Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 8



Οι επόμενες μέρες πέρασαν μέσα σε μια ανήσυχη ηρεμία. Όλα έμοιαζαν να είναι ακριβώς όπως έπρεπε να είναι, πληκτικά, ατάραχα, κι όμως τίποτα δεν ήτανε έτσι ακριβώς αφού τα πράγματα άλλαξαν, κι αυτή τώρα πια αμετάκλητα ζούσε στη σκιά του φόβου. Φοβότανε πώς το κακό δεν είχε ακόμη περάσει, πώς τα χειρότερα σύντομα θα έρχονταν – σύντομα πολύ. Ακόμη κι η μικρή το ένιωθε αυτό, έβλεπε το φόβο της μάνας της, διάβαζε στο βλέμμα και τις διστακτικές της κινήσεις κάτι που η ίδια, μέσα στην πλέρια αθωότητά της δεν μπορούσε να εξηγήσει. Έτσι, όλο τη ρωτούσε:

«Είσαι καλά, μανούλα;»

«Μια χαρά, καρδούλα μου», της απαντούσε. «Μια χαρά!»

Μα δεν την πίστευε. Ήταν μικρή πολύ, ένα σπουργιτάκι στην απεραντοσύνη του κόσμου, αλλά ξύπνια, ήξερε ότι κάτι την τυραννούσε.

Και στο τέλος, εκείνο που φοβότανε έγινε. Κάποια μέρα εκείνο το ανθρωπόμορφο κουράδι, το αφεντικό της, επέστρεψε στο σπίτι νωρίτερα απ’ ό,τι συνήθως και την έπιασε και πάλι εξ’ απροόπτου, την αιφνιδίασε. Καθώς συγύριζε το μεγάλο υπνοδωμάτιο, όπως και την προηγούμενη φορά, την πλησίασε από πίσω αθόρυβα, χωρίς να τον αντιληφθεί, και την έκλεισε μ’ οργισμένη δύναμη στην αγκαλιά του, προτού προλάβει ν’ αντιδράσει. Έχοντάς την έτσι, υπό την απόλυτη εξουσία του καθηλωμένη, την παρέσυρε με βία προς το συζυγικό κρεβάτι, που εδώ και καιρό μαράζωνε από την έλλειψη έρωτα, της έβγαλε με μια κίνηση απότομη και σκληρή τη φούστα και το εσώρουχο, κι έπεσε από πάνω της. Εκείνη προσπάθησε με κάθε τρόπο να αντισταθεί, αλλά μάταια. Οι δυνάμεις της ήταν λειψές, οι ανάσες της ξεθυμασμένες. Και δεν μπορούσε καν να φωνάξει, αφού στο σπίτι ήτανε μονάχα τα παιδιά και δεν ήθελε με κανένα τρόπο να γνωρίσουνε από τόσο μικρά, τόσο νωρίς, τη βία και την κακία αυτού του κόσμου.

Λίγα μόλις λεπτά κράτησε ο βιασμός, λίγα λεπτά πεισματικά σιωπηλά κι αδάκρυτα, που ωστόσο της φάνηκαν αιώνες. Τον ένιωθε. Τον ένιωθε να μπαίνει μέσα της βαθιά, να της κλέβει την ψυχή, να της μολύνει το κορμί, μα δεν έβγαζε άχνα. Υπέμενε σιωπηλά εκείνο το μαρτύριο, για να μη του δώσει τη χαρά, το βραβείο της επιβεβαίωσης που πιότερο απ’ όλα προσδοκούσε. Σιωπούσε και σκεφτόταν. Σκεφτόταν το χθες, τα άλλα πρόσωπα της βίας που γνώρισε, τον Αντρέα, τα μαρτύρια που βίωσε σ’ ένα μακρινό παρελθόν. Σκεφτόταν το αύριο, αυτά που την περίμεναν, αυτά που τις περίμεναν. Ο κύβος ερρίφθη, έπρεπε να κινήσουνε γι’ αλλού, σ’ εκείνο το σπίτι δεν υπήρχε πια για κείνες ζωή.

Όταν επιτέλους τέλειωσε, όταν οι χυμοί του κορμιού του, που τόσο απεχθανόταν, έγιναν κολλώδης ουσία, αποκρουστική και σπίλωσαν το δέρμα της, όταν σηκώθηκε αγκομαχώντας από πάνω της και κίνησε για το μπάνιο για να πλυθεί, μόνο τότε άφησε να ξεφύγει απ’ τα πονεμένα στήθια της ένας μικρός, αθόρυβος αναστεναγμός. Ύστερα, με κόπο πολλή σύρθηκε κι ανασηκώθηκε απ’ το κρεβάτι, και σύντομα στάθηκε πάνω σε πόδια που έτρεμαν, σκούπισε μ' ένα χαρτομάντηλο όπως-όπως τα δάκρυα του αρρωστημένου του πόθου απ’ το κορμί της, φόρεσε και έσιαξε τα ρούχα της και ξεκίνησε για να φύγει. Αλλά...

«Ικανοποιήθηκες, σκύλα;» άκουσε ειρωνική τη φωνή του, από πίσω, να φτάνει στ’ αυτιά της, προτού προλάβει ν’ απομακρυνθεί.

Έκανε στροφή επί τόπου. Τον κοίταξε κατάματα, με θάρρος και με θράσος, μ' ένα βλέμμα που έσταζε σαρκασμό. Τίποτα πια δεν την ένοιαζε. Τίποτα πλέον δεν μπορούσε να την πληγώσει. Είχε γίνει άτρωτη.

«Από τι;» τον ρώτησε, προκαλώντας του την οργή. «Από τι;»

Ήθελε να την χτυπήσει. Ήθελε να την χτυπήσει άγρια. Το διάβαζε καθαρά αυτό στο φουρτουνιασμένο του βλέμμα. Έκανε να πάει προς το μέρος της, αλλά τότε άκουσε ξαφνικά τον Παναγιώτη να φωνάζει κάτι από κάτω και κοντοστάθηκε. Τη ζύγισε διστακτικά με το βλέμμα. Διάβασε την αποστροφή στα μάτια της και το φόβο που δεν ήταν εκεί. Την απείλησε:

«Πρόσεξε καλά, κακόμοιρη μικρή, να μην ανοίξεις το στόμα σου και να μιλήσεις σε κάποιον γι’ αυτό που έγιν’ εδώ, γιατί θα ’χεις κακά ξεμπερδέματα. Ούτως ή άλλως, κανείς δε θα σε πιστέψει, αφού θα είναι ο λόγος σου ενάντια στο δικό μου. Αλλά, έτσι κι αποφασίσεις -και βάλ’ το καλά στο μυαλό σου αυτό που θα σου πω- να το κάνεις, στο λέω, θα σε κυνηγήσω, και θα σε κυνηγήσω αλύπητα, και τότε θα σου δείξω στ’ αλήθεια τι πάει να πεις πόνος..».

Έκανε να του απαντήσει, αλλά μετά το σκέφτηκε καλύτερα κι άλλαξε γνώμη. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να σπαταλά μαζί του τη φαιά της ουσία. Κίνησε και πάλι για να φύγει.

«Δεν τέλειωσα!» της πέταξε εκείνος οργισμένος καθώς απομακρυνότανε, αλλά αυτή τη φορά δε γύρισε πίσω. Τον άφησε εκεί μοναχό ν' αφρίζει από οργή για το θιγμένο πλην περήφανο αντρισμό του, και κατέβηκε στην κουζίνα, όπου βρήκε το κοριτσάκι της να κάθεται σιωπηλό και λίγο λυπημένο στο τραπέζι, δίπλα στον Παναγιώτη.

«Θα φύγουμε, μαμά;» τη ρώτησε αβέβαια.

«Ναι, καρδιά μου!» απάντησε με σιγουριά εκείνη.

Το πρώην πια αφεντικό της, το ανθρώπινο σκουπίδι, τις πρόλαβε στην εξώπορτα, προτού αφήσουνε για πάντα εκείνο το σπίτι της ψευτιάς και του καθημερινού θανάτου, και καθώς η ανίδεη γι’ αυτά που έγιναν Ιωάννα, γλιστρούσε έξω, εκείνος κατάφερε μέσα από τα δόντια του να ψιθυρίσει της Αγγελικής στ’ αυτί:

«Μην ψάξεις δουλειά. Δε θα βρεις πουθενά. Εκτός κι αν γίνεις πουτάνα, τέτοια που είσαι..».

Δεν πρόλαβε να συνεχίσει. Δεν τον άφησε.

«Πάντως όχι η δική σου!» του απάντησε σαρκαστικά, φτύνοντάς του την περιφρόνησή της και φιλοδωρώντας τον με μια κλωτσιά στα αχαμνά, που πολύ τη χάρηκε.

Πήρε, λοιπόν, το παιδάκι της, το κουρσεμένο της κορμί και την ποτέ χαμένη αξιοπρέπειά της, και κίνησε για να πάει να βρει μια νέα ζωή, διαφορετική, πολύχρωμη, μα και πού και πού πολύ οδυνηρή. Πήγε και έγινε πουτάνα!

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.  
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.