της θα ανέβαινε στο θρόνο.

Η γιορτή ήτανε πραγματικά εντυπωσιακή. Οι πιστοί σύμβουλοι της βασίλισσας, που την οργάνωσαν, προσκάλεσαν τους καλύτερους τραγουδιστές και ηθοποιούς από διάφορες χώρες, καθώς και τεχνίτες οι οποίοι έστησαν ολόκληρες χορογραφίες από πυροτεχνήματα. Έφτιαξαν επίσης διάφορα άρματα που έντυσαν στα αμέτρητα χρώματα της φύσης, και τα οποία παρέλασαν το ένα πίσω από το άλλο στην πλατεία, μοιράζοντας χαμόγελα σε όλους, μικρούς και μεγάλους. Όσο για τα φαγητά, αυτά ήταν το ένα καλύτερο από το άλλο. Οι γεύσεις τους τούς έκαναν όλους πολύ πολύ ευτυχισμένους.

Στο τέλος, λοιπόν, του πρώτου μέρους της γιορτής, επίσημοι και μη, ανέβηκαν σε άλογα, κάρα και άμαξες και κατευθύνθηκαν προς μια απόμακρη γωνία της πόλης, όπου ο Γιώργος είχε δημιουργήσει τον κήπο που εμπνεύστηκε. Όταν έφτασαν εκεί, έμειναν όλοι άφωνοι. Τέτοια ομορφιά δεν είχαν ξαναδεί τα μάτια τους. Τα χρώματα και οι ήχοι λίγο έλειψε να τους κόψουν την ανάσα. Λουλούδια και δέντρα σπάνια τον στόλιζαν μαγευτικά, τα κελαηδήματα εξωτικών πουλιών του χάριζαν πιότερη μαγεία. Ένα θαύμα!



Όταν επέστρεψαν στο παλάτι ο ήλιος είχε αρχίσει πια να δύει, αλλά η μέρα κάθε άλλο παρά στο τέλος της ήταν. Η Σοφή και όλοι οι καλεσμένοι της έπρεπε να δουν και να ακούσουν τι είχαν να πουν και να δείξουν τα υπόλοιπα παιδιά της.

Πρώτη ανέβηκε στη σκηνή, ή μάλλον πήρε θέση στο τεράστιο μπαλκόνι που είχε θέα την πλατεία, η Νίκη, και χωρίς καθυστέρηση καμιά άρχισε ν' απαριθμεί τι είχε πετύχει τα τελευταία τρία χρόνια. «Η χώρα μας είναι ασφαλής από κάθε μεριά. Έχω οχυρώσει τα σύνορά μας. Υπέγραψα σύμφωνα φιλίας και συνεργασίας με πολλές χώρες. Κι ενίσχυσα το στρατό μας – ένα στρατό ειρήνης». Με επιφωνήματα θαυμασμού αντιμετωπίστηκαν αυτές οι ανακοινώσεις.

Ο Κοσμάς μετέφερε στο μπαλκόνι τεράστια μπαούλα από τα οποία έβγαλε και επέδειξε στους επίσημους και στο λαό πράματα και θάματα, που έφερναν χαρά μεγάλη στους ξένους λαούς που επισκέφθηκε, και που σίγουρα θα έκαναν το ίδιο και για εκείνους. Κι αυτουνού η επίδειξη αντιμετωπίστηκε με χαμόγελα και χειροκροτήματα από το πλήθος.

Η Αριάδνη, μόλις έφτασε η σειρά της, ζήτησε ευγενικά από τους επίσημους να της κάνουν χώρο στο μπαλκόνι και με τη βοήθεια τριών κοριτσιών, τα οποία εδώ και καιρό δίδασκε στις τέχνες της και κάποιων στρατιωτών, ξεδίπλωσε το τεράστιο υφαντό μωσαϊκό, που είχε φτιάξει. Με το που απλώθηκε στο τείχος και το αντίκρισε ο λαός, μ' ένα τεράστιο "ωωωω" όλο θαυμασμό, και πολλά "μπράβο" το υποδέχτηκε. Αλλά εκείνη δεν είχε τελειώσει. Έκανε με το χέρι σήμα σ' έναν άντρα που στεκόταν σ' ένα μπαλκόνι στην αριστερή γωνία της πρόσοψης του παλατιού κι εκείνος αφαίρεσε αμέσως ένα λευκό μεγάλο ύφασμα για ν' αποκαλύψει το άγαλμα του ιδρυτή. "Υπέροχο. Μπράβο. Μπράβο…" Και τώρα έφτασε η μεγάλη ώρα. Έστρεψε την προσοχή όλων προς την είσοδο του φρουρίου που περιέβαλλε το παλάτι, πάνω από την οποία κρεμόταν ένα τεράστιο μωβ πανί. Όλοι έμειναν για λίγο σιωπηλοί αναμένοντας να δουν τι άλλο θαυμαστό είχε να επιδείξει η Αριάδνη. Το πανί έπεσε. Το τοπίο αποκαλύφθηκε. Και όλοι ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Τέτοιο έργο τέχνης δεν είχαν ξαναδεί τα μάτια τους. Ακόμη και οι καλύτεροι ζωγράφοι θα το ζήλευαν. Ό,τι η φαντασία της είχε δημιουργήσει απέκτησε ζωή σ' ένα τοίχο, που μέχρι τότε το μόνο συναίσθημα που μπορούσε να προκαλέσει στους ανθρώπους ήταν αυτό της πλήξης.

Ετούτη ακριβώς τη στιγμή, καθώς καθόταν στο κέντρο ενός κύκλου που σχημάτιζαν τα παιδιά της, οι διάφοροι αξιωματούχοι, αλλά και ο Περιπατητής, η βασίλισσα ένιωθε μεγάλη χαρά. «Επιτέλους», σκεφτόταν. «Επιτέλους θ’ αφυπηρετήσω…»

Ο μόνος που είχε απομείνει για να πάρει το λόγο ήταν ο Νο. Όταν ο τελάλης του παλατιού τον κάλεσε στο βήμα, αυτός ξεπρόβαλε από τη γωνιά όπου κρυβόταν, πήγε προς το μέρος της μητέρας του, περπάτησε γύρω από το θρόνο της, στάθηκε μπροστά της, έσκυψε λίγο το κεφάλι, της φίλησε το χέρι και κάθισε κατάχαμα στα πόδια της. «Ο γύρος του κόσμου σε μια μάνα», ψιθύρισε στ’ αυτί της ο Περιπατητής, κι η βασίλισσα δάκρυσε.



Λίγες στιγμές αργότερα, μετά από μια προσωρινή παγωμάρα, μια εκκωφαντική ζητωκραυγή σηκώθηκε από το πλήθος, που έμοιαζε να ταράζει το κάστρο συθέμελα και που κράτησε πολύ. Όταν καταλάγιασε η βουή, ο τελάλης πήρε και πάλι το λόγο και ζήτησε με τη στεντόρεια φωνή του απ’ το λαό να επιλέξει τον επόμενό του κυβερνήτη.

«Ο Νο… Ο Νο… Ο Νο…» Η αποδοχή ήταν καθολική.

Η Σοφή, αφού κατάφερε σιγά σιγά να στραγγίξει τα δάκρυα, σηκώθηκε απ’ το θρόνο της και με μια κίνηση του χεριού επέβαλε τη σιωπή. Και με ραγισμένη απ’ τη συγκίνηση φωνή: «Ο βασιλιάς εστέφθη», είπε. Κάλεσε τον Νο δίπλα της, κι αυτός με τα πρώτα τα του λόγια κατάφερε όχι μόνο να τη συγκινήσει ξανά, αλλά και να την εκπλήξει όσο ποτέ άλλοτε.

«Σας ευχαριστώ όλους για τη μεγάλη τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν μπορώ να αποδεχτώ αυτό το ρόλο. Δεν μπορώ να γίνω ο βασιλιάς σας, αφού έχω ακόμη να κάνω και να μάθω πολλά. Αλλά, αφού η ψήφος σας με έφερε εδώ, θα ήθελα να σας προτείνω να δώσετε το σκήπτρο στον Γιώργο…»

Η σιγή που απλώθηκε στο παλάτι και στην πλατεία έμοιαζε ν’ αγκαλιάζει ολάκερη τη γη. Άχνα δεν ακουγόταν και ο Νο που δεν ήθελε να τους κρατά όλους σε αγωνία αποφάσισε να εξηγήσει αμέσως το σκεπτικό του.

«Είμαστε γεωργική χώρα και ο Γιώργος ξέρει καλύτερα απ’ όλους αυτά τα χώματα, όπως απέδειξε σήμερα. Αλλά την ίδια ώρα είναι πολύ ταπεινός και όλοι όσοι τον ξέρουν τον εμπιστεύονται και τον εκτιμούν. Η ιστορία της χώρας μας είναι συνδεδεμένη με την ειρήνη και την αγάπη της γης. Ο Γιώργος είναι οι προσωποποίηση αυτών των ιδανικών. Όσο για τα υπόλοιπα αδέλφια μου, μπορούν να αναλάβουν, αν θέλουν, πόστα στη διακυβέρνηση της χώρας αφού έχουν εκπαιδευτεί γι’ αυτά. Και σίγουρα, εφόσον το θέλουν τα ίδια και το θέλετε κι εσείς, κάποια μέρα θ' ανέβουν κι αυτά στο θρόνο, αφού δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Γιώργος δεν θα θελήσει να παραμείνει στη θέση αυτή για πάντα. Τίποτ’ άλλο δεν έχω να πω…»

Το μονόλογο αυτό ακολούθησε ένα παρατεταμένο χειροκρότημα και μετά όλοι οι άνθρωποι, εν χορώ, άρχισαν να φωνάζουν το όνομά του Γιώργου.

«Ο Γιώργος, λοιπόν!» ψιθύρισε με ικανοποίηση η βασίλισσα και αφού σηκώθηκε και τον αγκάλιασε ξανακάθισε για τελευταία φορά, επιτέλους, στο θρόνο της. Η τελετή ορκωμοσίας θα γινόταν την επόμενη μέρα.

Ο Γιώργος κυβέρνησε άξια για μερικά χρόνια έχοντας τη αμέριστη συμπαράσταση των αδελφιών του και αφυπηρέτησε σχετικά νέος, αφού παρά τα όσα πέτυχε ένιωθε να του λείπει η καθημερινή επαφή με τη γη. Πέρασε στα χρονικά της ιστορίας του τόπου του σαν ένας από τους καλύτερους βασιλείς, απ’ αυτούς που σπάνια ξεχνάνε οι άνθρωποι. Τον διαδέχτηκε η Νίκη. Κι η Αριάδνη την ακολούθησε με τη σειρά της.

Ο Κοσμάς υπηρέτησε από διάφορα πόστα, αλλά ποτέ του δεν κάθισε στο θρόνο, οπότε κι αυτουνού το όνειρο έγινε πραγματικότητα.

Η μητέρα τους, η Σοφή, πέθανε σε βαθιά γεράματα, έχοντας μέχρι την τελευταία στιγμή στο πλάι της τον καλό Περιπατητή - παντοτινό φίλο, σύμβουλο και εξομολογητή.

Όσο για τον Νο, αυτός πέρασε στις γειτονιές του μύθου. Η σοφία του έφτασε να ταξιδέψει σε όλες τις άκρες της γης και πολλοί άνθρωποι ακόμη τον θυμούνται σαν ένα ακόμη περιπατητή. Αλλά, οι λίγοι και πιο τυχεροί, αυτοί που τον γνώρισαν από κοντά, ή άκουσαν μαρτυρίες από πρώτο χέρι, όσο κι αν αλλάζουν οι αιώνες κι οι καιροί, θα εξακολουθήσουν να μιλούν γι’ αυτόν με μέγα θαυμασμό, και να λένε ιστορίες παλιές και να φτιάχνουν νέες, για τον Νο, τον Ταπεινό.

Κείμενο: Λάκης Φουρουκλάς

Εικονογράφηση: Ελένη Σιούφτα
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.