Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, Ασπίδα και ξόρκι, Εκτελεστής- Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

  
   Αυτά που τους διηγήθηκαν οι τρεις δραπέτες ήταν τρομακτικά. Οι υποψίες τους έβγαιναν τώρα αληθινές. Οι εχθροί τους είχαν βρει έναν τρόπο να πολλαπλασιάζουν και να εστιάζουν την εκπομπή ενέργειας του μαύρου αργύρου, προκαλώντας στους αποδέκτες της ακτίνας τους σύγχυση, παροδική αμνησία, πλήρη παθητικότητα και υποταγή. Τους μάζευαν σαν τα πρόβατα στο μαντρί. Έφτιαχναν έναν στρατό από ζόμπι. Ο Έρωτας είχε ήδη ακούσει από την Επανάσταση την περιγραφή των όπλων και την επίδραση που είχαν στους ανθρώπους, και έμμεσα είχε προειδοποιήσει και τους άλλους. Τώρα όμως για πρώτη φορά έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια την φρικτή  πραγματικότητα. Είχανε γίνει θηράματα στο κυνήγι των Εωσφόρων, και ακόμη δεν είχαν κανέναν τρόπο να αμυνθούν. Άφησαν τους τρεις δραπέτες στην φροντίδα των υπόλοιπων ανταρτών που είχαν πια ξυπνήσει κι αυτοί, και οι τρεις τους βγήκαν για λίγο έξω καθοδηγούμενοι από τον Άγιο Ποταμό.
   «Χρειαζόμαστε ένα από αυτά τα όπλα όσο γίνεται πιο γρήγορα», είπε τελικά όταν απομακρύνθηκαν αρκετά και κοίταξε τον Ημιθάνατο  κατάματα.
   Κατάλαβε αμέσως ο ημιγίγαντας τι του ζητούσε να κάνει, και αρκέστηκε να τρίξει τα δόντια του και να ανατριχιάσει.
   Το ήξερε πως αργά ή γρήγορα θα χρειαζόταν να γίνει ξανά ο γιός του πατέρα του. Έσφιξε στην αγκαλιά του την Ονειροφάη που πήγε να διαμαρτυρηθεί ξαφνιασμένη, και σκούπισε τα δάκρυα που κύλησαν απ τα μάτια της.
   «Αν δεν μπορείς εσύ, δεν μπορεί κανείς», τον χτύπησε στην πλάτη ο Έρωτας και τους άφησε μόνους.
   Ήταν σαν να του έλεγε αντίο εκείνη ακριβώς τη στιγμή και να περίμενε να αποχαιρετιστούν και μεταξύ τους.
  
      
  
          ΑΣΠΙΔΑ ΚΑΙ  ΞΟΡΚΙ

   «Δεν θα φύγεις αμέσως», τον κοίταξε με αγωνία η Ονειροφάη. «Πρέπει πρώτα να σου φτιάξω μια λευκή στολή».
   Η δικαιολογία της δεν ήταν και τόσο ασήμαντη.
   «Έχεις δίκιο», την χάιδεψε στην πλάτη και έπιασε μετά τα μικρά της χέρια στα δικά του.  
    «Ότι φτιάξουν τα χέρια σου θα είναι ασπίδα για μένα».
    Η Ονειροφάη αφιέρωσε τις επόμενες ημέρες στην κατασκευή της λευκής στολής του Ημιθάνατου. Κάθε χιλιοστό του λευκού υφάσματος ποτίστηκε με το φως των χεριών της. Κάθε βελονιά έγινε με αγάπη. Κάθε κλωστίτσα έδενε τους δυο τους σε ένα. Κι όταν σε τρεις μέρες μέσα την τελείωσε, τον έντυσε σαν να τον έστελνε σε γιορτή και τον έστειλε στον Θάνατο. Του έπιασε τα μαλλιά σε μια μακριά κοτσίδα πίσω στην πλάτη του, τον ξύρισε αφήνοντας δυο μαύρες κάθετες λουρίδες από τις φαβορίτες ως το σαγόνι του, τον φίλησε σταυρωτά στα μάγουλα και του πέρασε στο λαιμό ένα μενταγιόν δεμένο σε δερμάτινο κορδόνι. Γύρισε αλλού το κεφάλι και αρνήθηκε να τον δει να φεύγει. Μόνο όταν είχε πια χαθεί από την εμβέλεια της όρασής της βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς, έπιασε μια χούφτα χώμα και την άφησε αργά στον άνεμο.
    «Ευχή και κατάρα σου δίνω, όπως κάθε κόκκος χώμα γυρίζει κάποτε στη γη, έτσι κι εσύ πάντα να γυρίζεις μέσα στην αγκαλιά μου», μουρμούρισε σιγανά.
    Είχανε τόση θέληση και δύναμη τα λόγια της, τόσο καλό και τόσο κακό κρυμμένο μέσα τους, που ίδια με ξόρκι εξερράγησαν στον αέρα και εισακούστηκαν από αυτιά που ίσως δεν θα έπρεπε να τα ακούσουν.
 
         
        ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ


    Ήτανε τρεισήμισι μέρες χωρίς βιασύνη το ταξίδι ως τα Μαύρα βουνά που είχε στήσει το στρατόπεδό του ο Θάνατος. Το παράστημα του Ημιθάνατου και η λευκή στολή προκαλούσαν κύματα φόβου και οργής από όπου περνούσε, και δεν διέθεσε ούτε λεπτό για να κάνει καλύτερη την εικόνα του. Αντιθέτως, μερικά άγρια βλέμματα και ένας καυγάς σε ένα πανδοχείο στο λιμάνι συντήρησαν και επαύξησαν την άσχημη φήμη που γέννησε αμέσως το πέρασμά του. Όταν έφτασε στον προορισμό του, η φήμη του είχε ήδη φτάσει πριν από τον ίδιο.
   Τον υποδέχτηκε ο πατέρας του αυτοπροσώπως, με ένα χαμόγελο ειρωνείας στο σκληρό μα ωραίο του πρόσωπο. Δεν θα δεχόταν αδιαμαρτύρητα τον ξαφνικό ερχομό του. Τον είχε δοκιμάσει μια φορά, τον είχε πιέσει να κάνει πράγματα που ήξερε πως δεν τα ήθελε. Δεν ήταν όμως αρκετή απόδειξη πίστης η συμμετοχή σε κάποιο όργιο και ο ξυλοδαρμός μερικών  άγνωστων κακομοίρηδων σε κατάσταση μέθης. Ήθελε να είναι απόλυτα σίγουρος για την κακή φύση του γιού του, πριν τον δεχτεί στο στρατό του. Κάποια καινούρια δοκιμασία θα σκεφτόταν για να τον εξαναγκάσει να δείξει ακριβώς τι έκρυβε μέσα στα βάθη της ψυχής του.

  Τον οδήγησαν σε μια σκηνή φτιαγμένη από μεγάλα δέρματα, κοντά στο κέντρο του στρατοπέδου. Μέσα υπήρχαν, εκτός από ένα παλιό βρώμικο στρώμα, ένα χαμηλό κάθισμα και ένα τραπεζάκι, μια πήλινη πλατιά γαβάθα με νερό κι ένα φανάρι με πετρέλαιο. Μια κακοφτιαγμένη ζωγραφιά που απεικόνιζε σκηνές ομαδικής συνουσίας ήταν στερεωμένη σε μια γωνιά, απομεινάρι του προηγούμενου ενοίκου της σκηνής. Την κοίταξε τάχα με ενδιαφέρον, ώσπου να απομακρυνθεί η ασπροντυμένη στρατιώτης που τον συνόδευε, και με αηδία αναγνώρισε μέσα στην ζωγραφιά και την δική του φιγούρα. Προφανώς ο καλλιτέχνης είχε θεωρήσει τιμητικό το να του αφήσει αυτό το τερατούργημα. Έφτυσε στο έδαφος και ξαναβγήκε από τη σκηνή, νομίζοντας πως θα αναπνεύσει καθαρότερο αέρα. Όμως και έξω ο αέρας μύριζε ούρα, περιττώματα, ξινισμένο κρασί, ιδρώτα και σκόνη. Αμέσως αντιλήφθηκε δυο λευκοντυμένους φρουρούς να παρακολουθούν το άνοιγμα της σκηνής του και χωρίς να διστάσει προχώρησε βιαστικά προς τον έναν από αυτούς. Πήγε να υψώσει το όπλο του εκείνος, ένα βαρύ μυτερό ραβδί με στρογγυλό κεφάλι από μέταλλο, μα ο Ημιθάνατος του έκανε νόημα να το κατεβάσει και τον ρώτησε ψυχρά.
    «Πού βρίσκει κανείς να πιεί σ αυτό το αχούρι;»
    «Δίνουν μια κανάτα με το φαγητό το βράδυ, αλλά είναι σκέτο κάτουρο. Αν έχεις να πληρώσεις πήγαινε στην ταβέρνα στο τέλος του δρόμου», του είπε κι έδειξε με το ραβδί του ένα μεγάλο ξύλινο κτήριο στο τέρμα μιας ατέλειωτης σειράς από μικρές δερμάτινες σκηνές.
   Του χαμογέλασε κλείνοντας το μάτι, και φάνηκε πως του έλλειπαν αρκετά δόντια, προφανώς από καυγάδες.
   »Η γροθιά μου στα μούτρα σου«, σκέφτηκε από μέσα του ο Ημιθάνατος, και πήρε το δρόμο για την ταβέρνα. 
   Πέντε έξη στενόμακροι πάγκοι γεμάτοι με μπουκάλια και ποτήρια, φιλοξενούσαν τους πελάτες, οι περισσότεροι απ τους οποίους ήταν στρατιώτες ντυμένοι με τις λευκές στολές τους. Πίσω από κάθε πάγκο υπήρχε μια γυναίκα που σέρβιρε τα ποτά, και στο κέντρο του μαγαζιού μερικά μικρά τραπέζια με καρέκλες, όλα άδεια. Έκατσε σε ένα από τα τραπέζια και κοίταξε επίμονα τη σερβιτόρα του πιο κοντινού πάγκου. Την αναγνώρισε. Ήταν η μια από τις δυο μικρότερες κόρες της αδερφής του της Λεύκης. Η γυναίκα τον πλησίασε χωρίς να δείχνει σημάδια αναγνώρισης, μα μόλις έφτασε κοντά του πέταξε επίτηδες το υγρό πατσαβούρι που κρατούσε κάτω κι έσκυψε τάχα να το μαζέψει.
   «Η μητέρα σου είναι φυλακισμένη μέσα στο σπίτι του πατέρα σου», του ψιθύρισε.
   «Κάποιος λόγος θα υπάρχει γι αυτό, φαντάζομαι», της απάντησε ψυχρά, χωρίς να χαμηλώσει καθόλου τη φωνή του.
   Σηκώθηκε βιαστικά η γυναίκα και χωρίς να τον κοιτάξει στα μάτια γύρισε να φύγει ταραγμένη. Ο Ημιθάνατος άπλωσε αστραπιαία το χέρι του και την έπιασε με δύναμη από το μπράτσο.
   «Τι συμβαίνει, δεν περνάνε τα λεφτά μου εδώ; Φέρε μου μαύρο κρασί να πιώ, και πρόσεχε τι λες. Μπορεί κανείς να νομίσει πως η πίστη σου έχει κλονιστεί».
   Αηδίασε με τον ίδιο του τον εαυτό, κι έπεσε με μανία στο κρασί, να πιεί, να μεθύσει, να μην σιχαίνεται πια. Μετά από δυο μεγάλες καράφες, κάποιος πλησίασε κι έκατσε στο τραπέζι απέναντί του. Ήταν ψηλός και σωματώδης σχεδόν σαν τον ίδιο και ντυμένος κι αυτός στα άσπρα. Ήταν εντελώς νηφάλιος και κοίταξε τον Ημιθάνατο με ένα βλέμμα κενό και παγωμένο. Έσκυψε προς το μέρος του πάνω από το τραπέζι απότομα και μίλησε χαμηλόφωνα.
    «Ξέρεις, εχθές το βράδυ πηδούσα τη μάνα σου. Δεν της άρεσε καθόλου, γι αυτό θα δοκιμάσω και απόψε».
    «Πρόβλημά σου», του απάντησε μέσα από τα σφιγμένα του δόντια ο Ημιθάνατος, αλλά συγχρόνως σκεφτόταν,
    »Το μαχαίρι μου στην κοιλιά σου«.
    Σηκώθηκε χωρίς να τον κοιτάξει και πήγε στον πάγκο να πάρει μια καράφα ακόμη. Πλήρωσε και την πήρε μαζί του, να αποτελειώσει το μεθύσι του στην σκηνή του. Μέσα στην σκηνή βρήκε τον πατέρα του να τον περιμένει και του πρότεινε να πιούν μαζί. Ένα δυο ποτήρια αργότερα ο Θάνατος βγήκε απ τη σκηνή και οδήγησε τον γιο του στο σπίτι του, κατεβάζοντάς τον σε ένα βρώμικο και υγρό ημιυπόγειο. Ξεκλείδωσε με μια αρμαθιά κλειδιά και του πρότεινε να μπει. Ήταν μισοσκότεινα πια, αλλά μόλις ο Ημιθάνατος έσκυψε να περάσει από την χαμηλή πόρτα, αμέσως κατάλαβε πως η κουρελιασμένη μορφή στη γωνία ήταν η μητέρα του. Τρομοκρατήθηκε, φοβήθηκε πως δεν θα κατάφερνε να συγκρατηθεί και γύρισε να ξαναβγεί αμέσως, μα ο Θάνατος τον έσπρωξε σιγά.
   «Όλο και κάτι θα έχετε να πείτε οι δυο σας. Ίσως να θέλει να σου δώσει την ευχή της πριν πεθάνει», γέλασε σαρδόνια και κλείδωσε πάλι την πόρτα πίσω του.
   »Κρατήσου, αγόρι μου, μη σκύψεις να μ αγκαλιάσεις«, άκουσε τη σκέψη της μέσα στο μυαλό του.
   Η Αντίσταση ήταν ο μόνος άνθρωπος που ήξερε πως ο γιός της μπορούσε να ακούσει τις σκέψεις όσων αγαπούσε. Παρόλο που η ίδια δεν μπορούσε να ακούσει τις δικές του σκέψεις, ήξερε το παιδί της καλά. Ήξερε πως ο Ημιθάνατος δεν είχε έρθει για να βοηθήσει τον Θάνατο.
   »Βρίσε με, κάνε πως με σιχαίνεσαι«, συνέχισε να του μιλάει μέσα στο μυαλό του.
   Τον πλησίασε γονατιστή και σήκωσε τα χέρια της στα πόδια του.
   «Κάτω, σκύλα!», είπε με σπασμένη φωνή ο γίγαντας, μα από μέσα του έκλαιγε.
   »Μάνα, η καρδιά μου στα χέρια σου«.
   Η Αντίσταση δάκρυσε, μα βρήκε τη δύναμη να του στείλει τη σκέψη της αργά και καθαρά.
   »Αύριο θα με εκτελέσουν... Όχι, μη φοβάσαι!«
   Ο Ημιθάνατος έτρεμε.
   »Δεν υπάρχει τίποτα πια που να μπορούν να μου κάνουν. Έχω πάρει δηλητήριο, μέχρι αύριο το βράδυ θα είμαι ούτως ή άλλως νεκρή. Δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να σώσεις τη ζωή μου. Το μόνο που μπορείς να κάνεις για μένα είναι να μου χαρίσεις έναν γρήγορο θάνατο«.
   «Όχι! μη μου το ζητάς αυτό», του ξέφυγαν τα λόγια απ το στόμα.
   »Σώπα, παιδί μου. Άκου! Τη στιγμή που θα με σκοτώνεις, θέλω  να πεις ένα ξόρκι. Δεν σου δίνω σκοτάδι, σου δίνω το φως. Δεν είναι θάνατος, είναι ζωή. Δεν έχω αμαρτία, έχω έλεος. Πες, το! Πες το μαζί μου«.
    Εκείνη τη στιγμή η πόρτα ακούστηκε να ξεκλειδώνει, και ο Ημιθάνατος έκανε απότομα ένα βήμα πίσω, αφήνοντας την Αντίσταση ένα κουβάρι στο έδαφος.
   »Θυμήσου!« Ούρλιαξε μέσα στο κεφάλι του η σκέψη της.
   »Δεν σου δίνω  σκοτάδι, σου δίνω το φως. Δεν είναι θάνατος, είναι ζωή. Δεν έχω αμαρτία, έχω έλεος«.
   Ώσπου να φτάσει στη σκηνή του, ακόμη αντηχούσε η φωνή της στη σκέψη του.

             ΕΚΤΕΛΕΣΤΗΣ


    Μέσα σε μια παραζάλη μέθης, ακόνισε το μακρύ στιλέτο του καλά, να ναι η κόψη του λεία, γλυκιά κι ανώδυνη και ύστερα κοιμήθηκε σαν να έπεσε σε κώμα από το κρασί και ξύπνησε λίγο πριν το μεσημέρι. Πετάχτηκε έντρομος, νομίζοντας πως ήταν πολύ αργά πια, αλλά μόλις έβαλε τις μπότες του ένας ασπροντυμένος φρουρός μπήκε στη σκηνή και του ζήτησε να τον ακολουθήσει. Ζώστηκε το κοφτερό μαχαίρι και βγήκε πίσω του.
    «Θα έχουμε θέαμα σήμερα», χαχάνισε ο φρουρός κι ο Ημιθάνατος σκέφτηκε, »Τα νύχια μου στα μάτια σου«.
    Τον οδήγησε σε έναν ανοιχτό χώρο τριγυρισμένο από χαμηλά παγκάκια, όπου κάθονταν άντρες και γυναίκες ντυμένοι στα λευκά. Σε ένα μεγάλο κάθισμα καθόταν ο πατέρας του, κι ένα άλλο λίγο μικρότερο ήταν στημένο δίπλα του γι αυτόν. Έκατσε άκαμπτος σαν παγοκολώνα, και δεν έδωσε καμία απάντηση στο σχόλιο του Θανάτου.
   «Μπορείς να φύγεις, αν νιώσεις άβολα».
   Ήξερε πως τη στιγμή που θα σηκωνόταν να φύγει ένα πισώπλατο χτύπημα θα τον περίμενε.
   Έφεραν την Αντίσταση με συνοδεία στρατιωτών και την πέταξαν στη μέση της αρένας. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να φύγει. Μόνο γονάτισε, και όταν άρχισαν να την κλωτσάνε και να την χτυπούν έπεσε στο χώμα. Την σήκωσαν ξανά όρθια, και ένας στρατιώτης με μαχαίρι της έκοψε τα ρούχα, ξεσχίζοντας μαζί και το δέρμα της.
   Ο Ημιθάνατος άκουσε τα δόντια του να τρίζουν από το σφίξιμο, μα έκανε υπομονή όσο δεν είχε κάνει ποτέ.
   Κάποια στιγμή η Αντίσταση δεν μπορούσε άλλο να σταθεί όρθια, και τότε ο Ημιθάνατος ένιωσε πως είχε έρθει η ώρα. Ξαφνιάζοντας τον ίδιο το Θάνατο με την κακία του, έγειρε προς το μέρος του και τον έπιασε από το μπράτσο.
   «Πατέρα, άσε με να την σκοτώσω εγώ την προδότρια», είπε όσο πιο ψυχρά μπορούσε και μισόβγαλε το μαχαίρι από τη θήκη του.
   Ο Θάνατος σηκώθηκε αμέσως και έκανε νόημα στους στρατιώτες να απομακρυνθούν, και ύστερα υποκλίθηκε στον Ημιθάνατο και με μια κίνηση των χεριών του τον έστειλε να σκοτώσει τη μητέρα του.
    Είχε γίνει ένας ματωμένος σωρός στο χώμα η Αντίσταση, και μόνο το πρόσωπό της ήταν ακόμη απείραχτο από χτυπήματα. Γονάτισε από πάνω της, και έβαλε το χέρι του στο μάγουλό της. Αμέσως η μάνα αναγνώρισε το άγγιγμα του παιδιού της και μισάνοιξε τα μάτια της.
   «Όμορφό μου αγόρι», μουρμούρισε και η επόμενη σκέψη της τον ξάφνιασε.
   »Δεν είναι πατέρας σου. Δεν έχεις πατέρα. Ο ίδιος ο πλανήτης σε έστειλε σε μένα. Τώρα, θυμήσου!«, του είπε χωρίς να ακουστεί και σιώπησε για πάντα.
    Ο Ημιθάνατος έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο, και πριν τα χείλη του απομακρυνθούν από το δέρμα της, τίναξε το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι και της έκοψε τη ζωή ακαριαία.
    «Δε σου δίνω σκοτάδι, σου δίνω το φως. Δεν είναι θάνατος, είναι ζωή. Δεν έχω αμαρτία, έχω έλεος», μουρμούρισε το ξόρκι τόσο σιγανά που δεν τον άκουσε κανείς, παρά μόνο αυτός που έπρεπε.
    Καθώς σηκώθηκε σαν μέσα σε όνειρο, μέτρησε αργά τα βήματά του ένα ένα, ως την έξοδο. Αχνές φωνές τον ακολουθούσαν σαν απόμακρος αχός, μα το μυαλό του δεν μετάφρασε τίποτα. Όλοι όσοι τον είδαν εκείνη τη μέρα ορκίζονταν πως καθώς έφευγε με τεράστια αργά βήματα από την αρένα, ένα σκοτεινό φως άρχισε να ξεχύνεται σαν ομίχλη από μέσα του κι έμοιαζε να τον κλείνει σε μια αόρατη μαύρη πανοπλία, σαν μια μαγική ασπίδα γύρω του.
   Σκούπισε το αίμα απ το μαχαίρι με την μπλούζα του μόλις μπήκε στη σκηνή του, και παρόλη την εφιαλτική συγκυρία, παρατήρησε πως το ύφασμα ρούφηξε το αίμα και δεν βάφτηκε κόκκινο. Από τις δυο γυναίκες που είχε αγαπήσει περισσότερο στη ζωή του, δύο ξόρκια τον κρατούσαν ακέραιο, να μην διαλυθεί σε κομμάτια και δυο ασπίδες του έδιναν τη δύναμη που χρειαζόταν για να σταθεί άξιος των περιστάσεων και να μπορέσει να ολοκληρώσει την αποστολή του.

                    
            ΣΩΧΟ

                   
   Τις επόμενες ημέρες ο Ημιθάνατος δεν έμεινε ούτε μια ώρα ξεμέθυστος. Έκρυβε την απέχθεια, το μίσος και την οργή του πίσω από το αλκοόλ. Μπορούσε έτσι να ανεχτεί την παρουσία του Θανάτου και των φονιάδων του, αλλά περισσότερο ακόμα, μπορούσε έτσι να ανεχθεί τον ίδιο του τον εαυτό. Έμπλεξε σε καυγάδες και χτύπησε αλύπητα ανθρώπους που  γνώριζε, αδέρφια του, ξαδέρφια του κι ανίψια, έκανε συντροφιά με αποβράσματα που σιχαινόταν ακόμα και το να αναπνέει τον αέρα που ανέπνεαν, κράτησε στην αγκαλιά του εξαθλιωμένες και αισχρές γυναίκες. Δημιούργησε εχθρούς και φίλους που μισούσε εξίσου και κέρδισε επάξια την εμπιστοσύνη του Θανάτου.
   Ωστόσο, ακόμη και μέσα στο μεθύσι του, άρχισε σταδιακά να αντιλαμβάνεται πως εκτός από τους εξαθλιωμένους εργάτες που ζούσαν έξω από το στρατόπεδο, στους πρόποδες των βουνών,  υπήρχαν δύο ειδών στρατιώτες. Ήταν εκείνοι που είχαν εθελούσια ενταχθεί στο στρατό του Θανάτου, οι πιο πολλοί κοντινοί συγγενείς του, διεφθαρμένοι και άξεστοι, μα τουλάχιστον ανθρώπινοι. Και υπήρχαν και οι άλλοι, οι διά της βίας προσηλυτισμένοι, κενοί και ψυχροί σαν μηχανές και εντελώς αδίστακτοι. Ο Ημιθάνατος έμαθε να φοβάται περισσότερο τους δεύτερους, ανθρώπους που λίγο καιρό πριν καλλιεργούσαν τα χωράφια τους, ψώνιζαν παιχνίδια για τα παιδιά τους στις αγορές ή γέμιζαν τις αίθουσες των Πανεπιστημίων. Εκτός από την απάθεια, το κενό βλέμμα και την αδιαφορία για ποτό και έρωτα, τους υποταγμένους στρατιώτες μπορούσε να τους ξεχωρίσει και από τα όπλα τους. Ενώ οι φονιάδες του Θανάτου κρατούσαν ένα μεταλλικό ραβδί, με μυτερή σαν λόγχη την κάτω άκρη και στρογγυλεμένη την πάνω, οι άλλοι, οι νεοφώτιστοι, είχαν πολλές φορές περασμένα σε λουριά στους ώμους τους μεγάλα παράξενα όπλα με στόχαστρα, κάνες και γεμιστήρες, που άλλαζαν χρήση και μορφή με την κίνηση κάποιων μοχλών. Ήξερε πως ακόμη και τα ραβδιά δεν ήταν μόνο αυτό που έδειχναν, μιας και είχε γίνει μάρτυρας μιας επίδειξης της χρησιμότητάς τους. Μια ακτίνα που εξαπολυόταν από την λαμπερή κεφαλή τους, ακινητοποιούσε και υπνώτιζε προσωρινά τον αντίπαλο, κάνοντάς τον ευάλωτο σε οποιαδήποτε επόμενη επίθεση. Όμως τα άλλα, τα σώχο όπως τα αποκαλούσαν, ήταν πολύ πιο επικίνδυνα και μετέτρεπαν όποιον χτυπούσαν σε ζωντανό ρομπότ, ρουφώντας κάθε επιθυμία και θέληση από μέσα του.  
   Ένα πρωί τον ξύπνησε ο Αδελφοκτόνος και τον οδήγησε στο σπίτι του.
   «Καιρός να πιάσεις ένα όπλο αντάξιό σου», του είπε, βγάζοντας από μια κλειδωμένη κρύπτη στον τοίχο ένα βαρύ και περίπλοκο όπλο.
   Μέσα στο βαθούλωμα του τοίχου  ο Ημιθάνατος πρόλαβε να δει τρία ή τέσσερα ακόμη παρόμοια όπλα, μεγαλύτερα και πιο εξελιγμένα ακόμη και από αυτά των υπνωτισμένων στρατιωτών.
   «Σώχο δεύτερης γενιάς», καμάρωσε ο Θάνατος χτυπώντας απαλά και χαϊδεύοντας το αυτόματο όπλο.
   «Θα θελες ένα τέτοιο μωρό, έτσι δεν είναι;», γύρισε και κοίταξε ερευνητικά τα μάτια του Ημιθάνατου.
   «Θα σκότωνα κι εσένα για ένα τέτοιο», είπε ο Ημιθάνατος σοβαρά, και ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε αργά στα χείλη του.
   Ο Θάνατος γέλασε δυνατά με το χιούμορ του γιού του, και έτσι όπως κρατούσε το όπλο στα δυο χέρια του, το πέταξε στο Ημιθάνατο. Το πρώτο που ένιωσε ήταν το βάρος του. Ήταν ένα όπλο που σίγουρα δεν μπορούσαν να το κουβαλήσουν πολλοί. Πέρασε το χοντρό δερμάτινο λουρί του στο λαιμό του και το έστρεψε προς τον Θάνατο. Έσβησε το γέλιο του Αδελφοκτόνου και για μια στιγμή αμφέβαλε ξανά για τον γιό του, αμέσως μετά όμως άρχισε να γελάει δυνατά ο Ημιθάνατος και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη.
   «Σου την έσκασα, έτσι, γέρο;», είπε ξεκρεμώντας πάλι το όπλο από το λαιμό του.
   «Δεν μπορεί να με επηρεάσει αυτό το πράγμα ούτως ή άλλως, έτσι ήταν η συμφωνία», είπε χαλαρώνοντας ξανά ο Θάνατος και βγάζοντας ακόμη ένα σώχο 2 από την κρυψώνα του.
    «Εσένα όμως...», είπε και πάτησε τη σκανδάλη.
    Μια ριπή λευκού φωτός χτύπησε τον Ημιθάνατο ψηλά στο στήθος και τον μούδιασε, όχι μόνο στο κορμί μα και στο μυαλό.
    Την στιγμή που έχανε τις αισθήσεις του, είδε τον Αδελφοκτόνο να σκύβει και να αφήνει το όπλο με το οποίο τον είχε χτυπήσει πάνω στο κορμί του, και τον άκουσε να μουρμουρίζει.
    «Τώρα είναι όλο δικό σου, γιέ μου.»
  

Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου
Share on Google Plus

1 σχόλιο:

  1. Δεν σου λείπει τίποτα, εκτός από το να ανακαλυφθείς και να προωθηθείς.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.