Βασίλισσα- Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

 
μέρος β΄

Είχε ήδη νυχτώσει.

«Πάμε να φύγουμε από δω», κοίταξε επικριτικά τον αναψοκοκκινισμένο πιτσιρικά η Κάλια κι έκανε να φύγει. Η σειρήνα ακούστηκε από κάπου κοντά.

«Όχι, πάμε μέσα», την αντέκρουσε ο Μίνωας και την τράβηξε από το χέρι με το ζόρι ως το υπόστεγο του παλιού κτηρίου.

Έχωσε την κάρτα στην εγκοπή της κλειδαριάς. Η σειρήνα μούγκρισε πολύ κοντά, ίσως στον διπλανό δρόμο. Η πόρτα άνοιξε αμέσως με ένα σιγανό κλικ. Μπήκαν σε έναν στενό σκοτεινό διάδρομο και η πόρτα πίσω έκλεισε διπλοκλειδώνοντας. Μικρά κόκκινα φωτάκια αναβόσβηναν κυματιστά στο ύψος του ώμου της, σε όλο το μήκος του τούβλινου διαδρόμου. «Σσσσς... μη βγάλεις άχνα», έσκυψε κι ακούμπησε την παλάμη της πάνω στα κόκκινα προτεταμένα χειλάκια του μικρού. Προχώρησαν λίγα βήματα αργά και διστακτικά. Η φωτορυθμική αντίληψη του χώρου έκανε τα πάντα να μοιάζουν ρευστά, κινούμενα, ανισσόροπα. Μια αναλαμπή στο τέλος του διαδρόμου αποκάλυψε μια ατσάλινη χοντροκομμένη άβαφτη πόρτα. Συγκράτησε τον Μίνωα να μην κλωτσήσει την πόρτα και τον έσφιξε ανάμεσα στα χέρια της.


Έκατσε στο πάτωμα με την πλάτη στηριγμένη στα τούβλα και εκμεταλλεύτηκε την τάση του παιδιού για σωματική επαφή για να τον κοιμίσει στην στενή κόγχη που έφτιαχναν τα λυγισμένα της πόδια με το στέρνο της. Αναλαμπές. Μετρούσε τις ανάσες της, όπως κάθε βράδυ. «Ποιος είσαι;», ήταν η μόνη σκέψη της. «Είμαι εγώ», απάντησε η ίδια η σκέψη της στην ερώτηση. «Τι είσαι;», επέμεινε μισοκοιμισμένη. Αντί για απάντηση ένοιωσε να αφήνει πίσω το κορμί της, να περνάει σαν φάντασμα τους τοίχους και να πετάει πάνω από την πόλη, ψηλά, πάνω από τα σκοτεινά κτήρια και τα κατάμαυρα άλση. Το χάρηκε, πέταξε ακόμα πιο μακριά, άφησε πίσω της τις φωτεινές φλέβες των δρόμων και έφτασε σε μέρη που δεν είχε δει ποτέ. Συνέχιζε να πετάει, όχι με φτερά, όχι σαν τον Σούπερμαν, αλλά σαν χάρτινη παιδική σαΐτα... Όχι εντελώς ανεξέλεγκτη μα ούτε και εντελώς ελεγχόμενη.

«Από πού είσαι;», τρεμούλιασε μέσα στο μυαλό της έτοιμη να ραγίσει και να θρυψαλιαστεί σαν γυαλί η σκέψη της.

«Είμαι από κει που είσαι κι εσύ», της απάντησε το μυαλό της, κι αναγνώρισε στην άηχη φωνή τον άγνωστο άντρα που της είχε δώσει την κάρτα λίγες μέρες νωρίτερα.

Το κορμί του Μίνωα δεν βάραινε πια την αγκαλιά της. Σηκώθηκε μισοζαλισμένη, σε μια κατάσταση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα και είδε πως η πόρτα μπροστά της ήταν ανοιχτή. Αχνό φως έβγαινε από το περίγραμμά της. Μια λευκοντυμένη μορφή απομακρυνόταν σε έναν δεύτερο διάδρομο. Πάνω από τον ώμο της το κεφαλάκι του μικρού της χαμογελούσε με χρυσαφιά δαντελωτά ποταμάκια στο σαγόνι και γύρω από τα μάτια και το χέρι του την χαιρετούσε αργά. Παραπάτησε. Γονάτισε κι έκλεισε τα φωτεινά της βλέφαρα για ένα δευτερόλεπτο, έχοντας ήδη παραιτηθεί από κάθε ελπίδα. Δεν την πονούσε, ήταν απλά μια συνειδητοποίηση. Όλα είχαν τελειώσει. Κάτι την σήκωνε. Στάθηκε πάλι στα πόδια της.

Πρέπει να της είχαν δώσει κάποιο ηρεμιστικό ή ναρκωτικό όσο κοιμόταν. Για ποιο λόγο; Ήταν άσκοπο. Η Κάλια ήταν σχεδόν ανίκανη να επιδείξει επιθετική συμπεριφορά. Ο άντρας που την στήριζε και την οδηγούσε μέσα στο κτήριο έμοιαζε υπερβολικά με τον άγνωστο μεσήλικα στην υπόγεια διάβαση, μα ήταν κατά κάποιον τρόπο διαφορετικός. Σαν να χε απότομα γεράσει μερικά χρόνια, σαν να χε μείνει απότιστος κι είχε κάπως μαραθεί. Ή ίσως έφταιγαν τα φώτα που αναβόσβηναν και το φάρμακο που της είχαν δώσει. Πάντως ήταν άνθρωπος. Τι καλό μπορούσε ποτέ να περιμένει από έναν άνθρωπο;

«Πιες το, θα συνέλθεις», ακούμπησε στο γραφείο μπροστά της ένα αχνιστό φλιτζανάκι που μοσχοβολούσε καφέ και η Κάλια παρατήρησε με απορία πως οι φλέβες στο χέρι του στραφτάλιζαν ανεπαίσθητα.

«Είσαι από μας ή από τους άλλους;», του έκανε τελικά την αναμενόμενη ερώτηση.

Ο καθηγητής έσπαγε πλάκα πάντα με την στιχομυθία που ακολουθούσε.

«Είμαι από σας», συγκράτησε ένα καλόκαρδο χαμόγελο.

«Μα, εμείς είμαστε οι Άλλοι», δεν διέψευσε τις προσδοκίες του η κοπέλα.

«Χαχαχα!», γέλασε σφίγγοντας τα μάτια του ο παράξενος άντρας και ένα αρμονικό δίκτυο από τέλειες ρυτίδες απλώθηκε σαν βεντάλια που ανοίγει σε χέρι γκέισας στο πλάι των βλεφάρων του και ως τους ασπρισμένους κροτάφους του.

«Λες ψέματα», τον κοίταξε χωρίς ίχνος οργής ή επίκρισης η Κάλια.

Καθόταν σε μια παλιά, πολύ αναπαυτική πολυθρόνα μπροστά στο σπάνιο γραφείο από αληθινό ξύλο και ατένιζε τον άγνωστο άντρα με την λευκή ιατρική ρόμπα και τα χωρίς σκελετό γυαλιά χωρίς κανέναν φόβο να της ζεσταίνει το αίμα. Υπήρχε όμως απορία στη φωνή και στο βλέμμα της όταν ξαναμίλησε.

«Είσαι πολύ νέος και καλοφτιαγμένος για Παππούς, πολύ μεγάλος για Εραστής και πολύ μικροκαμωμένος για Labor».

«Μα, φυσικά!», το τράβηξε ακόμα λίγο διασκεδάζοντας ο μυστήριος οικοδεσπότης και ύστερα σηκώθηκε από την απλή μεταλλική καρέκλα του και της άπλωσε το χέρι.

«Σέμυεν», της συστήθηκε και της έπιασε το χέρι πολύ σφιχτά και για πολύ ώρα, σαν να ήθελε να την προετοιμάσει για την επερχόμενη ταραχή.

Το κράτησε στο δικό του μέχρι που είδε το βλέμμα της να σκιάζεται από την επίπτωση της συνειδητοποίησης. Ακόμα δεν τον είχε αναγνωρίσει απόλυτα, αλλά είχε αρχίσει να κάνει τους απαραίτητους συνειρμούς. Την άφησε να κάτσει πάλι στην πολυθρόνα και με μια αργή θεατρική κίνηση έβγαλε τα γυαλιά από τη μύτη του και έσπρωξε στο πλάι τις τούφες των μαλλιών του, κρύβοντας προσωρινά την τεθλασμένη γραμμή που είχαν ζωγραφίσει στο μέτωπό του τα μαλλιά που με τα χρόνια αραίωναν. Η Κάλια πήρε βαθιά ανάσα και η καρδιά της άρχισε να χτυπά πραγματικά δυνατά στο στήθος της. Ένοιωσε σαν να χε καταπιεί δέκα πέταλα με τη μία.

«Είσαι Το Σέμυ Ένα», μουρμούρισε τελικά ξεψυχισμένα και τα μάτια της γυάλιζαν υγρά καθώς τα είχε ξεχάσει ορθάνοιχτα για ώρα.

Ο Σέμυεν χαμογέλασε πλατιά. Το χαμόγελό του είχε τη γοητεία εκατό Εραστών, τη γλυκύτητα διακοσίων Παππούδων και τη δύναμη τριακοσίων Labor.

«Είμαι ο Ημίαιμος», επιβεβαίωσε ο καθηγητής την ανακάλυψή της πως ήταν κάποιος που δεν υπήρχε.

«Είσαι το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης στο Εργαστήριο. Ή μάλλον είσαι το Εργαστήριο», έκλεισε τελικά τα μάτια της η Κάλια και στα μάγουλά της κύλησαν δάκρυα.

«Πίστεψέ με, είμαι από σάρκα και αίμα, όπως κι εσύ», έκανε το γύρο του γραφείου ο καθηγητής και την ακούμπησε ενθαρρυντικά στον ώμο για να τον ακολουθήσει.

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
, απόσπασμα από το βιβλίο "Οι τρεις δαίμονες του χρόνου"

η εικόνα είναι από την ταινία Blade Runner
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.