Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 8.5 (Ιωάννα)



«Ώστε... Ώστε, ο μπαμπάς του Παναγιώτη φταίει για όλα! Αυτός φταίει που η μάνα μου κύλησε στο βούρκο. Αυτός φταίει για τα χαμένα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας. Τα χρόνια που έζησα τόσο μοναχικά, τόσο λειψά, μεγαλώνοντας μακριά της…».

Παράτησε για λίγο την ανάγνωση, το οδυνηρό εκείνο ταξίδι. Άφησε το χειρόγραφο να γλιστρήσει απ’ τα δάχτυλα και ν’ αναπαυτεί στα πόδια της. Τώρα κάθεται λίγο σκυφτή, πολύ λυπημένη, με δάκρυα αβίαστα να χαράζουν πορείες ζωής στα μάγουλά της και να πέφτουν σα σιγαλή βροχή, ποτίζοντας τα ρούχα της και νοτίζοντας με υγρή φωτιά εκείνο το κείμενο που τόσο λαχταρούσε, μα που τώρα την πληγώνει ασύστολα. Κάθεται. Κάθεται κι αναθυμάται τα παλιά, με νοσταλγία πικρή, κακίζοντας τον εαυτό της για την ασυγχώρητη αθωότητά του, ρίχνοντας σ’ εκείνον μέρος της ευθύνης γι’ αυτά που συνέβησαν, κι ας μην ήταν παρά ένα μικρό παιδί τότε. Δεν ξέρει τι να πει, πώς να δικαιολογήσει τον εαυτό της.

Τώρα, αν και πέρασαν τόσα χρόνια, χαρούμενα και πονεμένα, κλείνει τα μάτια, κι οι αλλοτινές εικόνες ζωντανεύουν και πάλι στο μέσα της βλέμμα, γεμίζουν το είναι της απόγνωση. Ξαναπλάθει το όλο σκηνικό στο μυαλό της με χρώματα γκρίζα, της θλίψης. Όλα τα βλέπει. Όλα, όπως έγιναν, ακόμη κι αυτά στα οποία δε στάθηκε μάρτυρας. Ωστόσο, δεν αντέχει τη θέα της ανάμνησης, ανοίγει και πάλι τα μάτια, προσπαθεί να την ξορκίσει, αλλά πώς; Πώς να το κάνει αυτό;

Σηκώνεται σχεδόν διστακτικά απ’ τη φουσκωτή της πολυθρόνα, που μοιάζει να ξεφυσάει με ανακούφιση, τεντώνεται λίγο, αφήνει το χειρόγραφο στη θέση όπου εκείνη μια ανάσα μόλις πριν καθόταν, και βγαίνει στο μπαλκόνι. Έχει νυχτώσει πια για τα καλά, αλλά τ’ αστέρια σε τούτη την πόλη, που έγιν’ η πόλη της, ποτέ δε φαίνονται. Πού τέτοια τύχη!

Κοιτά τα απέναντι κτήρια: αναμμένες τηλεοράσεις, φωνές, φαγητό και μουσικές, το συνηθισμένο ήπιο βραδινό πανδαιμόνιο. «Η ζωή συνεχίζεται όπως πάντα», σκέφτεται με μια δόση πικρίας. Αλλά, συνεχίζεται όπως πάντα για τους άλλους. Όχι για την ίδια. Όχι πια! Εκείνο το απροσδόκητο γράμμα, εκείνο το γιομάτο αλήθειες που αγνοούσε κείμενο, ήρθαν για ν’ αλλάξουν τη ζωή της οριστικά – ίσως πολύ, ίσως λίγο, αλλά σίγουρα για να την αλλάξουν. Ήρθαν για να της ανοίξουν λίγο περισσότερο τα μάτια στην κακία του κόσμου.

«Δεν έβλεπα. Κοιτούσα, μα δεν έβλεπα!» Τα βάζει και πάλι με το φτωχούλη του θεού και της μοίρας, τον εαυτό της, μα το μετανιώνει αμέσως: «Πάψε, μην το κάνεις αυτό!»

Μπαίνει σχεδόν αθέλητα ξανά στο δωμάτιο, παίρνει στα χέρια της απαλά, με φοβισμένη αγάπη, τις σελίδες απ’ τη ζωή της μάνας της, και κάθεται στην πολυθρόνα, που μια ακόμη φορά σιγαλά αναστενάζει κάτω απ’ το βάρος της.

«Τι άλλα μυστικά μου κρύβεις;» μοιάζει να ρωτά το γραφτό χαμηλόφωνα. «Τι μυστικά και πόσο πόνο;»

Το νιώθει βαρύ στα χέρια της που τρέμουν, ασήκωτο, σαν και της Αγγελικής τη ζήση. Θέλει να το παρατήσει, να βγει για μια βόλτα στους θορυβώδεις νυχτερινούς δρόμους της πόλης, να ξαλαφρώσει, να ξεχαστεί, μα δεν μπορεί να τ’ αφήσει, όχι για πολύ, ούτε και για μία στιγμή ακόμη. Έτσι, το αποθέτει στα γόνατά της και το χαϊδεύει απαλά, σα μωρό λες. «Είναι η ιστορία της μάνας μου», ψιθυρίζει στον κανένα και το πουθενά. Ναι, αυτή είναι η ιστορία της και πρέπει να τη διαβάσει όλη, τώρα αμέσως. Πρέπει να τη διαβάσει, κι ας λυπηθεί, κι ας απογοητευτεί, κι ας πιότερο πονέσει. Τόσα χρόνια ποθούσε όσο τίποτα στον κόσμο να τη μάθει, για τόσα χρόνια -γιομάτα μυστικά και σιωπές- την εκλιπαρούσε να της την πει, την ιστορία που δεν ήξερε.

«Καημένη μάνα! Αν δε γνώριζα το σήμερα, θα έλεγα πως εσένα δε σου ήτανε γραφτό ποτέ να ευτυχήσεις. Πρώτα ο πατέρας μου που σε χτυπούσε και σε τυραγνούσε, ύστερα το τέρας που σε βίασε, μετά η ζωή που σου έλαχε... Πού βρήκες τη δύναμη να συνεχίσεις καλή μου; Πού τη βρήκες; Πώς άντεξες; Ω, δε θέλω να το σκέφτομαι. Μια αγία είσαι. Αγία σε αναμονή…».

Οι σκέψεις της ταξιδεύουν στη μορφή της και τη χαϊδεύουν με περίσσευμα αγάπης, βλέπουν τα φλογισμένα της μάτια κι αναθαρρούν.

«Όχι, δε σου πάει εσένα η λύπηση, μάνα. Καθόλου δε σου πάει!»

Παίρνει με σταθερά, ετούτη τη φορά, χέρια το κείμενο στα χέρια της κι αρχίζει με προσήλωση περισσή να το διαβάζει. Και το κουβάρι του χρόνου αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά της και πάλι, σα μια ιστορία παλιά...

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.
Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.   
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.