Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 9


Όχι δε βούλιαξε αμέσως στο βούρκο. Όχι αυτό. Όχι χωρίς να δώσει πρώτα την άνιση μάχη της, να πολεμήσει και να χάσει. Προσπάθησε να βρει άλλη δουλειά, κάτι, οτιδήποτε. Προσπάθησε αμέσως και για πολύ, έψαξε παντού, σε κάθε γωνιά της πόλης, όπου μπορούσαν να την κουβαλήσουν τα πόδια της. Από το πρωί μέχρι το βράδυ τριγυρνούσε εδώ κι εκεί ρωτώντας, απαιτώντας, εκλιπαρώντας, ατέλειωτα χιλιόμετρα περπάτησε με την Ιωάννα από δίπλα να την ακολουθεί προσηλωμένη, σοβαρή κι αστεία, με τα χοροπηδητά της βηματάκια.

Τις θυμάται έντονα, τις θυμάται μ’ ένα τσίμπημα παράπονου και κι ένα φύσημα τρυφερότητας εκείνες τις μάταιες, όπως αποδείχτηκαν, πορείες. Θυμάται που κάθε μέρα ξυπνούσανε παρέα με την ελπίδα και κάθε νύχτα κοιμόντουσαν αγκαλιά με την απογοήτευση. Θυμάται τα σιωπηλά της δάκρυα, εκείνα που έχυνε όταν κοιμόταν η κορούλα της, για να μην την ποτίσει και κείνη με πόνο. Θυμάται έντονα την απελπισία τους, νιώθει ακόμη την απόγνωσή τους. Όπως και νιώθει ακόμη με τρυφερότητα το χεράκι του μωρού της απαλό και σίγουρο μέσα στο δικό της, καθώς πήγαιναν από τον ένα τόπο στον άλλο, από τη μία άρνηση στην επόμενη. Όχι πως δεν υπήρχαν καθόλου δουλειές, λίγες υπήρχαν, αλλά ήταν κακοπληρωμένες, ή μερικής απασχόλησης, ή -οι περισσότερες- νυχτερινές. Με τα λεφτά που θα έπαιρνε αποκλείεται να τα έβγαζαν πέρα. Η μόνη λύση ήταν να δουλεύει ασταμάτητα, από το πρωί ως τη νύχτα, αλλά δεν είχε που ν’ αφήσει την Ιωάννα. Και η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελε να την αφήσει πουθενά. Ήθελε να την έχει πάντα κοντά της, να τη μεγαλώσει η ίδια, κι όχι κάποιοι άλλοι, άγνωστοι άνθρωποι, σ’ ένα περιβάλλον άγνωστο, αν και πολύ το φοβότανε ότι τελικά αυτό το τελευταίο θα συνέβαινε. Αλλά, αν γίνονταν αυτό, θα γίνονταν με τους δικούς της όρους. Θα της προσέφερε την καλύτερη μόρφωση -εκείνη που κάποτε ονειρευόταν για τον εαυτό της- θα έκτιζε γι’ αυτή τις βάσεις για να ζήσει μια ονειρική ζωή, δίχως στερήσεις. Θα έκανε τα πάντα για την κόρη της. Τα πάντα! Για να μη στερηθεί τίποτα, ποτέ. Για να μην πάρει ποτέ μια μικρή έστω γεύση απ’ τη δική της δυστυχία.

Όπως και νάχει, αφού είδε κι απόειδε και κατάλαβε πώς για την ίδια δεν υπήρχε σ’ εκείνη την πόλη ελπίδα καμιά, αποφάσισε ότι αν δεν ήθελε να πεινάσουνε, κι αυτό θα συνέβαινε σίγουρα σύντομα αν δεν έκανε κάτι, μοναχά ένας τρόπος υπήρχε, ο πιο σκληρός, ο πιο δύσκολος: ν’ ακολουθήσει τη συμβουλή εκείνου του χτήνους, του βιαστή της. Και για να το κάνει αυτό, έπρεπε να μετακομίσουνε και πάλι. Όπως και έγινε.

Ήταν ένα λαμπερό πρωινό Κυριακής όταν φόρτωσαν τα λιγοστά, κι όσο έπαιρνε φτωχικά τους υπάρχοντα, σ’ ένα παλιό φορτηγό -που σα γέρος απόστρατος καθώς κυλούσε αγκομαχούσε- και κίνησαν για το νέο τους σπιτικό. ένα μικρό αρχαίο ισόγειο λίγο έξω απ’ τον Πειραιά, που το έτρωγε η μούχλα, η υγρασία κι η χρόνια εγκατάλειψη. Είχε όλο κι όλο ένα δωμάτιο, μια κουζίνα μια σταλιά, κι ένα μπάνιο μινιατούρα. Τα λεφτά δεν τις έφταναν για να πάρουν κάτι καλύτερο.

Γύρω του υπήρχαν άλλα δυο-τρία σπίτια, κατειλημμένα κι αυτά από πόρνες, ενώ ολόκληρη η υπόλοιπη περιοχή στέγαζε ξυλουργεία, συνεργεία αυτοκινήτων, βιοτεχνίες – ένα γκρίζο βιομηχανικό τοπίο καιρών περασμένων. Γι’ αυτό και αποφάσισε να πάνε εκεί, επειδή ήτανε σίγουρη ότι θα υπήρχε δουλειά. Κάτι έμαθε κι αυτή τόσο καιρό στη μεγάλη πόλη, έχοντας ανοικτά τ’ αυτιά και τα μάτια: όπου υπάρχουν λιμάνια, υπάρχουν εργάτες και ναυτικοί, κι όπου υπάρχουν εργάτες και ναυτικοί υπάρχει ψωμί. Το πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι, όμως, το να βγάλεις το ψωμί σου, δεν είχε ιδέα.

Τις πρώτες λίγες μέρες τις ξοδέψανε προσπαθώντας να βάλουν με τα πενιχρά μέσα που είχαν σε μια τάξη το σπιτάκι τους, να το κάνουν μια στάλα πιο ανθρώπινο, κι εξερευνώντας τη νέα τους γειτονιά, η οποία -εντάξει- δεν ήταν κι η καλύτερη. Αυτό, ωστόσο, καθόλου δεν τις ένοιαζε, φτάνει που ήτανε μαζί.

Θυμάται ακόμη η Αγγελική. Θυμάται πόσο παράξενα -πόσο χαμένη, κι ευάλωτη, κι ενθουσιασμένη, και φοβισμένη, κι ανυπόμονη- ένιωθε εκείνες τις μέρες. Ναι, ανυπόμονη! Ανυπομονούσε, στ’ αλήθεια πολύ, να μπει με ορμή στη νέα εκείνη, την πρωτόγνωρη περιπέτεια. Ανυπομονούσε και φοβότανε. Φοβότανε το άγνωστο που την περίμενε σε κάθε γωνία. Αλλά, προσπαθούσε πολύ και με περίσσια επιμονή να καταπνίξει τους φόβους της. προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι όλα θα πήγαιναν καλά, ότι εκείνο που θα έκανε, εκείνο που σχεδίαζε να κάνει, δεν ήταν παρά μια δουλειά, σαν όλες τις άλλες, ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Ναι, μια δουλειά!

Ωστόσο, αναρωτιότανε -κι αυτό είναι για γέλια ή για κλάματα- πώς γίνεται κάποια πουτάνα; Πραγματικά, αναρωτιότανε, αφού παρά τα όσα έζησε ήταν ακόμη παιδί. Δεν ήξερε και τόσο καλά τους τρόπους της πόλης, αγνοούσε τους κανόνες των άγνωστων ανθρώπων. Έτσι, όλο και ανέβαλλε την ένταξή της στον τόσο επικερδή, απ’ ό,τι είχε ακούσει, εκείνο κλάδο. Μέχρι που τα λεφτά πήραν επικίνδυνα να λιγοστεύουν, μέχρι που έφτασαν ένα βήμα πριν από την πείνα. Τότε ακριβώς ήταν που εμφανίστηκε στην πόρτα τους μια απρόσκλητη και απροσδόκητη σωτήρας, η Κρίστη – όχι πώς ήταν, βέβαια, αυτό το όνομά της.

Η Κρίστη… Τι γυναίκα! Μια ολόκληρη ιστορία από μόνη της. Μια γυναίκα-αγία, και μια γυναίκα-πουτάνα. Η αγία πόρνη της ζωής τους. Τότε, όταν την πρωτοαντίκρισαν, θα ’ταν στα σαράντα πέντε της. Είχε μακριά, βαμμένα κόκκινα, κυματιστά μαλλιά και μια μεγάλη ελιά -τρομακτικά μεγάλη- στο δεξί της μάγουλο, κι ένα γέλιο τόσο τρανταχτό, τόσο από καρδιάς, που παρέσερνε τους πάντες και τα πάντα στο άκουσμά του. Ήταν μάλλον κοντή, αλλά το κορμί της διέθετε όλες τις χάρες, όλες όσες έπρεπε να έχει για να δει προκοπή σ’ εκείνη τη δουλειά.

Κάθονταν στο κρεβάτι, που αναγκαστικά μοιράζονταν οι δυο τους, κι η Αγγελική διάβαζε στην Ιωάννα ένα παραμύθι, όταν άκουσαν κάποιον να χτυπάει ελαφρά το ανοικτό παράθυρο και να τους λέει, μισό-αστεία, μισό-σοβαρά: «Καλή σας μέρα, κορίτσια. Είμαι η Κρίστη, η γελαστή πουτάνα της γειτονιάς σας!» Η κοπέλα δεν άντεξε, κι έτσι, παρόλη την έκπληξή της, ξεκαρδίστηκε στα γέλια, αναγκάζοντας και την άλλη γυναίκα να τη μιμηθεί, κάτω από το απορημένο βλέμμα της μικρής.

Κι ύστερα, την προσκάλεσε μέσα. Την έβαλε να καθίσει σε μία από τις δύο όλες κι όλες καρέκλες που είχανε και πήγε να της φτιάξει καφέ. Όταν επέστρεψε βρήκε την άγνωστη γυναίκα και την κορούλα της να κάθονται κατάχαμα και να παίζουν με τα λιγοστά και φτωχικά παιχνίδια της τελευταίας. Τι καλή γυναίκα, σκεφτότανε, βλέποντάς την εκεί, να παίζει με την κόρη της - τι καλή γυναίκα! Και όντως, ήτανε. Γι’ αυτό και στη συνέχεια έγινε για κείνη η καλύτερη φίλη, η μάνα κι η αδελφή της – η αδελφή εκείνη που ποτέ δεν της έλαχε να έχει. Η Κρίστη την έσωσε. Την έσωσε ρίχνοντάς την στο βούρκο, δίνοντάς της τα μαθήματα ζωής που τόσο απεγνωσμένα ζητούσε, μαθαίνοντάς την να επιπλέει, να κολυμπάει στα βαθιά βρώμικα νερά κι ύστερα να βγαίνει έξω, στα αβαθή, τα διάφανα και γαλάζια. Αν δε γνώριζαν εκείνη, τη στιγμή ακριβώς που έπρεπε, το μέλλον που τις περίμενε θα ήταν μαύρο, φαρμακερό, πολύ χειρότερο απ’ τη ζωή που -για κάποια χρόνια- έμελλε να ζήσουν, μα που σίγουρα κάποια μέρα θα άλλαζαν, κι οριστικά θα ξεπερνούσαν.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται. 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.