Μια θαλασσινή περιπέτεια



Αθήνα, καλοκαίρι του 1992

 Τι θα γίνει; Θα φάμε κάνα καλό ψαράκι;... Να φάμε, αλλά αν δε βρέξεις κώλο ψάρι δεν τρως... Δηλαδή; Για κάνε μου το λιανά... Σου προτείνω να έρθεις να πάμε για ψάρεμα με την βάρκα μου... Που βρε, στα Ίρια;... Ποια Ίρια; Θα πάμε σε ένα μέρος που θα σε τρελάνει.... 

 Ήταν η συνομιλία που είχα με τον Νάσο, και που με οδήγησε στο ωραιότερο μέρος που είχα πάει ποτέ. Πρωί πρωί κοτσάραμε το τρέιλερ και φύγαμε για την Βόρειο Εύβοια προς την πλευρά του Αιγαίου. Προορισμός μας ο Λιμνιώνας, ένα καταπληκτικό μέρος με μια τεράστια παραλία που τέλειωνε σε μια μεγάλη σπηλιά, που μου φάνταζε σαν τη σπηλιά της Καλυψούς έτσι που την έβλεπα από μακρυά, καθώς η οροφή της φωτιζόταν απο την φωτιά που είχαμε ανάψει μέσα σ’ αυτήν όταν νύχτωσε. Ήταν μια εικόνα μαγική! 
 Την άλλη μέρα το πρωί ρίξαμε την βάρκα στη θάλασσα και ξεκινήσαμε για το μέρος που ήξερε ο Νάσος ότι υπήρχαν ψάρια. Φτάσαμε και ο φίλος μου άρχισε τις ετοιμασίες. Βίδωσε τον ρυθμιστή πιέσεως πάνω στο κλείστρο της μπουκάλας, πέρασε τη ζώνη με τα μολύβια στη μέση και -πώς μου ήρθε τώρα- λίγο πριν πέσει μέσα στη θάλασσα του λέω: “Ρε αγόρι μου, δεν μου λες πώς δουλεύει τούτο το μαραφέτι μήπως χρειαστεί να το βάλω μπροστά;” “Δεν είναι τίποτα, μου λέει, να κοίτα... Βλέπεις αυτό το κλειδί; Είναι σαν το διακόπτη του αυτοκινήτου. Το γυρίζεις και παίρνει μπροστά. Αν δεν πάρει αμέσως εδώ είναι το τσοκ. Μόνο, πρόσεξε με τώρα. Αυτό είναι το χειριστήριο μπρος- πίσω -κράτει. Η μηχανή παίρνει μπρος μόνο στη θέση κράτει... Από εκεί και πέρα ανάλογα με τη θέση του μοχλού, πάει μπρος ή πίσω.. Έλα να δοκιμάσουμε”. Το δοκίμασα, πήρε μπρος, έσπρωξα το μοχλό προς τα εμπρός, εντάξει. Δεν ήταν και δύσκολο. Πήγαμε δυο μέτρα μπρος και κωλώσαμε. “Τι τρέχει ρε Νάσο;” “Τι να τρέχει; Αφού έχουμε ρίξει άγκυρα!” Εντάξει. Μου έμαθε και την άγκυρα και βούτηξε όλο ανυπομονησία. Άλλη δηλαδή είναι η αρμόζουσα λέξη αλλά δεν την αναφέρω. Η πρώτη του βουτιά κράτησε μόνο δέκα λεπτά και εμφανίζεται στην επιφάνεια με ένα ροφό σα μικρό παιδί.. Μου τον δίνει και εγώ τον πετάω σε μια γωνιά της βάρκας. Ο Νάσος ξαναβουτάει και χάνεται. Αυτήν τη φορά όμως η ώρα περνούσε και αυτός δεν έλεγε να βγει στην επιφάνεια. Τώρα με είχαν ζώσει τα φίδια. Τι κάνει ο χριστιανός τόσην ώρα κάτω; Και ενώ την αρχή χάζευα το καταπληκτικό τοπίο, αυτό σιγά σιγά μου έγινε εφιάλτης. Βράχια απότομα πάνω από το κεφάλι μου σε μια βάρκα που ίσα ίσα ήξερα τον χειρισμό της. 

Ο χρόνος συνέχιζε να τρέχει και σαν να μην έφτανε η αγωνία μου, άρχισε ο καιρός να χαλάει, ο ουρανός να γεμίζει μαύρα σύννεφα, ο αέρας να δυναμώνει και η θάλασσα να φουσκώνει. Ξαφνικά ακούω μερικά μέτρα πίσω από την πλάτη μου κάτι σα μούγκρισμα. Γυρίζω και βλέπω έναν Νάσο να μου κουνάει απεγνωσμένα το χέρι του. Πού βρήκα την ψυχραιμία να κάνω τους απαραίτητους χειρισμούς αφού πρώτα σήκωσα την Άγκυρα; Ούτε κι εγώ ξέρω. Τελικά πήγα κοντά του και τον τράβηξα μέσα στην βάρκα. Δεν κρατούσε τίποτα πάνω του. Ούτε τις μπουκάλες, ούτε τα βάρη, ούτε το ψαροντούφεκο. Κάποια άλλη μέρα μου είχε πει ότι κάποτε τον είχε χτυπήσει ο νόσος των δυτών αλλά την είχε γλυτώσει γιατί την πρόλαβε. Απλά του είχε αφήσει κάτι σα μούδιασμα που τον έπιανε που και που και καμιά φορά ένοιωθε και κάτι πόνους σαν τους ρευματόπονους. Τώρα ήταν δίπλα μου μισολιπόθυμος και εγώ τον έβλεπα και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα και η θάλασσα όλο και να αγριεύει. Αστραπές άρχισαν να φέγγουν προς την κατέυθυνση της Σκοπέλου. Ολοφάνερο ήταν ότι όπου να ναι θα ξεσπούσε το μπουρίνι. Εκεί που τον κοιτούσα μη ξέροντας πώς να αντιδράσω μου έκανε νόημα να βάλω μπρος για να γυρίσουμε πίσω... Πράγμα που έγινε. 

Γυρίσαμε πίσω στον ασφαλή όρμο, εκεί που είχαμε το αυτοκίνητο με το τρέιλερ και ο Νάσος που συνερχόταν σιγά σιγά μου εξήγησε ότι μόλις είχε τραβήξει τον μοχλό της ρεζέρβας, γιατί του τέλειωνε ο αέρας, είδε μια σφυρίδα τέρας. Παρασύρθηκε, του τέλειωσε ο αέρας και έτσι αναγκάστηκε να κάνει ανάδυση κινδύνου από τα 45 μέτρα αφού πρώτα απαλλάχτηκε απο τον εξοπλισμό του. Αυτοκτονία δηλαδή. Ευτυχώς υπήρχε εκεί κοντά μια άλλη παρέα ψαράδων και τα παιδιά πρόθυμα μας βοήθησαν να τραβήξουμε την βάρκα και να την σιγουρέψουμε πάνω στο τρέιλερ. Γυρίσαμε στην Αθήνα και ορκίστηκα να μη ξαναμπώ σε βάρκα παρέα με έναν τρελό βουτηχτή.

Δημήτρης Μπούκουρας 

Από την βιογραφία του Σπύρου Φωκά...


Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.