Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 7



Οι μέρες περνούσαν αργά και γρήγορα, μέσα στην αγωνία και την ένταση, οι νύχτες μέσα στην ανήσυχη γαλήνη και την ανυπομονησία. Καθώς ο χρόνος κυλούσε η Αγγελική ένιωθε όλο και πιο άβολα, όλο και πιο φοβισμένη σε κείνο το σπίτι, ένας κίνδυνος απροσδιόριστος έμοιαζε να την παραφυλάει. Η μέρα τη σκότωνε, η νύχτα την ανάσταινε, αφού στη ζεστασιά του φτωχικού της ένιωθε άτρωτη, μια γυναίκα απλή που αγαπούσε ένα τρυφερό πλασματάκι και αγαπιόταν απ’ αυτό, κι όχι ένα πιόνι στη σκακιέρα των μεγάλων υποκριτών.

«Κάτι κακό πρόκειται να μας συμβεί, καρδούλα μου!» έλεγε πού και πού στην κορούλα της, «κάτι πολύ κακό. Έρχεται, το νιώθω..». Το ήξερε, το ένιωθε βαθιά μέσα στα έγκατα της τυραννισμένης της ψυχής, δεν είχε καμία απολύτως αμφιβολία γι’ αυτό. Κι εκείνη, αθώο παιδάκι όπως ήταν, προσπαθούσε να της δώσει κουράγιο, να της πει λόγια παρηγοριάς που ποτέ δεν έμαθε, κάνοντάς την τουλάχιστον για λίγο να ξεχαστεί.

«Μη φοβάσαι, μανούλα. Εγώ εδώ. Θα βοηθήσω…», της έλεγε μασώντας τις λέξεις, της σκούπιζε τα πικρά δάκρυα απ’ το πρόσωπο και της χαμογελούσε, και φώτιζε ολάκερο το σκοτεινό υπόγειο απ’ την αγγελική της όψη.

Θα τη βοηθούσε έλεγε, το μωρό της. Ήτανε τεσσάρων μόλις χρόνων και έλεγε πώς θα τη βοηθούσε, ότι θα γινόταν το στήριγμά της. Αλλά...

Αλλά, όσο κι αν το ήθελε να τη βοηθήσει, όσο κι αν ήθελε κι η ίδια η γυναίκα να το πιστέψει, όταν θα ερχόταν η κακιά η ώρα, δε θα μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτα, όπως κι η ίδια άλλωστε. Κι εκείνη η ώρα δεν άργησε να ’ρθει. Ήρθε ξαφνικά σαν καταιγίδα που την περιμένεις, αλλά που και πάλι σε πιάνει απροετοίμαστο, σαν κατάρα αναπόφευκτη και σαν τιμωρία.

Ήταν λίγο πριν το μεσημέρι μια ανοιξιάτικης, μα λίγο ψυχρής, Παρασκευής και μόλις είχε στρώσει το κρεβάτι στο μεγάλο υπνοδωμάτιο. Τελειώνοντας, κοντοστάθηκε για λίγο μπροστά απ’ τον ολόσωμο πολυτελή καθρέφτη, που χρησιμοποιούσε καθημερινά η κυρά για να θαυμάζει την ψυχρή ομορφιά της, κι έσιαξε λίγο τα μαλλιά της, κι ίσιωσε λίγο τις πτυχώσεις της γκρίζας φούστας που φορούσε. Κάνοντας να φύγει είδε το αφεντικό της να την παρατηρεί, με μάτια που καίγαν, και τρόμαξε λίγο, κυρίως απ’ το ξάφνιασμα. Δεν τον περίμενε τέτοια ώρα εκεί.

«Μη φοβάσαι!» πήγε να την καθησυχάσει εκείνος μ’ ένα -δεν ξέρω στ’ αλήθεια πώς να το ονοματίσω: μισο-τρυφερό, μισο-πονηρό;- χαμόγελο.

«Συγχωρέστε με. Δεν ήξερα ότι είστε εδώ!» απάντησε εκείνη φοβισμένη, με δειλή ευγένεια, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει στα μάτια.

«Μην ανησυχείς για τίποτα. Κανένα πρόβλημα. Πες μου..».

«Να σας πω τι, κύριε;» τον κοίταξε τώρα στα ίσια με την απορία ζωγραφισμένη βαθιά στα χαρακτηριστικά του προσώπου.

«Το ξέρεις ότι είσαι όμορφη;»

Τα έχασε. Στ’ αλήθεια τα έχασε, ολότελα. Δεν περίμενε ποτέ ν’ ακούσει αυτή την ερώτηση, δεν είχε ιδέα τι να απαντήσει.

«Όμορφη;» μόνο μπόρεσε να ψελλίσει, σχεδόν άηχα, φανερά ταραγμένη.

«Ναι, πολύ. Για έλα εδώ..». τη διέταξε.

Πλησίασε. Πήγε να την αγκαλιάσει. Αντιστάθηκε με δύναμη και πείσμα, με μια οργή που δεν άφησε να φανεί.

«Όχι! Όχι, κύριε, δεν είναι σωστό».

«Το τι είναι σωστό ή λάθος, μέσα στο σπίτι μου, εγώ τ’ αποφασίζω!» σύριξε με κακία μέσα από τα δόντια του εκείνος και την άρπαξε με το έτσι θέλω, την αιχμαλώτισε στην αγκαλιά του, κι άρχισε να τη φιλά στα μάγουλα και στα μαλλιά, να τη δαγκώνει στο λαιμό, να ψάχνει με δύναμη κι οργή τα χείλη, να της ψαχουλεύει τα στήθια, να προσπαθεί σχεδόν με μίσος τυφλό να τη γδύσει.

Προσπάθησε πολύ, όσο πιο παθητικά μπορούσε ν’ αντισταθεί, αλλά ο επίδοξος βιαστής της δεν έπαιρνε από λόγια κι αδύναμες αποκρούσεις, αυτός καταλάβαινε μοναχά τους τρόπους της βίας, έτσι μαζεύοντας αποφασιστικά όσες δυνάμεις της είχαν απομείνει κατάφερε με μια σπρωξιά να τον απωθήσει. Καθώς έπεφτε έκπληκτος, αιφνιδιασμένος στο πάτωμα, εκείνη βρήκε την ευκαιρία να το σκάσει. «Δε θα περάσει έτσι αυτό, σκύλα!» τον άκουσε να την απειλεί ξέπνοα, καθώς κατέβαινε τα σκαλιά, φτιάχνοντας ταυτόχρονα, όπως-όπως, τα ρούχα της. «Δε θα περάσει έτσι…». Το ήξερε. Το ήξερε πώς δε θα περνούσε έτσι αυτή η ιστορία, πώς και άλλα βάσανα την περίμεναν, κι άλλος πόνος και δάκρυ.

Φτάνοντας κάτω βρήκε, με φανερή ανακούφιση, την Ιωάννα εκεί ακριβώς που την είχε αφήσει, στο πάτωμα της κουζίνας να παίζει με τον Παναγιώτη. Ευτυχώς τα δύο παιδιά δεν είχαν ακούσει τίποτα.

Λίγο μετά, μάλλον από σύμπτωση -αφού τώρα πια απέφευγε τον άντρα της σαν ο διάολος το λιβάνι- έφτασε στο σπίτι κι η κυρά, και όλα πήραν και πάλι, φαινομενικά, την κανονική τους ροή, αν και η κακόμοιρη κοπέλα μπορούσε ακόμη να μυριστεί το άρωμα του φόβου να πλανιέται στον αέρα.

Φυσικά μετά απ’ αυτό που συνέβηκε ήταν πια αποφασισμένη να παραιτηθεί αμέσως απ’ τη δουλειά της, να παρατήσει τους μαλάκες τους νεόπλουτους και ν’ αναζητήσει αλλού την τύχη της. Αλλά, δεν το έκανε. Όχι αμέσως. Δυστυχώς για την ίδια, όχι αμέσως, αφού φοβότανε. Φοβότανε την επόμενη μέρα που θα την έβρισκε χωρίς δουλειά. Φοβότανε την ακόμη χειρότερη φτώχεια και την πείνα που αμετάκλητα θ’ ακολουθούσε. Έτσι έμεινε. Με μισή καρδιά έμεινε κι υπέμεινε, με μια προσευχή και μιαν ελπίδα: Ότι η απειλή του ήταν κούφια, ψεύτικη, και δε θα την πραγματοποιούσε ποτέ, ότι ο θεός θα άπλωνε από πάνω της, πάνω από εκείνη, την ορφανή, μια ασπίδα προστασίας, πώς δε θα επέτρεπε να της συμβεί κάποιο άλλο μεγάλο κακό. Όνειρο απατηλό ήταν κι αυτό.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.  
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.