Βασίλισσα- Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου (μέρος τρίτο, προτελευταίο)


«Πίστεψέ με, είμαι από σάρκα και αίμα, όπως κι εσύ», έκανε το γύρο του γραφείου ο καθηγητής και την ακούμπησε ενθαρρυντικά στον ώμο για να τον ακολουθήσει.

Το κτήριο είχε αίθουσες και διαδρόμους σαν σχολείο ή νοσοκομείο περισσότερο παρά σαν τυπογραφείο. Κάποιες αίθουσες ήταν μισοφωτισμένες. Ογκώδη μηχανήματα δούλευαν σιγανά. Η Κάλια είδε δυο τρεις Άλλους να κινούνται μέσα σε κάποια από τις αίθουσες, μετακινώντας δέματα και επιβλέποντας τις μηχανές. Έφτασαν σε ένα πιο φωτεινό δωμάτιο με ένα μεγάλο γυάλινο παράθυρο και ο άντρας της έκανε νόημα να κοιτάξει. Σε μια μοκέτα στο πάτωμα ο Μίνωας και άλλα τρία παιδάκια κάθονταν απορροφημένα μέσα σε έναν ψεύτικο κόσμο φτιαγμένο από παιχνίδια και διασκέδαζαν. Άπλωναν τα χέρια να ζητήσουν ένα παιχνίδι ή να δείξουν την τελευταία τους ανακάλυψη. Το αγοράκι που καθόταν απέναντι από τον Μίνωα ύψωσε το κεφάλι του και κοίταξε προς το μέρος τους με παράξενα αλλά εντελώς ανθρώπινα κίτρινα μάτια.

«Γεια σου, παππού», ανοιγόκλεισε χωρίς ήχο το στόμα του και τους έγνεψε με το χέρι.

Η Κάλια κοίταξε τον άντρα δίπλα της με αμφιβολία. Έστελνε με την παλάμη του ένα ιπτάμενο φιλί στο μικρό του υβρίδιο. Μετά τράβηξε την φιλοξενούμενή του βιαστικά λίγα μέτρα πιο πέρα για να μην αποσπάσουν την προσοχή των παιδιών από το παιχνίδι και άρχισε να της μιλάει γρήγορα πριν εκείνη προλάβει να ανοίξει το στόμα της.

«Χρειάζομαι τη βοήθειά σου, μικρή μου. Είμαστε τόσο κοντά στην επιτυχία! Μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο αν ...» Η φωνή του σκεπάστηκε ξαφνικά από έναν επίμονο βόμβο, σαν να σφύριζαν τα αυτιά της Κάλιας από κάποια απότομη αλλαγή της πίεσης του αέρα. Δεν άκουσε ούτε τα μισά, αλλά παρόλα αυτά ο Σέμυεν συνέχιζε να μιλάει λες και δεν συνέβαινε τίποτα. «... η μέρα που θα γεννηθεί ένας Άλλος που θα είναι ολόιδιος με άνθρωπο», συνέχιζε με πάθος και ενθουσιασμό ο καθηγητής.

«Και για ποιο λόγο να φτιάξεις κι άλλους ανθρώπους; Αρκετοί δε γεννιούνται από μόνοι τους κάθε μέρα;», άφησε την απορία της να πετάξει η κοπέλα και να δώσει ένα μικρό χαστούκι στο μάγουλο του αφοσιωμένου επιστήμονα. Ο καθηγητής έχασε προς στιγμήν τον ενθουσιασμό του και την κοίταξε σχεδόν λυπημένα. Ίσως ο Πρόδρομος να χε κάνει λάθος. Ίσως να μην ήταν τελικά η κατάλληλη για το σκοπό τους.

«Τουλάχιστον μείνε εδώ, μαζί μας. Έχει δουλειά για όλους. Και θα ήσαστε ασφαλείς. Μη στερήσεις το παιδί από ένα τέτοιο σπιτικό», της έπιασε τα χέρια τρυφερά κι ύστερα τα ύψωσε και τα φίλησε πάνω στις αστραφτερές φλέβες τους και τα δύο. Το σάστισμα διαδεχόταν την απορία και η ελπίδα την αμφιβολία από τη στιγμή που είχε αντικρίσει το περίεργο αυτό πλάσμα η Κάλια. Ακόμα προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει πώς ήταν δυνατόν να υπάρχει.

Ο Ημίαιμος ήταν ένας θρύλος. Ήταν το παραμύθι που λέγανε οι παλιότεροι στους νεότερους, ήτανε το φάντασμα που στοίχειωνε τα εκπαιδευτικά προγράμματα των Άλλων, πριν πρωτανοίξουν τα μάτια τους στον κόσμο. Ήτανε το λάθος, ο αστάθμητος παράγοντας, το μπάσταρδο δημιούργημα δυο διαφορετικών κόσμων, η πρώτη -όχι εντελώς επιτυχημένη- απόπειρα. Και τώρα της φιλούσε τα χέρια και την παρακαλούσε με το γλυκό του βλέμμα να μείνει εκεί, κοντά του.

«Ναι, εντάξει», άκουσε τον εαυτό της να λέει και παραξενεύτηκε και η ίδια με την ένταση και την σιγουριά στη φωνή της.

Ο Σέμυεν βρήκε πάλι το χαμόγελό του και την οδήγησε από μια κρυφή σκαλίτσα σε έναν ημιώροφο με έναν μακρύ σκοτεινό διάδρομο με αφίσες, γλάστρες, βιβλιοθήκες και καθίσματα στη μια του μεριά και απλές ξύλινες πόρτες από την άλλη. Προσπέρασαν δυο πόρτες ανοιχτές. Ένας νεαρός ξένος με ακουστικά στα αυτιά έστρεψε το κεφάλι από την οθόνη ενός υπολογιστή και τους κοίταξε με περιέργεια. Μια ξυπόλυτη ολοφώτεινη κοπελίτσα με διάφανο νυχτικό χτυπούσε μια πόρτα. Της άνοιξε μια άλλη κοπέλα κι αγκαλιάστηκαν πριν μπουν μέσα. Από μια άλλη πόρτα ακουγόταν κάποια παρέα να τραγουδάει γρατζουνώντας μια ελαφρώς ξεκούρδιστη κιθάρα. Έφτασαν στο τέρμα του διαδρόμου κι ο καθηγητής σήκωσε ένα παλιομοδίτικο ακουστικό από ένα τηλέφωνο στον τοίχο και πάτησε μερικά κουμπιά.

«Θα σου στέλνω τους κωδικούς για τις πόρτες κάθε πρωί», την πρόλαβε πριν τον ρωτήσει και μπήκαν σε έναν δεύτερο όμοιο διάδρομο που αποκαλύφθηκε πίσω από την πέτρινη σαν τοίχο πόρτα. Στο τρίτο δωμάτιο σταμάτησαν κι ο άντρας ψάρεψε από την τσέπη του ένα μικρό κλειδάκι σε ένα μπρελόκ με σχήμα χελώνας και της το έδωσε.

«Μόνη μου θα μείνω;», τον κοίταξε ίσια στα μάτια με ένα ίχνος έγνοιας κι έσκυψε σκεφτική το κεφάλι.

«Θα προσπαθήσω να σου στείλω κάποιον για συντροφιά, αλλά προς το παρόν ναι, θα μείνεις μόνη», της σήκωσε με τα δάχτυλά του τα μακριά άλουστα μαλλιά από το μέτωπο και ακούμπησε για μια στιγμή το σαγόνι του στην κορφή του κεφαλιού της.

Η Κάλια δυσκολεύτηκε να ανοίξει γιατί τα δάχτυλά της έτρεμαν. Ο καθηγητής είχε εξαφανιστεί, ο τοίχος είχε κλείσει ξανά κι εκείνη ήταν εντελώς μόνη μέσα σε ένα λιτό δωμάτιο που μύριζε κλεισούρα και κάτι άλλο, ακόμα πιο ανησυχητικό. Ναι, μύριζε άνθρωπο, φευγάτο άνθρωπο. Άνθρωπο που πια ήταν νεκρός. Γδύθηκε και έκανε τα ταλαιπωρημένα άπλυτα ρούχα της ένα κουβάρι στο πάτωμα. Ένοιωσε ανακούφιση που υπήρχε ζεστό νερό στο ντουζ. Μούλιασε για ώρα κάτω από το νερό και πλύθηκε με το πολυτελές σαπούνι ελαιόλαδου. Έβαλε τα ρούχα της μέσα στο βαθύ νιπτήρα και τα έτριψε προσεχτικά. Τα άπλωσε στο κοντάρι της κουρτίνας του ντουζ κι έψαξε για κάτι να φορέσει. Η μικροσκοπική ντουλάπα είχε δυο τρία παράταιρα ρούχα. Δυο ζευγάρια χοντρές κάλτσες, ένα παλιό μπάγκυ τζην, ένα τεράστιο αντρικό φούτερ, μια ολοκαίνουρια λευκή ιατρική ρόμπα και μια ακριβοπληρωμένη σατέν νυχτικιά. Η Κάλια διάλεξε το φούτερ κι ένα ζευγάρι κάλτσες κι άναψε την οθόνη του Ten G στο μικρό γραφειάκι δίπλα στο μπάνιο. Δεν περίμενε τέτοια τεχνολογία μέσα σε ένα τέτοιο δωμάτιο, αλλά από την άλλη, τι σκατά! Στο σπίτι του Σέμυεν βρισκόταν. Το κομμάτι του τοίχου δίπλα στο μπάνιο ήταν όλο μια τζαμόπορτα. Δεν κοίταξε καν έξω. Μια ροή ακατάσχετης φλυαρίας έτρεχε στην διάφανη οθόνη φωτίζοντας τον τοίχο πίσω της. Εικόνες ανθρώπων, σπάνια ζώα στο φυσικό τους περιβάλλον, μια παλιά ταινία για τον πόλεμο του 89, τα τελευταία μουσικά χιτ των Σκριμόρταλ. Μπήκε στο Ιατρικό Μαγκαζίνο, πάντα το παρακολουθούσε όταν είχε τη δυνατότητα. Ένα χτύπημα στην πόρτα. Δεν το συνειδητοποίησε αμέσως, χρειάστηκε να το ακούσει και δεύτερη φορά για να καταλάβει τι ήταν.

«Είσαι εντάξει;», ρώτησε ο επισκέπτης μόλις άνοιξε η πόρτα.
Ήταν ίδιος με τον Σέμυεν, όχι ακριβώς ίδιος, αλλά ίδιος. Ήταν ο άντρας από την υπόγεια διάβαση, που της είχε δώσει την κάρτα εισόδου.

«Έλα μέσα, σε περίμενα», τον υποδέχτηκε με μια ζεστή αγαλλίαση η Κάλια και στάθηκαν πίσω από την πόρτα αμήχανοι.

«Είμαι ο Πρόδρομος, γνώρισες τον πατέρα μου», της χαμογέλασε διστακτικά και άπλωσε το χέρι του να σφίξει το δικό της.

«Ναι. Εγώ είμαι η Κάλια. Το έφερες;», ρώτησε η γυναίκα ανασηκώνοντας τα μεγάλα τοξωτά φρύδια της. Ο Πρόδρομος την κοίταξε για δυο δευτερόλεπτα σαν χαμένος.

Ήταν ψηλή και καλοφτιαγμένη, με σχιστά αχνογάλανα μάτια, ελαφρώς προτεταμένα μικρά χείλια και δυναμικό σαγόνι. Τα μαλλιά της δεν είχαν στεγνώσει ακόμα και φαίνονταν πιο σκούρα από ότι ήταν, σχεδόν μαύρα. Τα πόδια της ήταν γυμνά, με τις τεράστιες αντρικές κάλτσες να φτάνουν μέχρι τις μυώδεις γάμπες τις και το φούτερ από πάνω να κρύβει μόνο ίσα το τρίγωνο ανάμεσα στα πόδια της. Για μια στιγμή τη φαντάστηκε ολόγυμνη στο κρεβάτι, να φέγγει και να βογκάει από ηδονή μέσα στα χέρια του. Ύστερα με μια ασυνείδητη κίνηση έβαλε το χέρι στην τσέπη του παντελονιού του και άγγιξε το λουλούδι με τις άκρες των δαχτύλων του.

«Το έφερα», παραδέχτηκε ένοχα και την είδε με μιας να χαλαρώνει και να μετατρέπεται σε άνθρωπο.

Έκατσε με υποκριτική αιδώ στο ημίδιπλο κρεβάτι πίσω από την πόρτα και τον κάλεσε να κάτσει δίπλα της. Τον άφησε να σαλιώσει το πέταλο και να της το κολλήσει στο λαιμό. Είχε κλείσει τα μάτια της και δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο πέρα από την Βασίλισσα. Οι ήχοι βάθυναν, οι μυρωδιές οξύνθηκαν. Τώρα της ήρθε στα ρουθούνια το άρωμα μιας ολάνθιστης λεμονιάς. Χώμα και ξύλο. Φρεσκοτυπωμένο χαρτί. Και κάτι ακόμα, κάτι που δεν είχε μυρίσει ποτέ ξανά. Άνοιξε τα μάτια της αργά προσπαθώντας να εντοπίσει την πηγή της εκπληκτικής μυρωδιάς, σαν δύναμη και αδυναμία ταυτόχρονα, σαν γέννηση και θάνατος μαζί. Ο Πρόδρομος είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και κρατούσε το πόμολο της πόρτας έτοιμος να φύγει.

«Μείνε», τον κάλεσε με μισάνοιχτα χείλη και μισόκλειστα βλέφαρα κι έγειρε παραδομένη στο μεθύσι της στο μαλακό στρώμα.

Δεν είχε ποτέ της βρεθεί με άντρα κάτω από την επήρεια του ναρκωτικού. Σε τελική ανάλυση, δεν είχε βρεθεί ποτέ της με άντρα από δική της επιθυμία. Η παρουσία του Πρόδρομου την αναστάτωνε και την έκανε να τρέμει. Ένοιωσε το άγγιγμά του στο μάγουλό της σαν μουρμούρισμα προσευχής. Τα νεύρα της τον ανίχνευαν παντού γύρω της, πάνω της, μέσα της. Άκουσε τον εαυτό της και κλαίει με λυγμούς και να στενάζει απεγνωσμένα. Μια φωτιά την έκαιγε όλη από μέσα προς τα έξω, κυλώντας στις φλέβες της και ψάχνοντας διέξοδο από κάθε οδό, την έφαγε, την πόνεσε, την εκμηδένισε. Κι ύστερα μια θάλασσα πλημμύρισε τα αποκαΐδια της και την σήκωσε σαν ατμό έξω από το κορμί της. Είδε τον εαυτό της τυλιγμένο από το κορμί του Πρόδρομου να συσπάται απαλά σε μια τελευταία αναλαμπή πάθους. Το στόμα του πάνω στα χείλη της την ξαναέβαλε σαν πνοή μέσα στο σώμα της. Το τελευταίο πράγμα που ένοιωσε πριν αποκοιμηθεί ήταν το αξύριστο σαγόνι του πάνω στον λαιμό της. Ονειρευόταν πάλι πως πετούσε. Πάνω από λόφους, ποταμούς και μικρές πολιτείες ,ψηλά, σε έναν ουρανό με δυο δίδυμα πράσινα φεγγάρια, έκανε μια βουτιά πάνω από ένα δάσος κι ανάσανε γλυκόπικρα χόρτα, μελίρρυτους καρπούς και απάτητο νωπό χώμα. Μια Αδιέξοδη Πύλη και μια άγνωστη επίβουλη παρουσία κάτω από τη γη την τάραξαν κι αναδίπλωσε την ψυχή της για να βρει πάλι ισορροπία. Κάτι κρυβόταν εκεί. Κάτι που λαχταρούσε να το βρει και το έτρεμε ταυτόχρονα...

Είχε ξημερώσει όταν άνοιξε τα μάτια της. Ήταν μόνη. Σηκώθηκε από το κρεβάτι μουδιασμένη και το πρώτο πράγμα που είδε ήταν λεμονιές έξω από το τζάμι. Μπερδεύτηκε και έχασε την αίσθηση του χώρου για λίγο, μα ύστερα συνειδητοποίησε πως το γραφείο που είχε συναντήσει τον Σέμυεν χθες το βράδυ πρέπει να ήταν υπόγειο. Ανεβαίνοντας έναν όροφο είχε βρεθεί στο ύψος του εδάφους. Ένοιωσε την ανάγκη να δει τον Μίνωα. Φόρεσε την λευκή ρόμπα πάνω από το φούτερ και βγήκε από την πόρτα της συγχυσμένη. Με κάποιον ανεξήγητο τρόπο ήξερε τον κωδικό για να ανοίξει την πόρτα. Μέσα στο αφύσικο σκοτάδι κατέβηκε από την πλαστική σκαλίτσα και βρέθηκε πάλι στο υπόγειο που είχε πρωτοδεί εχθές. Τώρα ο χώρος έσφυζε από ζωή, οι μηχανές δούλευαν στο φουλ και εργαζόμενοι πηγαινοέρχονταν μιλώντας και χειρονομώντας γύρω της. Κάποιοι από αυτούς ήταν σίγουρα άνθρωποι. Προχώρησε και βρήκε την αίθουσα με τα γυάλινα παράθυρα. Δέκα τουλάχιστον παιδιά ήταν μέσα, άλλα μικρότερα κι άλλα μεγαλύτερα, κι ανάμεσά τους είδε τον Μίνωα να γελάει τρέχοντας. Της ήρθε αναγούλα. Τόση κίνηση, τόσο έντονη εκδήλωση συναισθημάτων. Κάτι δεν πήγαινε καλά, καθόλου μα καθόλου καλά. Παράτησε τη σκέψη να δει τον Μίνωα και περπάτησε σπασμωδικά ως το γραφείο του Σέμυεν. Ήταν άδειο. Έπεισε τα πόδια της να φτάσουν μέχρι την μεταλλική καρέκλα και σωριάστηκε πάνω της τρομοκρατημένη. «Τι συμβαίνει;», έσκουξε το λαρύγγι της και ο μόνος που την άκουσε ήταν τα αυτιά της. Δεν έβλεπε το περιβάλλον γύρω της πια. Όλα ήταν ένα όνειρο. Ήξερε πως κοιμόταν κι όλα ήταν ένα κακό όνειρο. Τα συρτάρια στο πολύτιμο ξύλινο γραφείο εκσφενδονίστηκαν στον τοίχο πίσω της. Έτρεξε σαν σκυλί να τα μυρίσει και να ψάξει με τρεμάμενα χέρια μέσα τους. Χαρτιά, χαρτιά, πολλά χαρτιά! Μα είναι τόσο σπάνιο το χαρτί πια... εκτός αν είσαι σε τυπογραφείο. Μα, για ποιο λόγο να τυπώνεις βιβλία αν κανείς πια δεν μπορεί να τα αγοράσει; Κλώτσησε ένα ξύλινο συρτάρι και ένοιωσε τον πόνο και το αίμα που κύλησε από το δάχτυλό της κι έβαψε την κάλτσα. Το μικρότερο συρταράκι στα αριστερά του γραφείου ήταν κλειδωμένο. Το χέρι της τρέμοντας ανεξέλεγκτα έπιασε το κλειδάκι με τη χελώνα και το έχωσε στην κλειδαριά. Άνοιξε αμέσως. Την περίμενε. Όλα ήταν προμελετημένα. Μέσα υπήρχε μόνο ένα παμπάλαιο χειρόγραφο γραμμένο σε χαρτί με κόκκινες γραμμές.


«Μόνο για λίγο ήμουν κοντά του. Τώρα περνάω σύνδρομο στέρησης. Η απουσία του αβάσταχτη. Δεν έπρεπε να απλώσω πάνω του τα χέρια μου. Έμεινα με την αστερόσκονη στα δάχτυλα και τώρα νoιώθω πόνο, που δεν μπορώ να απλώσω, να μακρύνω, να τον φτάσω. Δεν γίνεται να συνεχίσω έτσι, είναι τρέλα. Μου λείπει η εικόνα του, η φωνή, η μυρωδιά του. Έχασα τον έλεγχο, τον κράτησα στην αγκαλιά μου, και τώρα η αγκαλιά μου δε γεμίζει πια με τίποτα. Κράτησα τα δάχτυλα απ το χέρι του στο χέρι μου, και τώρα πια τα δάχτυλά μου δεν θέλουνε να αγγίξουνε πια τίποτα. Τίποτα άλλο. Έσυρα τα χέρια μου πάνω στα ρούχα του και η υπόσχεση του κορμιού του με λιώνει. Άγγιξα τα χείλη μου στα χείλη του και δεν μπορώ πια να χαμογελάσω, αν δεν ονειρεύομαι το πρόσωπό του. Το μυαλό μου ταξιδεύει συνεχώς κοντά του. Μαγεύτηκα. Πως θα ξεφύγω από αυτό το βάσανο, που η ίδια ετοίμασα για μένα; Ως τώρα ήμουν χαρούμενη, έχοντας την προσδοκία να τον αγγίξω. Τώρα υποφέρω κάθε στιγμή που δεν τον μπορώ να τον αγγίξω. Θεέ, θα τρελαθώ. Μη με απαλλάξεις από τούτο το μαρτύριο! Αν μπορούσα να γυρίσω πίσω, πριν τον δημιουργήσω. Αν μπορούσα να ξεχάσω. Για να το κάνω πάλι απ την αρχή...Για πρώτη φορά στη ζωή μου είμαι ερωτευμένη. Έχω ισοπεδωθεί τελείως. Δεν ήμουν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο, πως θα μπορούσα, άλλωστε; Και πήγα κι ερωτεύτηκα, εν γνώσει μου, ένα πλάσμα που δεν είχε τη θέληση να ερωτευτεί, ένα ρομπότ, ένα κενό. Όλο μου το κορμί με βασανίζει αποζητώντας τον. Κι αυτός; Αυτός απλά χλευάζει: «πρόβλημά σου»! Αχ, ψυχρό πολύτιμό μου πλάσμα. Σε θέλω τόσο πολύ που σχεδόν δε θέλω να σε αποκτήσω για να μην πάψω να σε θέλω. Αν εσύ δε νιώθεις τίποτα για μένα, νιώθω εγώ διπλά και για τους δυο μας. Ω, είναι ωραία στον παράδεισο! Ακριβώς σαν κόλαση... Τι ζητάω; Να προσκυνήσω το πρόσωπό σου σαν εκκλησιά, να βάλω τα δάχτυλά μου να το λατρέψουν. Να λυπηθώ που μοναχά σε αγγίζω και δεν μπορώ να διαπεράσω το δέρμα σου και να χυθώ μέσα σου. Ποια θεία δίκη σου έδωσε την ικανότητα να γυρνάς πίσω, εκεί όπου γεννήθηκες, αφήνοντας σε μένα το ρόλο να φωνάξω: «επέστρεφε!» Να γίνω το ιερό σου δισκοπότηρο, για να σταλάξεις μυστικά και κώδικες. Και τη στιγμή που θα με αγγίζει η ζωή σου τόσο τέλεια, να φύγω από τον κόσμο για μια στιγμή και να βρεθώ στους αγγέλους, να βρω και να σου φέρω πίσω αυτό που έχασες. Κάνε μαχαίρι το κορμί σου να εισβάλει μέσα μου κι η κόψη του ίσα να αγγίξει την ψυχή μου. Παίρνοντας κάτι από μένα κι αφήνοντάς μου κάτι από σένα. Στα δάχτυλά σου υγρό να μείνει αποτύπωμα από χείλη που δε φιλούνε. Που στο άγγιγμά σου πάλλονται σαν τις χορδές στα δάχτυλα ενός δαίμονα. Τρεις μόνο πράξεις μου απέμειναν να ζω: να σε αγγίζω, να πονάω που δε σε έχω και να γράφω... Γιατί να γεννηθώ τόσο αργά, να μην προλάβω να προλάβω τις πληγές σου! Να τρομάξω τους τρόμους σου να φύγουν πριν σε βρούνε. Να γίνω εγώ ο φύλακάς σου, να μη σε αγγίξει τίποτα που να μη σε αγαπά. Να σε βασανίσω γλυκά, με υπομονή, ώσπου να αποσπάσω ομολογίες ανείπωτων ερώτων απ τα χείλη σου. Προχώρησα πολύ. Έχασα την ευλογημένη επιλογή να αγνοώ την μαγική υλική σου υπόσταση. Τώρα πληρώνω την απληστία μου. Παραιτούμαι από κάθε ελπίδα να ξαναέχω γαλήνη και ηρεμία έξω από την αγκαλιά σου. Ένιωσα τη γαλήνη μοναχά για λίγο και μετά την πρόδωσα, την παρέδωσα αμαχητί στην πυρά του πόθου. Και γνωρίζοντας την ικανότητά μου για ίαση, δε φοβάμαι για μένα. Ο πόνος της αγάπης είναι βαθύς και απρόσμενος, αλλά αποδεκτός. Εξυπηρετεί το σκοπό του, αφού στο διάβα του σαρώνει τα χαλάσματα από τα τείχη της απάνθρωπης ύπαρξής μου. Γκρεμίστηκαν από το βίαιο άγγιγμά σου. Όμως φοβάμαι για σένα, μήπως η πιο μικρή αμυχή στο αμυντικό σου σύστημα σε μπολιάσει με τη δική μου μετάλλαξη και αρρώστια και καταρρεύσουν τα ρομποτικά σου ευαίσθητα κυκλώματα. Αφήνοντάς σε γυμνό και απροστάτευτο, μέσα σε μια επέλαση αισθημάτων. Δεν πρέπει να ρισκάρω άλλο, ήδη φοβάμαι μήπως σε γρατζούνισαν τα αγκάθια μου. Σε παρακαλώ μείνε μακριά μου, σ αγαπώ. Τα μπουμπούκια μου έχουν αγκάθια που φαίνονται και ίσως να μπορείς να τα αποφύγεις. Μη νομίσεις όμως πως θα μπορούσες να αποφύγεις τη γύρη τους και τα μόρια από το άρωμά τους. Αν μπορούσα, -αν τολμούσα!- να σου ζητήσω να μου παραδοθείς. Αν είχες τη δύναμη για να σε παρασύρω μαζί μου σ αυτόν τον τρελό πολεμικό χορό. Μικρό μου, πόσο τίμια και απλά παραδέχεσαι πως δεν μπορείς να ζήσεις μαζί μου μία σχέση. Αλήθεια, πίστεψες ποτέ ότι υπάρχουν ανθρώπινες σχέσεις που θα μπορούσαν να χωρέσουνε μαζί εσένα και εμένα; Ποιος ναός και ποιες ιέρειες θα μπορούσαν να παντρέψουν δύο μπάσταρδα πνεύματα; Ακόμη δεν έχουν εφευρεθεί τα μυστήρια που θα μπορούσαν να ευλογήσουν την ένωσή μας... Μικρό μου, πόσο τίμια κι απλά μ αφήνεις να σε χάσω! Μα δεν γίνεται να σε απαρνηθώ, δε γίνεται να ξεχωρίσω από εσένα. Όπως δεν ξεχωρίζουν τα μεταλλεύματα από τα σπλάχνα της Γης, παρά μονάχα ψήγματά τους, και μόνο ύστερα από τη βίαιη παρέμβαση μιας σκαπάνης. Είσαι ο υιός της ζωής μέσα στο θανατηφόρο αίμα μου, που γιατρεύει την κατάρα που με σκλαβώνει στον πατέρα θάνατο. Φυλλοροώ, ραίνοντας με ροδοπέταλα τα βήματά σου, για να σε παραδώσω- σαν πατέρας την κόρη- στα χέρια μιας αγάπης. Μιας αγάπης αλλιώτικης, που θα μπορείς να την αντέξεις, που εσένα θα γλυτώσει από τη μοναξιά σου και εμένα θα βεβαιώσει πως δεν χρειάζεται πια να ελπίζω. Μόνο δίνοντάς σε θα λυτρωθώ από την προσδοκία να σε αποκτήσω εγώ... Μια εξωγήινη που αναγνώρισε ένα ανθρώπινο χνάρι στα άστρα και το ακολούθησε ως τη Γη, ως την πόρτα σου, ως την αγκαλιά σου. Να μπορούσα να σε πάρω μαζί μου στο άπειρο, στο διάστημα που με γέννησε... Μα τα ανθρώπινα κορμιά δεν ξέρω αν είναι φτιαγμένα για να αντέχουν τέτοια ταξίδια. Λες πως δεν είσαι τίποτα, πως είσαι μόνο ένας άνθρωπος... Όλοι είμαστε, ώσπου να μας λατρέψει ένας άλλος άνθρωπος και να μας κάνει θεούς. Άβε, θεέ μου, χαίρε αγαπημένο πλάσμα! Επέστρεφε, αρνήσου με, σε θέλω...

Το χαρτί έτριξε στα δάχτυλά της, ο Σέμυεν της μιλούσε μέσα στο μυαλό της όπως παλιά. Ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Ένα γαμημένο πρόγραμμα! Μόνο που τώρα της έλεγε την Αλήθεια.

«Δεν φτιάχνουν πια άλλους, το ξέρεις; Εσύ ήσουν η τελευταία στο εργαστήριο», η φωνή του καθηγητή την έγδυνε από τις χάρτινες πεποιθήσεις της.

«Εσύ ήσουν που έφτιαξες τον Σέμυ Ένα», τώρα η φωνή είχε και πρόσωπο και το πρόσωπο καθόταν απέναντί της στην πολυθρόνα με τα χέρια του σφιγμένα μέσα στην ποδιά του.

«Εσύ ήσουν που αγάπησες το δημιούργημά σου και του έμαθες να είναι άνθρωπος», ακούμπησε τα γυαλιά του στο γραφείο ο καθηγητής και έτριψε τα υγρά και κατακόκκινα μάτια του με τις άκρες των δακτύλων του. Η Κάλια είχε μείνει αποσβολωμένη απέναντί του και το μυαλό της έτρεχε με την ταχύτητα του φωτός. Μια απειροελάχιστη χρονική στιγμή έγινε αιώνες και ζωές ολόκληρες. Δυο ήλιοι ανέτειλαν και έδυσαν πάνω σε έναν μικρό φωτεινό πλανήτη. Πορτοκαλιά αχλή. Ένας άντρας με χρυσά μάτια και ρευστό χρυσάφι στις φλέβες του. Σφαγή, αίμα και αμνήμονα όντα. Ένας σαρωτικός Διωγμός που άφησε πίσω του νεκρές πόλεις, έναν ολόκληρο πλανήτη νεκρό. Να σώσει το παιδί. Να σώσει το είδος. Όχι!

«Γιατί τώρα;», έκλαψαν πληγωμένες ανεπανόρθωτα οι λεκτικές τις γνώσεις.

«Από πάντα- »

«Μην το πεις!», άπλωσε το χέρι της πάνω στο γραφείο η Βασίλισσα κι έπιασε το χέρι του Σέμυεν.

«Δεν χρειάζεται, μωρό μου. Δε χρειάζεται αγάπη μου. Θα τα διορθώσουμε όλα. Θα κάνουμε τη Γη αυτό που θα έπρεπε να ήταν».

Έκλαψε με χρυσά δάκρυα η αρχέγονη γυναίκα κι η ιστορία της ανθρωπότητας δεν ήταν παρά μόνο μια μικρούλα παράγραφος στο ατέλειωτο παναιώνιο παραμύθι της. Τα δημιουργήματα είχαν επιτέλους καταφέρει να ξαναφέρουν στη ζωή τους δημιουργούς τους. Χιλιάδες χρόνια εξέλιξης είχαν χρειαστεί, μα τελικά, με όλες τις αποκλείσεις και τους αστάθμητους παράγοντες, τα ανήξερα ανθρώπινα πλάσματα τα είχαν επιτέλους καταφέρει...

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου από το βιβλίο "Οι τρεις δαίμονες του χρόνου"

Η εικόνα είναι από τη σειρά Westworld
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.