Ξυπόλυτη στην άμμο



Το γλυκό σπάσιμο των κυμάτων στην ακρογιαλιά χάιδευε τα αυτιά μου και ένα δροσερό αεράκι περνούσε διακριτικά από όλο το σώμα μου διαχέοντας έναν παράξενο ηλεκτρισμό. Πήρα μια μεγάλη ανάσα από τα βάθη της ψυχής μου και αμέσως τα ρουθούνια μου γιόμησαν ιώδιο. Το στόμα μου ήταν σαν να πιπιλούσα αλάτι. Κοίταξα δίπλα μου τον άντρα μου. Κοιμόταν ήρεμα. Σηκώθηκα όσο πιο ήσυχα μπορούσα να μην του ταράξω την ηρεμία του. Βγήκα έξω και τέντωσα τα χέρια μου και το κορμί μου όσο πιο πολύ γινόταν ακόμα με μάτια ερμητικά κλειστά.

Άνοιξα τα μάτια μου και η ομορφιά που αντίκρισα με θάμπωσε. Ο ήλιος μόλις είχε αρχίσει να ανατέλλει χρωματίζοντας τις σκιές και την απέραντη γαλάζια θάλασσα. Πλύθηκα βιαστικά, πήρα το ηλεκτρονικό τσιγάρο κι ένα κανονικό για το πρωί, έφτιαξα βιαστικά έναν καφέ κι κυριολεκτικά «άρπαξα» την πετονίτσα μου και το δόλωμα από το ψυγείο.

Με τρεις δρασκελιές τεμπέλικες ακόμα, έφτασα στην αμμουδιά, εκεί που συναντιέται το κύμα με την ακτή. Καθώς ήμουν ξυπόλυτη, ένιωσα τη δροσιά του νερού να μου ανασταίνει το είναι. Οι γυμνές μου πατούσες βούλιαξαν λίγο μέσα στην άμμο. Ξετύλιξα την πετονιά, έβαλα δόλωμα και πέταξα όσο πιο μακριά μπορούσα, σαν να σημάδευα το άπειρο.

Δεν πέρασε πολύ ώρα όταν ένιωσα την πρώτη γερή τσιμπιά. «Ωραία», μουρμούρισα. «Σήμερα λογικά θα φάμε τηγανιτά ψαράκια και σαλάτα».
Ποτέ μου δεν μπόρεσα να εξηγήσω με λόγια αυτή την ηδονή του τσιμπήματος. Έγινα 61 και ψαρεύω από παιδί, τότε που ο παππούλης μου, μου έφτιαξε μια αυτοσχέδια πετονιά τυλιγμένη σε εφημερίδα με ένα μικρό αγκίστρι στην άκρη. Για δόλωμα έβαζα μύδια που μάζευα από τη θάλασσα σκάβοντας με τα ακροδάχτυλά μου την υγρή άμμο.

Περίμενα λίγο να τσιμπήσει καλά το ψάρι κι όταν κατάλαβα ότι είχε πιαστεί άρχισα γρήγορα να μαζεύω. Μμμμμμμμμμμ μια τσιπούρα μεσαίου μεγέθους. Καλό σημάδι… Είχα μαζί μου ένα κόκκινο κουβαδάκι, το γέμισα με θαλασσινό νερό και έβαλα το ψάρι που συνέχισε ξαφνιασμένο να κολυμπά στον περιορισμένο χώρο ψάχνοντας να βρει διέξοδο.

Ξεχάστηκα εκεί για πάνω από μια ώρα. Έριξα μια ματιά στο κουβαδάκι και είδα ότι η τηγάνια μας είχε βγει. «Ωραία!!! Αρκετά για τώρα, άρχισε να κάνει ζέστη», σκέφτηκα, μάζεψα την πετονιά μου και ότι άλλο είχα και έστριψα το σώμα μου να γυρίσω σπίτι.
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Το σπιτάκι μας δίπλα στη θάλασσα!!! Πόσα χρόνια το λαχταρούσα!!!
«Ξύπνα υπναρού μου», αντήχησε περίεργα η φωνή του άντρα μου. Με το ζόρι ξύπνησα! Κοίταξα σαστισμένη γύρω μου και βρισκόμουν στο κρεβάτι μου στο σπίτι στον Πειραιά. Όχι στη θάλασσα. Τα μάτια του έβγαζαν τόση αγάπη, που αμέσως σκέφτηκα. «Δεν πειράζει, όνειρο ήταν. Ίσως κάποτε…».

ΜΑΧΗ ΡΟΥΣΣΙΝΟΥ,
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.