Η οδός Μεθώνης



Οι πράσινες καρό πτυσσόμενες καρέκλες έσκαγαν μύτη αρχές Ιουνίου. Παρότι τα τέλη Μαίου δεν τα έλεγες πιο κρύα, οι καρέκλες αυτές τηρούσαν ένα πρωτόκολλο. Πριν τις αρχές Ιουνίου δεν έκαναν εμφάνιση στο πεζοδρόμιο. 

Με το που σουρούπωνε, μικροκαμωμένες, στρογγυλές κυριούλες, με παχυλές γάμπες γεμάτες κιρσούς, χωρίς να διακρίνεται αστράγαλος, με τσοκαράκια από τη λαϊκή, και τις πολύτιμες βεντάλιες τους στα χέρια, στρογγυλοκάθονταν κάνοντας γούβα στο ύφασμα της πτυσσόμενης πράσινης καρό πολυθρονίτσας. Τα χέρια τους μύριζαν κρέμα ΝΙVEA, εκείνη τη σκούρα μπλε. Τα μαλλιά τους ήταν ασπρογκρίζα ή κακοβαμμένα καστανά, πάντα καλοχτενισμένα και καμιά φορά τυλιγμένα σε δίχτυ. Θα κάθονταν με τη γλυκιά καμπουρίτσα τους σαν σε κύκλο, μπροστά από τα σκαλοπάτια της κυρα Μαρίκας, της γιαγιάς. Αν δεν έφταναν οι καρέκλες, έστρωναν μαξιλαράκια στα μαρμάρινα σκαλιά και άπλωναν εκεί τον χαριτωμένο πισινό τους. Τέντωναν μπροστά διπλωμένα τα παχυλά ποδαράκια τους κι άρχιζαν το βραδινό κους κους. 

Σαν έκανε την εμφάνισή της καμιά φορά η θεία που τσίμπαγε, που έμενε στο από πάνω στενό, ή καμιά άλλη, καλοσυνάτη μεν, κουραστική δε, λόγω του ότι ήταν σχεδόν κουφή και μιλούσε σε τριπλή ένταση από τους υπόλοιπους, οι κοκόνες έκαναν πότε πότε πως δεν την έβλεπαν και έβαζαν την τελευταία πτυσσόμενη καρέκλα που ήταν ακόμα διπλωμένη, πάλι μέσα στην αυλή. Η θεία που τσιμπούσε θα περνούσε, φορώντας τα παντελόνια της, με διόλου θηλυκότητα, ούτε στην κορμοστασιά, ούτε στο περπάτημα, ούτε στην ομιλία, και με τραχιά φωνή νησιώτικη θα χαιρετούσε τις “τσαπερδώνες”, με κατσούφικη γκριμάτσα και ψάχνοντας κανένα πιτσιρίκι να τσιμπίσει ψαχνό. Ευτυχώς ακουγόταν από μακριά και προλαβαίναμε να κρυφτούμε, να γλιτώσουμε τα μπουτάκια μας, τα μπρατσάκια μας και τα μαγουλάκια μας. Καρτούν η θεία που τσιμπούσε, καλόψυχη και με χιούμορ. Καθόταν λίγο, έκανε το νούμερό της, κι έπειτα κινούσε για το παρακάτω στενό. 

Η κυρά Μαρίκα, η κυρά Ευτέρπη και η κυρά Λένη ήταν οι τρεις κολλητές. Ίδιες στο σουλούπι, στο μπόι και στην ένταση της φωνής. Πότε έκαναν πηγαδάκι στα σκαλοπάτια της μιας και πότε στης άλλης. Η κυρα Μαρίκα, η γιαγιά, πάντα νοικοκυρά και οικοδέσποινα, ήταν αυτή που φιλοξενούσε συνήθως τις υπόλοιπες. Η κυρα Λένη, κοκέττα, με βαμμένα καστανοκόκκινα μαλλιά, σγουρωμένα με μπιγκουτιά, ερχόταν με την ψιλή φωνούλα της και τα αρώματά της και καθόταν απέναντι από την κυρά Μαρίκα. Η κυρά Ευτέρπη, πάντα καλοσυνάτη και με την καλή την κουβέντα στο στόμα, παρότι είχε κι εκείνη κουφαθεί τελείως τα τελευταία χρόνια, συμμετείχε πάντοτε στα πηγαδάκια. Κουτσομπόλευαν... μπααα, δεν μπορείς να το πεις έτσι... Σαν τελετουργικό ήταν περισσότερο. Διότι έπρεπε ο ουρανός να έχει συγκεκριμένο πορτοκαλομώβ χρώμα, το αεράκι μια συγκεκριμένη γλύκα, υπήρχαν προϋποθέσεις. 

Σ'αυτό το συμπαθέστατο παρεάκι συμμετείχαν και νέες νοικοκυρές, που έκαναν γκεστ, ανάμεσα στο βραδινό μαγείρεμα και τα απλώματα της μπουγάδας. Η μοδίστρα απέναντι, η μαμά που είχε διακοπές, η θεία η ψηλή από δίπλα, και άλλες. Άντρες ήταν ευπρόσδεκτοι επίσης. Πρώτος πρώτος ο παππούς, που καθόταν συνήθως στα σκαλοπάτια. Φορούσε γκρι βερμούδα, κοντομάνικο πουκάμισο και καφέ πλαστικές παντόφλες. Τα πόδια του τόσο ψηλά και αδύνατα δίπλωναν στα δύο και έμοιαζε με καθιστή ακρίδα. Είχε το πουκάμισό του μισάνοιχτο και ένα δάσος από ασπρογκρι σγουρές τρίχες ξεπρόβαλε. Ο παππούς με το μουστάκι του Κατσαντώνη, που έκανε παιχνίδια με τη μασέλα του, που η γκαρίδα του ακουγόταν μέχρι την εκκλησία. Πού και πού έφερνε το αχώριστο γκατζετάκι του, ένα τρανζιστοράκι που έπαιζε "τοο πλοίοοο θα σαλπάρειιι για λιμάνια ξέέένααα, για λιμάνια ξέέένααα". Τους πείραζε όλους, τις κοκόνες, τη θεία που τσιμπούσε, τα πιτσιρίκια που περνούσαν με τα ποδήλατα... Όλοι τον αγαπούσαν. Κι εμένα ήταν ο αγαπημένος μου. Ήταν κι ο κυρ Σπύρος. Ο κυρ Σπύρος, ο άντρας της κυρά Λένης, θυμάμαι καθόταν μέρα νύχτα στα δυο τσιμεντένια σκαλοπάτια του σπιτιού του. Δεν ξεκούναγε εύκολα από το θρόνο του, όμως μας έκανε την τιμή να εμφανίζεται και στα σκαλοπάτια της γιαγιάς. Ωραία φωνή, ωραία γαλάζια μάτια, πάντα μου φαινόταν ωραίος άντρας, πόσο μάλλον θα ήταν στα νιάτα του. Κι όταν τσαντιζόταν φώναζε: “γαμώ το σπανάκι μου” και “γαμώ την αγία πατάτα”. Αυτό ήταν αρκετός λόγος να τον αγαπάς. 

Όλοι μια παρέα. Μέσα από την ανοιχτή εξώπορτα ακουγόταν η τηλεόραση να παίζει. Η παρέα πού και πού σχολίαζε τα απογευματινά σήριαλ. Η Βίρνα και ο Γιάγκος έδιναν κι έπαιρναν. Άλλες φορές μιλούσαν για τα παλιά: για το γαλατά, για τον αυγουλά, για την οδό Αλφειού που κάποτε ήταν ποτάμι. Για το παιδί της τάδε ή της δείνα που πήγε Αυστραλία. Για την άλλη που γκαστρώθηκε, για την άλλη που παντρεύτηκε. Οι βεντάλιες αερίζονταν. Πιτσιρίκια πάνω κάτω, έπαιζαν κρυφτό πίσω από αυτοκίνητα και τις αυλόπορτες. Κορίτσια έπαιζαν λάστιχο και σκοινάκι. Αγόρια έκαναν κόντρες με τα ποδήλατα. Οι άντρες των νέων νοικοκυρών γυρνούσαν από το ψιλικατζίδικο με μπύρες και τσιγάρο στο στόμα. Δυο τρεις γάτες ανεβοκατέβαιναν τις ελιές του πεζοδρομίου. Δεν περνούσαν σκύλοι πολύ συχνά, ακούγονταν όμως να τραγουδούν σε χορωδία από το ένα μπαλκόνι στο άλλο. Από τις ανοιχτές μπαλκονόπορτες έπαιζαν οι τηλεοράσεις. Μπορεί κανένας να έψηνε στα κάρβουνα σε καμιά ταράτσα. Από την αυλή της κυρα Ξανθής στη γωνία ταξίδευε η μυρωδιά από το γιασεμί. Οι φούξια μπουκαμβίλιες απλώνονταν σαν ομπρέλες πάνω από τη σπουδαία αυτή μάζωξη. Λιγοστά αυτοκίνητα περνούσαν και με χαμηλή ταχύτητα. Δεν ενοχλούσαν. Πού και πού έκανε την εμφάνισή του κανένας “ξένος” ή καμία “ξένη”, από αυτούς που ήρθαν και μας πήραν τις δουλειές, που έπιασαν τα σπίτια μας, που από τότε που εμφανίστηκαν κοιμόμαστε με κλειδωμένες πόρτες και μπαντζούρια. Εκεί η παρέα σιωπούσε για λίγο. Μόνο ο παππούς, που είχε καρδιά τρυφερή σα μαρουλιού, τους χαιρετούσε κι αυτούς γκαρίζοντας, με τα αλβανικά τους ονόματα. Άλλωστε, ήταν ο πρώτος που τους είχε καλωσορίσει στη γειτονιά. Μπορεί αυτοί να μην έγιναν παρέα, όμως δεν ενοχλούσαν. Συνυπήρχαν, καλημερίζονταν, καλησπερίζονταν και όλα καλά. Τίποτα δεν μπορούσε να διαταράξει την ειρήνη των καλοκαιρινών βραδιών της οδού Μεθώνης. 

Τίποτα;... Δηλαδή, σχεδόν τίποτα. Γιατί ήταν κάτι που μπορούσε να τινάξει στον αέρα κάθε γαλήνη και ευδαιμονία... Λα Κουκαράτσα! Ω ναι. Την έβλεπες καμιά φορά να διασχίζει τάκατάκατάκατάκα το δρόμο και να κρύβεται! Δεν ήξερες αν σου την είχε στημένη πίσω από το απέναντι αυτοκίνητο. Δεν ήξερες αν είχε κρυφτεί κάτω από την καρέκλα σου. Δεν ήξερες τι ήταν ικανή να κάνει. Ήξερες μόνο πως ήσουν στο έλεός της. Και πως είχε πολλούς δικούς της να φέρει για τσαμπουκά! Ναι! Η Κουκαράτσα ήταν ο μόνος αληθινός εχθρός της βραδινής ευφορίας! Καρέκλες μαζεύονταν, τσόκαρα πετιόνταν στον αέρα, γκρίζα μαλλιά γίνονταν κάγκελο, οι άντρες έπαιρναν την ηρωική παντόφλα στο χέρι να σώσουν την κατάσταση, η θεία που τσιμπούσε αφού είχε ακουστεί ως την πλατεία να τσιρίζει “Παναγία μου”!!!! ζητούσε το πιεσόμετρο! “Παναγία μου, αυτή πετάει!!” να ουρλιάζει και να μην μπορεί να την κάνει καλά τίποτα. 

Έσπαγε η κλίκα, για λίγο. Όλοι προσπαθούσαν να συνέλθουν. Για κανα μισάωρο περνούσαν μετατραυματικό σοκ. Και πάλι όμως στο τέλος έβρισκαν τον αρχικό ρυθμό τους, ώσπου να πουν όλες τους τις ιστορίες και να πάει η ώρα δώδεκα ή και μία το πρωί. Και τότε μάζευαν ένας ένας την καρεκλίτσα του, ανέβαιναν τα σκαλοπατάκια της εξώπορτάς του, έβαζε το νυχτικό του, νιβόταν, έβγαζε τη μασέλα του και πήγαινε για όνειρα γλυκά. 

Και η Κουκαράτσα, αν είχε γλιτώσει το τομάρι της από τα νύχια καμιάς μοβόρικης γάτας, παραμόνευε στωικά, να γλεντήσει το παρεάκι το επόμενο σούρουπο. 

Κείμενο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου
Σκίτσο: Βιβιάνα Αλεξοπούλου (Kleiwthalia)  
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.