Πατήρ, Υιός και Άγιο Ψέμα, Εισβολή, Ήττα- Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου

  

           ΔΕΝ ΕΧΩ ΘΕΛΗΣΗ

    Πρέπει να έχασε αρκετές ώρες, γιατί όταν άνοιξε ξανά τα μάτια του είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Μέσα στη σκηνή του η λάμπα πετρελαίου ήταν αναμμένη και στο σκαμνί καθόταν ο Θάνατος. Όρθιο στηριγμένο στο πλάι του τραπεζιού ήταν το όπλο που τον είχε χτυπήσει το πρωί. Ο Ημιθάνατος σηκώθηκε αργά από το στρώμα και κοιτώντας ψυχρά τον Θάνατο μέσα στα μάτια άπλωσε το χέρι του και έπιασε το όπλο από την κάνη.
   «Αυτό ανήκει σε εμένα», είπε μόνο και του έδειξε με το βλέμμα του το άνοιγμα της σκηνής.
   Ο Θάνατος σηκώθηκε να φύγει, και την ώρα που περνούσε την είσοδο χαμογέλασε και είπε με  ειρωνεία.
   «Καλό σκυλάκι».
   Όταν ο Ημιθάνατος έψαξε κάτω από την μπλούζα του για το τραύμα, το μόνο που βρήκε ήταν μερικά μαύρα εύθρυπτα κρυσταλλάκια που μύριζαν καμένο μέταλλο. Τα τίναξε από το στήθος του και απ την μπλούζα και αναρωτήθηκε αν ήταν κάτι στο ύφασμα ή την κατασκευή του ρούχου που τον προφύλαξε.
   Ένα κενό και μια παγωνιά που απλωνόταν σταδιακά μέσα στα σπλάχνα του τον φόβισε, μα ήταν ο ίδιος αυτός ο φόβος του που τον διαβεβαίωσε πως δεν είχε μετατραπεί σε ρομποτάκι κανενός. Σκέφτηκε την Ονειροφάη για μία και μόνη φορά, και η καρδιά του χτύπησε άγρια στέλνοντας δυνατά το μήνυμά της. Είχε καταβάλει τεράστια προσπάθεια να μην τη σκέφτεται καθόλου όλες αυτές τις ημέρες. Υπήρχε τόση βρωμιά γύρω του που δεν ήθελε να συνδέσει ούτε καν την θύμησή της με αυτήν. Εξάλλου ήξερε πως αν την σκεφτόταν δεν θα μπορούσε να μείνει ούτε μια μέρα μακριά της. Για λίγα λεπτά μονάχα επέτρεψε στον εαυτό του το γλυκό βασανιστήριο και μετά την έβγαλε ξανά από το νου του και επανέλαβε ξανά και ξανά στον εαυτό του.
   «Δεν έχω θέληση».
   «Δεν έχω θέληση».
   «Δεν έχω θέληση».
   «Δεν έχω θέληση».
   Έπρεπε τώρα να παριστάνει πως ήταν κάτω από την πλήρη επιρροή της λευκής ακτινοβολίας. Έμενε πολλές ώρες ακίνητος καθισμένος στη σκηνή του  και κοιτούσε το κενό, ενώ το μυαλό του έτρεχε σε μεγάλη ταχύτητα το παρελθόν και το μέλλον. Σαν να έβλεπε την ιστορία των ανθρώπων της γης, εξακόσια χρόνια μέσα σε δύο λεπτά και πάλι από την αρχή. Κάθε φορά κάτι ήταν λίγο διαφορετικό. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα γινόταν κάτι άλλο. Αν δεν γινόταν το άλλο, τι θα γινόταν; Κόντεψε να τρελαθεί και να χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα. Άραγε μήπως τελικά αυτό έκανε το λευκό φως, αναρωτήθηκε αρκετές φορές. Αν δεν είχε διαφθαρεί από την ακτίνα τότε τι του συνέβαινε; Και γιατί να είχε γλιτώσει αυτός αντίθετα με όλους τους άλλους; Είχε άραγε κάποιου είδους ανοσία; Οι σκέψεις κόντεψαν να τον εκμηδενίσουν. Έπρεπε να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να φύγει, χωρίς να προσελκύσει  ολόκληρο στρατό στο κατόπι του. Μια απίστευτη κόπωση και οκνηρία όμως τον έκαναν να μένει άπραγος. Σαν να είχε μόνος του καθυποβάλει τον εαυτό του. Άρχισε τελικά να αμφιβάλει αν ήταν όντως ελεύθερος. Οι ημέρες κυλούσαν με μια αρρωστημένη ρουτίνα που ένιωθε να του ρουφάει τις όμορφες αναμνήσεις της προηγούμενης ζωής του. Το μόνο συναίσθημα που μπορούσε πια να νιώσει ήταν η αηδία. Σηκωνόταν όταν τον καλούσαν να σηκωθεί, έτρωγε όταν του έδιναν να φάει, κοιμόταν όταν του έλεγαν να κοιμηθεί.
   Σιχάθηκε αυτή την πειθαρχία του στρατού, το πρωινό ξύπνημα  στο κάλεσμα του εγερτήριου, το να είναι συνεχώς σε επιφυλακή, το να τρώει μαζί με όλους τους άλλους σε καθορισμένες ώρες, να είναι υποχρεωμένος να πλένεται μπροστά σε άλλους και να κοιμάται με τα ρούχα για να είναι ανά πάσα στιγμή ετοιμοπόλεμος. Σιχαινόταν τη βρωμιά, τα δημόσια ουρητήρια, τα άπλυτα πιάτα και ποτήρια, τα λεκιασμένα στρώματα, τις φάτσες των άλλων να του χαμογελάνε, τις διαταγές, τις αγγαρείες, τις σκοπιές.
    Πρέπει να είχαν περάσει δύο κύκλοι από την ημέρα που είχε πάρει το όπλο, μέσα καλοκαιριού πια, όταν μια αφύσικη ησυχία στο στρατόπεδο τον έβγαλε από μια αποχαυνωτική απραξία. Σηκώθηκε και βγήκε έξω, και είδε πως όλοι οι στρατιώτες  μαζεύονταν έξω από το σπίτι του πατέρα του, σε απόλυτη τάξη, και περίμεναν τον Θάνατο να τους μιλήσει. Ως αντιπρόσωπος των Εωσφόρων στη Γη, ο Θάνατος ανήγγειλε πως μέσα στις επόμενες ημέρες έπρεπε να ετοιμάσουν για τους θεούς τους πενήντα ακόμη ξενιστές.
    Η  τελευταία επίθεση στην Πανεπιστημιούπολη δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς πολλά από τα υποψήφια θύματα είχαν καταφέρει τελικά να ξεφύγουν και αρκετοί από όσους πιάστηκαν δεν ήταν σε κατάσταση να χρησιμοποιηθούν. Φαίνεται πως η υπερβολική έκθεση των ανθρώπων στο λευκό φως, τους στερούσε ακόμη και τα αντανακλαστικά  και το ένστικτο επιβίωσης, αφήνοντάς τους τελικά σε κώμα. Κάποιοι από αυτούς ήταν καταδικασμένοι να πεθάνουν. Κάποιοι άλλοι συνέρχονταν αλλά είχαν ολική αμνησία. Είχε συναντήσει κάποιους από αυτούς ο Ημιθάνατος, με βλέμμα εντελώς κενό και παράξενη συμπεριφορά. Μπορούσες κάποιες φορές να τους δεις σταματημένους με το πρόσωπο σε έναν τοίχο, να στέκονται ακίνητοι για ώρες. Μπορούσες να τους δεις να αμελούν ακόμη και τις πιο στοιχειώδεις ανθρώπινες ανάγκες, όπως την τροφή και την υγιεινή. Ήταν κόλαση.
   Ο νέος τους στόχος θα ήταν Η Κάμινος, ένα εργοστάσιο οικιακών σκευών στα περίχωρα της βιομηχανικής πόλης κοντά στο λιμάνι. Είχε πάνω από εκατό εργάτες και ήταν αρκετά απομακρυσμένο από το κέντρο. Όλοι του οι εργάτες ήταν νέοι και δυνατοί άνθρωποι, και οι οχτώ στους δέκα ήταν άντρες. Ακριβώς ότι ζητούσαν οι θεοί. Εύκολη δουλειά. Θα έμπαιναν μέσα, θα τους μάζευαν με την απειλή των όπλων και θα τους διαφώτιζαν για τα καλά.
   Καθώς γυρνούσε στη σκηνή του, ο Ημιθάνατος σκεφτόταν με ποιο τρόπο θα έστελνε προειδοποίηση στους αντάρτες για το επερχόμενο χτύπημα. Δεν ήταν συντονισμένος με την Ονειροφάη, δεν τολμούσε να την σκεφτεί καν, για να προσπαθήσει να της στείλει μήνυμα. Ούτε είχε μαζί του το καθρεφτάκι από την κιβωτό, να χαθεί στις αντανακλάσεις του και να επιχειρήσει μια ονειροβασία. Η θέλησή του τον είχε εγκαταλείψει. Ένιωθε μόνος και αδύναμος. Αποκομμένος από την προηγούμενη ζωή του και από τους ανθρώπους που νοιάζονταν γι αυτόν. Σαν να είχε χαθεί το παρελθόν του μέσα σε ένα ψυχρό λευκό φως που λίγο λίγο θα τον πότιζε με απάθεια και θα τον έκανε κι αυτόν υποχείριο. Φοβήθηκε πως είχε χάσει το παιχνίδι, μα τότε άξαφνα θυμήθηκε τα λόγια του Έρωτα.
   »Αν δεν μπορείς εσύ, δεν μπορεί κανείς«.
   Τον ανακούφισε η σκέψη, και σαν πανηγυριώτισσα σηκώθηκε να σύρει το χορό κι άρπαξε από το χέρι κι άλλες ενθαρρυντικές σκέψεις. Θυμήθηκε τα χείλη της Ονειροφάης στα μάγουλά του. Θυμήθηκε το άρωμα του γυμνού κορμιού της. Τα λουλούδια άνθιζαν ακόμη εκεί έξω. Οι άνθρωποι αγκαλιάζονταν . Οι ερωτευμένοι μεθούσαν. Λύθηκαν τα δεσμά που τον κρατούσαν.
    Σκέφτηκε τον Δάτορα που έκρυβε το μενταγιόν στο λαιμό του.  Μπορούσε να κάνει την Ονειροφάη να έρθει κοντά του, αν κατανάλωνε τους καρπούς που ήταν  κρυμμένοι στο μενταγιόν που του είχε περάσει στο λαιμό πριν φύγει.
    «Θα έρθεις να με σώσεις, αγάπη μου, ή θα με αφήσεις να εξοντώσω τον εαυτό μου;», μουρμούρισε προφητικά λες, ξαπλωμένος στο στρώμα του.
   Είχε καταπιεί τέσσερις αποξηραμένους καρπούς, και άρχιζε να ζαλίζεται. Από έξω ακούγονταν ελάχιστοι θόρυβοι, από μερικούς ξεχασμένους μεθύστακες και κάποιους κολασμένους ξενύχτηδες.
   «Δεν έχω θέληση χώρια από σένα... Μη με αφήσεις...»
  


                     ΕΙΣΒΟΛΗ

    Ξύπνησε με το ζόρι μετά από λίγες ώρες, καθώς ένας ασπροντυμένος τον ταρακούναγε με βία και του φώναζε να σηκωθεί αμέσως. Ήταν ακόμη υπό την επήρεια του δάτορα και έμοιαζε υπνωτισμένος. Δεν θυμόταν τίποτα από τις ώρες που κοιμόταν, κι ούτε που ήξερε αν είχε καταφέρει να ειδοποιήσει την Ονειροφάη για την επίθεση στο εργοστάσιο.  Έβαλε την μπλούζα του και τις μπότες του, πέρασε το όπλο στην πλάτη του, πήρε ένα παγούρι με νερό και βγήκε τροχάδην από τη σκηνή.
    Ανακάλυψε πως η θέση του στο απόσπασμα εισβολής ήταν στην πρώτη γραμμή, σαν να ήθελε ακόμα ο Θάνατος να τον δοκιμάζει. Ξεκίνησαν την πορεία για την πόλη χαράματα, και εκτός από τον Ημιθάνατο και τον ξεδοντιάρη  φρουρό που τον είχε ξυπνήσει δεν φαινόταν να υπάρχει  άλλος άνθρωπος ανάμεσα στους σαράντα στρατιώτες. Όλοι οι άλλοι ήταν ελεγχόμενα ρομπότ με ανθρώπινη μορφή. Ωστόσο, οι περισσότεροι δεν είχαν μαζί τους παρά μόνο συμβατικά όπλα. Βαλλίστρες και μακριά μαχαίρια, καθώς και ραβδιά ακινητοποίησης. Σε όλη τη διμοιρία μόνο άλλα τέσσερα σόχω βρίσκονταν στα χέρια κάποιων επίλεκτων. Δεν υπήρχαν αρκετά όπλα για όλους και φαίνεται πως θεωρούσαν την αποστολή υπόθεση ρουτίνας. Κάθε όπλο εξάλλου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο από τον χειριστή του. Έτσι εξασφάλιζαν πως τα όπλα δεν θα έπεφταν σε λάθος χέρια.
   Αναρωτήθηκε αν η κατάσταση των στρατιωτών ήταν αναστρέψιμη, όπως της Αρμονίας και των άλλων δύο φυγάδων.
Άραγε υπήρχε ακόμη μνήμη μέσα στα κορμιά τους ή είχαν χαθεί για πάντα; Αν κατάφερνε να ξεφύγει, θα έπρεπε να πάρει κάποιον από τους στρατιώτες αιχμάλωτο ή θα έπρεπε να στρέψει το όπλο σε κάποιον αθώο για να το διαπιστώσουν; Ο Ημιθάνατος έμοιαζε με τους άλλους στρατιώτες, βημάτιζε σαν τους άλλους, μα σίγουρα μέσα στο μυαλό του δεν είχε καμία κοινή σκέψη με τους άλλους.

   Μετά από οκτώ ώρες πορεία, η διμοιρία σταμάτησε για συσσίτιο και ξεκούραση. Το φαγητό τους ήταν ένα ξερό κομμάτι ψωμί και μια λουρίδα παστό κρέας, σκληρό σαν τα λουριά των όπλων. Ήπιε νερό και με το σώχο 2 αγκαλιά έκλεισε τα μάτια του κάτω από τη σκιά μιας γέρικης ελιάς. Η επήρεια του Δάτορα δεν είχε περάσει ακόμη, και μισοκοιμισμένος ένιωσε πως πετούσε σε χαμηλό ύψος πάνω από λιβάδια με πράσινο χορτάρι. Παλιά ερειπωμένα σπίτια, μισογκρεμισμένα τοιχάκια, ένας κήπος γεμάτος με μηχανές...
   Άνοιξε απότομα τα μάτια του, και βρήκε έναν στρατιώτη με άδειο βλέμμα γερμένο από πάνω του. Χωρίς να μιλήσει σηκώθηκε και πήρε πάλι τη θέση του στη διμοιρία. Περπάτησαν αρκετές ώρες ακόμη μέχρι το σούρουπο, αποφεύγοντας τους δρόμους και τα αγροκτήματα όπου μπορούσε κάποιος να τους δει.
    Μόλις έδυσε και το ροζ άστρο, σταμάτησαν για βράδυ. Ήταν πολύ κοντά πια στην πόλη, ούτε μια ώρα με αργό βηματισμό, και ο Ημιθάνατος υποψιάστηκε πως θα επιτίθονταν αμέσως μετά το άνοιγμα του εργοστασίου, γύρω στις εφτά το πρωί. Θα έπρεπε να ξυπνήσουν πάλι χαράματα για να ετοιμαστούν και να φτάσουν στο στόχο τους, αλλά τους έμεναν αρκετές ώρες ακόμη για ύπνο. Του έδωσαν ένα σκληρό και στυφό αγίνωτο μήλο και μερικά σπασμένα μπισκότα και τα κατάπιε με το ζόρι, μόνο και μόνο για να μην πέσει κάτω από την πείνα. Δεν το συνειδητοποιούσε αλλά η εμφάνισή του, μέσα στο λίγο διάστημα που βρισκόταν στο στρατόπεδο, είχε αλλάξει δραματικά.
   Κοιμήθηκε χωρίς όνειρα και ξύπνησε από τους πρώτους. Ακόμα και κοιμισμένοι οι στρατιώτες έδειχναν διαφορετικοί, σαν να ήταν νεκροί, σαν μηχανές εκτός λειτουργίας. Παρατήρησε πως σχεδόν όλοι ξύπνησαν ταυτόχρονα, σαν να είχαν μέσα στο μυαλό τους ένα χρονόμετρο που τους ειδοποιούσε. Σηκώθηκαν όλοι και γύρω στις έξη ξεκίνησαν για το τελευταίο μέρος της διαδρομής.
    Ήταν ακόμη νωρίς για τους ανθρώπους της πόλης, και όσοι δεν είχαν ξεκινήσει για τις ασχολίες τους ήταν ακόμη στα κρεβάτια τους. Πέρασαν αρκετά σπίτια χωρίς να τους καταλάβουν, αν και ο Ημιθάνατος έκανε όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσε. Τελικά έφτασαν στο εργοστάσιο ακριβώς την ώρα που σήμαινε την έναρξη των εργασιών. Όλοι οι εργάτες ήταν στις θέσεις τους. Τα καμίνια είχαν ανάψει. Τα καλούπια περίμεναν, οι διάδρομοι μεταφοράς μπήκαν μπροστά, οι ελεγκτές στήθηκαν στα πόστα τους και οι μεταλλοτεχνίτες  έπιασαν στα χέρια τα εργαλεία τους.
    Την ώρα που έκαναν έφοδο μέσα στο εργοστάσιο, ο Ημιθάνατος κατάλαβε πως τους περίμεναν. Δεν ήταν εργάτες αυτοί που κάθονταν στη σειρά μπροστά στις ράμπες. Ούτε και ήταν εργαλεία μεταλλοτεχνίας αυτά που κρατούσαν στα χέρια τους. Αναγνώρισε τον Συνθέτη ανάμεσά τους, κι αναρωτήθηκε αστραπιαία αν ήταν εκεί και οι αντάρτες απ τις σπηλιές.
   Τίποτα δεν έγινε όπως το είχαν σχεδιάσει οι εισβολείς. Η απειλή των όπλων τους δεν τρομοκράτησε κανέναν, όπως περίμεναν. Οι επαναστάτες τους περικύκλωσαν αστραπιαία και τους σημάδεψαν με χειροβαλλίστρες. Θα χυνόταν αίμα εκείνη την ημέρα. Χωρίς να σηκώσει ποτέ το όπλο του, ο Ημιθάνατος βγήκε μπροστά και φώναξε.
   «Κανένας νεκρός!»
   Μια συστοιχία από μικρά ασημένια βέλη έφυγαν αντανακλαστικά από τα όπλα των επαναστατών, δέσμες λευκού φωτός άναψαν στις κάνες των ασπροντυμένων. Η συμπλοκή κράτησε μόλις λίγα λεπτά. Εισβολείς και επαναστάτες πιάστηκαν στα χέρια, σε μια μάχη σώμα με σώμα. Παρόλο που δεν είχαν τόσο εξελιγμένα όπλα, οι αντάρτες ήταν υπερδιπλάσιοι των στρατιωτών και με ελάχιστες απώλειες τους ακινητοποίησαν γρήγορα.
    Μέσα στο πλήθος και το πανδαιμόνιο ο Ημιθάνατος δεν μπήκε καν στον κόπο να διακηρύξει την ταυτότητά του. Είχε τραβήξει αρκετά από τα πυρά πάνω του και από τις δύο πλευρές, και μια γαλήνια ευδαιμονία τον αγκάλιασε και τον μέθυσε μέχρι αφανισμού. Με ένα παράξενο μικρό χαμόγελο στα χείλη, άφησε αδιαμαρτύρητα τους αντάρτες να του δέσουν τα μάτια και τα χέρια και ελεύθερη πια άφησε και τη σκέψη του να πετάξει στην Ονειροφάη.
   Φτερούγησε η σκέψη σαν πουλί, πέταξε πάνω από δρόμους και στενά, πάνω από σπίτια και αυλές, μα πληγωμένη φτεροκόπησε, έχασε την πορεία της και έπεσε. Έγινε φίδι, σύρθηκε στο χώμα, άφηνε μια κυματιστή μαύρη γραμμή στο διάβα της, ανέβηκε ως τα μισά του βουνού, κουράστηκε κι απόμεινε ακίνητη. Μαύρο στοιχειό σηκώθηκε και έγινε ένα με τον αέρα, φύσηξε, βούιξε, πέρασε πάνω από το δάσος κι έφτασε στην είσοδο της σπηλιάς, όμως ανήμπορη πια διαλύθηκε. Μια σπίθα αόρατη απόμεινε, εκσφενδονίστηκε και εισέβαλε με βία μέσα στην αγκαλιά της Ονειροφάης. Ένιωσε έναν οξύ πόνο σαν κάψιμο στην καρδιά εκείνη και πετάχτηκε έντρομη από τον ύπνο της. Πάνω στο στήθος της, κόκκινο σαν αίμα ένα σημαδάκι, άπλωνε κι  έπαιρνε αργά τη μορφή ενός μικρού μπουμπουκιού.


 
                   

                      ΗΤΤΑ

   Μέσα στο παραλήρημά του, ο Ημιθάνατος μουρμούριζε λέξεις ακατάληπτες.
   «Δεν έχω χρόνο... δεν είμαι μόνος...» 
   «Τόσο κοντά, τόσο μακριά...»
   «Δε με ξέρετε... κανείς δε με ξέρει».
   Έτρεμε, ήταν κάθιδρος μα παγωμένος, στο όριο μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας. Τα μάτια του ήταν δεμένα με μαύρο μαντήλι, μα ήταν άσκοπο. Ούτως ή άλλως δεν έβλεπε τίποτα από την πραγματικότητα γύρω του. Ήταν φυλακισμένος σε ένα πεδίο φτιαγμένο από φως, και γιγάντια εκτυφλωτικά όντα τον βασάνιζαν.
   «Είσαι θνητός, σύντομα θα πεθάνεις», τρύπωναν οι φωνές τους μες στα αυτιά του.
   «Σε εγκατέλειψαν μόνο σου».
   «Πού είναι τώρα αυτοί που λέγαν πως σ αγαπούν; Γιατί δεν είναι κοντά σου;»
   «Εμείς ξέρουμε ποιος είσαι. Δεν ανήκεις σ αυτούς», έρχονταν κι έφευγαν σαν κύματα οι βασανιστικές φωνές τους, και κάθε φορά χτυπούσαν τα τείχη του νου του με μεγαλύτερη θηριωδία.
   Κατάλαβε πως ήταν άσκοπο να παλεύει εναντίον τους, σε λίγο θα τον νικούσαν και θα τον εκμηδένιζαν. Διαισθάνθηκε πως την είχε ξαναδώσει αυτή τη μάχη, και κάτι είχε χάσει. Έπρεπε κάτι να θυμηθεί, κάποιο μυστικό, κάτι που θα τον οδηγούσε ασφαλή πίσω στη γη του και στο κορμί του. Και στην αγκαλιά της Ονειροφάης.
   Εκείνη τη στιγμή, άκουσε τη δική της φωνή μέσα στο μυαλό του, να του λέει κάτι ακατανόητο.
   «Μην παλεύεις πια. Δέξου την Ήττα. Πρέπει να ξέρεις να χάσεις για να κερδίσεις».
   Φοβήθηκε πως ήταν ένα κόλπο των βασανιστών του για να κάμψουν την αντίστασή του. Μια ακόμη φωνή όμως ήρθε να προστεθεί σ αυτήν της Ονειροφάης. Ήτανε η φωνή του Έρωτα.
   
   «Μην προσπαθείς μόνος σου. Δείξε της εμπιστοσύνη. Χωρίς αυτήν δε θα καταφέρεις τίποτα».
   Μέσα στο υγρό και καυτό υπόγειο που κρατούσαν αιχμάλωτους τους στρατιώτες, ένας αντάρτης που τους φρουρούσε άκουσε το παραμιλητό του Ημιθάνατου και παραξενεύτηκε. Όλοι οι άλλοι έμεναν εντελώς απαθείς, ακόμη και όσοι ήταν πληγωμένοι. Πλησίασε και είδε την έκφραση πόνου και αγωνίας στο νεκρικά χλωμό του πρόσωπο, και μια αμφιβολία τον ανατρίχιασε. Δεν έμοιαζε για στρατιώτης του Θανάτου αυτός ο παράξενος πολεμιστής.
    Με τον κίνδυνο να έχει πέσει θύμα απάτης, ρίσκαρε να αφήσει τους αιχμαλώτους αφύλαχτους και πήγε να ενημερώσει τον αρχηγό του τάγματος, τον Συνθέτη, πως κάποιος από τους κρατούμενους φερόταν περίεργα. Ο Συνθέτης κατέβηκε στο υπόγειο, είδε τον Ημιθάνατο και έστω και αργά, από μια ιδιότροπη διαίσθηση της καλλιτεχνικής του φύσης, αναγνώρισε τον σύντροφό του πίσω από την παραμορφωμένη τρομακτική μορφή. Μόνο για μια στιγμή πέρασε απ τη σκέψη του η πιθανότητα να είχε πράγματι πάει με το μέρος του Θανάτου, μα αμέσως το μετάνιωσε. Ζήτησε να τον ανεβάσουν επάνω, σε ένα πιο δροσερό και στεγνό μέρος και φώναξε τον γιατρό τους να τον κοιτάξει.
    Ο γιατρός, ο Διοράτης, ήταν ένας πιτσιρικάς τελειόφοιτος φοιτητής ιατρικής, που είχε καταφέρει να γλιτώσει από την επιδρομή στην Πανεπιστημιούπολη. Παρόλο που δεν είχε πάρει μέρος στη μάχη, είχε προθυμοποιηθεί να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες στους Επαναστάτες. Είχε δει αρκετούς τραυματίες μέσα στη μια ώρα που βρισκόταν στο εργοστάσιο. Γούρλωσε τα μάτια όταν γονάτισε πάνω από τον γίγαντα και έκοψε με ένα κοπίδι την λευκή του μπλούζα. Παρόλο που δεν φαινόταν ούτε σχίσημο ούτε αίμα πάνω στο ύφασμα, το κορμί από κάτω ήταν γεμάτο πληγές. Μαύρες σαν καψίματα μερικές και σημαδεμένες  με πηχτό  κοκκινόμαυρο αίμα άλλες. Δυο μικρά μεταλλικά βέλη εξείχαν ακόμα μέσα από το κορμί του. Χωρίς την μπλούζα που έμοιαζε να απορροφάει το αίμα, τα τραύματα φάνηκαν πια να αιμορραγούν, σαν μικρές πηγές που ανάβλυζαν το λιγοστό πια απόθεμα της ζωής του. Ήταν πια τώρα ασάλευτος και παγωμένος, κι ο σφυγμός του σχεδόν ανύπαρκτος. Ο Διοράτης  έβαλε ένα καθρεφτάκι μπροστά στα χείλη του να δει αν ανέπνεε ακόμα, κι ίσα που φάνηκε να νότισε το γυαλί. Έσκυψε το κεφάλι με παραίτηση.
   «Δεν προλαβαίνω να κάνω και πολλά... Πόση ώρα τον έχετε αφήσει αιμόφυρτο;»
   «Από την ώρα της επίθεσης φαντάζομαι. Σχεδόν τρεις ώρες».
   «Χέσε με!», φώναξε σαστισμένος ο νεαρός.
   «Αν ήταν έτσι θα ήταν ήδη νεκρός. Δεν ξέρω να αντέχει άνθρωπος σε τέτοια τραύματα για τόση ώρα. Αν δεν είχε πεθάνει ακαριαία, θα είχε σταματήσει η καρδιά του από την απώλεια αίματος μέσα σε δεκαπέντε, το πολύ είκοσι λεπτά».
   «Σκάσε λοιπόν, και κάνε ότι ξέρεις να κάνεις», τον διέταξε ο Συνθέτης.
   «Και μην τον υποτιμάς. Δεν είναι  τυχαίος».
 

   Ο Ημιθάνατος  έψαχνε να βρει τον τρόπο να ηττηθεί, όταν επιτέλους, έχοντας πια εξαντλήσει την αντοχή του,  κατάλαβε. Πρέπει να πέσεις για να σηκωθείς, του έλεγε η Αντίσταση όταν ήταν μικρό παιδί. Έπρεπε να πεθάνει για να αναστηθεί. Μόνο νεκρός θα ξέφευγε  από τους βασανιστές του.    
   «Δες πως έχεις καταντήσει!»
   «Είσαι ένα τίποτα».
   «Κανείς δε νοιάζεται για σένα».
   «Αυτή που αγαπάς είναι δική μας, θα την κάνουμε να σε προδώσει».
   «Εμείς θα σου πούμε ποιος είναι ο πατέρας σου».
   Μάζεψε τα τελευταία ψήγματα δύναμης που του είχαν μείνει και αντί να υψώσει τα μαύρα τείχη της ασπίδας του που τον προστάτευαν, τα έκανε θρύψαλα με μιας. Η λύσσα της επίθεσης έπεσε στο κενό. Τινάχτηκε ίδια πυροτέχνημα η σκέψη του Ημιθάνατου, σαν αστερόσκονη  στον αέρα. Όλη η ενέργεια στράφηκε πίσω σε αυτούς από όπου είχε εκπορευτεί. Αλληλοχτυπήθηκαν μη βρίσκοντας κανέναν άλλο στόχο. Η φυλακή χάθηκε. Ήταν πάλι πίσω στο κορμί του. Οι χτύποι της καρδιάς του έσβηναν. Ένοιωσε σαν να αποκοιμιόταν.
   «Τελείωσε», άκουσε μια μακρινή φωνή να λέει, μα δεν ξύπνησε.
   Και τότε κάτι τον χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Μισάνοιξαν απρόθυμα τα μάτια πίσω από τα μάτια του.
   «Που νομίζεις ότι πας, δειλέ;», τον τράβηξε με απίστευτη δύναμη κι έστησε  την ψυχή του όρθια απέναντί της η Ονειροφάη.
   Το πρόσωπό της, στο ίδιο ύψος ακριβώς με το δικό του, ήταν παραμορφωμένο από οργή. Δυο τεράστιες ιριδίζουσες φτερούγες την κρατούσαν μισό μέτρο πάνω από το έδαφος.
   Το κορμί της φλεγόταν, έμοιαζε  πραγματικά με τους βασανιστές του.
   «Καλά μου το λέγαν πως είσαι καμένο χαρτί», του είπε χλευαστικά και τον έφτυσε.
   Άρχισε να τον χαστουκίζει και να χτυπάει τις γροθιές της στο στήθος του.
   Ο γιατρός είχε σηκωθεί ιδρωμένος πάνω από το άψυχο καταματωμένο κορμί του γίγαντα.
   «Έκανα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να τον κρατήσω ζωντανό. Δεν μπορώ να κάνω θαύματα», απολογήθηκε στον Συνθέτη ξεροκαταπίνοντας.
    Είχε παλέψει σχεδόν μια ώρα για να βγάλει τα ατσάλινα βέλη από το αιμόφυρτο σώμα, να σταματήσει την αιμορραγία και να δέσει επιμελώς τις βαθιές πληγές. Ήτανε όμως αργά πια.
    «Παρέδωσε το πνεύμα...», μουρμούρισε, και από μέσα του σκέφτηκε, »χαμένος ο κόπος μου«.
    Προσπέρασε τον Συνθέτη και έκανε ένα βήμα να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Ο Συνθέτης, αμίλητος, τον άρπαξε απότομα από το μπράτσο και τον ανάγκασε να στρέψει πάλι το βλέμμα του στον Ημιθάνατο. Το μέχρι πριν λίγο ακίνητο κορμί τιναζόταν και σφάδαζε στο πάτωμα.
    Ταράχτηκε ο Διοράτης και έτρεξε κι έσκυψε πάλι από πάνω του. Μια γκριμάτσα αγωνίας  και μια βεβιασμένη επώδυνη ανάσα σαν γρύλισμα, επιβεβαίωσαν το θαύμα. Ο Ημιθάνατος είχε γυρίσει πάλι ανάμεσα στους ζωντανούς.
   «Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα!», αναφώνησε μην πιστεύοντας τα μάτια του ο νεαρός γιατρός.
   «Να που γίνονται, φίλε μου. Να που γίνονται!», είπε με χαμόγελο ανακούφισης ο Συνθέτης και χτύπησε επιδοκιμαστικά το χέρι του στον ώμο του.



Τριανταφυλλιά Ηλιοπούλου 
ο πίνακας είναι η "Ελπίδα", του Πίτερ Μπρέγκελ του Πρεσβύτερου

Υ.Γ. Αφιερωμένο στα δυο παιδιά μας που αποφυλακίστηκαν σήμερα.  Τα καταφέρατε να βγείτε από την κόλαση, καλώς ήρθατε στην κόλαση. Σας αγαπάμε.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.