Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 6



Της πήρε καιρό να συνηθίσει τη δουλειά εκείνη. Όχι πως ήταν τόσο δύσκολη, αλλά να, τη βαριότανε, έπληττε αφόρητα κάνοντάς την, κι όλο σκεφτότανε: Δεν είναι δουλειά αυτή για μένα. Εγώ γι’ άλλα πράγματα είμαι φτιαγμένη! Μπορεί να μην της άρεσε, αλλά δεν είχε άλλη, έτσι την έκανε, και την έκανε καλά.

Κανένα παράπονο δεν είχανε τ’ αφεντικά, κανένα, κι αυτό όσο να ’ναι της έδινε λίγη χαρά, μια μικρή ικανοποίηση, ένα φύσημα περηφάνιας. Εκείνο, ωστόσο, που στ’ αλήθεια την κράτησε εκεί, παρά τον πενιχρό για τις ώρες που δούλευε μισθό, παρά τις κρυφές τάσεις φυγής της, ήταν το παιδί, ο Παναγιώτης. Ω, πολύ τον αγάπησε εκείνο το μικρό, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, σα γιο της. Θυμάται ακόμη τις καστανόξανθες μπούκλες του, το λευκό του προσωπάκι, την απροσποίητη καλοσύνη του, την ευγένειά του. Ποτέ δε θα τον ξεχάσει, ποτέ, αφού εκείνος ήταν σαν ένας άγγελος μέσα στην πλήρη αθωότητά του, μες στην πληθωρική του αγάπη. Πολλές φορές όταν ήθελε κάτι, απλά φώναζε στην Αγγελική «μαμά, παρακαλώ!» -αφού προφανώς το καημένο το παιδί, άλλη δε γνώρισε μάνα- προσκαλώντας την κοντά του. Την έκανε να χαμογελά πολύ, όπως κι η Ιωάννα άλλωστε, τις μέρες εκείνες τις βαρετές, τις συνεχώς επαναλαμβανόμενες, της δουλειάς. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στα δυο παιδιά ήταν ότι την κόρη της την έπαιρνε κάθε βράδυ σπίτι μαζί της, ενώ εκείνον τον άφηνε εκεί, μοναχό ανάμεσα σε αγνώστους, συντροφιά με μια παγερά αδιάφορη μάνα κι ένα ολότελα χαμένο στον κόσμο του πατέρα. Η Ιωάννα κι η Αγγελική, εκείνες ήταν στ’ αλήθεια η οικογένειά του. Και να που τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, τον σκέφτεται και χαμογελά. Τι να κάνει άραγε σήμερα εκείνο το καλό παιδί; αναρωτιέται. Παρέμεινε καλό, ή μήπως ξεπούλησε κι αυτό την ψυχή του στον κυνικό διάβολο της καθημερινότητας;

Αλλά, ας μην ξεφεύγουμε απ’ το θέμα μας. Για τι μιλούσαμε; Α, ναι, για τη δουλειά. Πολύ κουραστική και ψυχοφθόρα στ’ αλήθεια, αλλά τους εξασφάλιζε τα προς το ζην, και καθώς ζούσανε σ’ εποχές που η πείνα θέριζε, μάλλον τυχερές θα έπρεπε να νιώθουν, να μετρούν τις ευλογίες τους, όπως θα έλεγαν κι οι αγγλοσάξονες. Είχαν φαγητό, στέγη και δουλειά. Τι άλλο να ζητούσε κανείς;

Ωστόσο, ποτέ της δε θεώρησε σα μόνιμη εκείνη την κατάσταση η Αγγελική, πάντα σκεφτότανε το κάτι παραπάνω, το κάτι το διαφορετικό, κι όταν το ’λεγε στο σωτήρα της, τον κυρ-Μάνο, εκείνος κουνούσε το κεφάλι του πέρα-δώθε αργά, επιτιμητικά: «Δεν είναι καιρός για όνειρα, μικρή», έμοιαζε αμίλητα να της λέει. Κι είχε δίκιο. Το ήξερε πώς είχε δίκιο. Αλλά, συνέχισε να ονειρεύεται και να ελπίζει. Ναι, ποτέ δεν έσβησε από μέσα της η φλόγα της ελπίδας, κι ας μισούσε την απέλπιδα ετούτη λέξη.

Για δυο ατελείωτα χρόνια δούλεψε σ’ εκείνο το σπίτι, στην επί πληρωμή φυλακή της. Για δυο χρόνια έχυνε στάλα-στάλα τα νιάτα και τον ιδρώτα της, τα έκανε θυσία στο βωμό της καλοπέρασης των άλλων. Και για δυο ολόκληρα χρόνια έκανε όνειρα φυγής, μάταια όνειρα. Ζούσε, ζούσανε, σχεδόν συνεχώς την ίδια μέρα, κάνανε τα ίδια πράγματα, βυθίζονταν στις ίδιες οδυνηρές σιωπές, πέφτανε σιγαλά κι ανασηκώνονταν βαριεστημένα κατ’ επανάληψη, μ’ ελάχιστες παρεκκλίσεις. Ακόμη κι ο θάνατος θα έχει περισσότερη ζωή, περισσότερο ενδιαφέρον, σκεφτότανε, θυμάται, τότε. Ακόμη κι ο θάνατος δε θα περιέχει τόση θλίψη! Ω, ναι, ήθελε να φύγει, ήθελε τόσο πολύ να φύγει.

Άρχισε, λοιπόν, και πάλι να ψάχνει για δουλειά. Με κάθε ευκαιρία, κάθε μέρα και νύχτα, ξέκλεβε λίγο χρόνο κι έπαιρνε να ρωτάει από δω κι από κει, μήπως βρει κάτι – κάτι άλλο, κάτι αλλιώτικό, κάτι καλύτερο ή έστω όχι τόσο πληκτικό. Μα, είπαμε, οι εποχές δύσκολες, δε βρήκε τίποτα, καμία έξοδο διαφυγής. Έτσι, έκανε το μόνο πράγμα που μπορούσε να κάνει, εκείνο στο οποίο ήταν από χρόνια τώρα καλά εξασκημένη, υπομονή.

Στο μεταξύ, σιγά-σιγά, η κατάσταση στο σπίτι, ανάμεσα στ’ αντρόγυνο, άρχισε να χειροτερεύει, να γίνεται τεταμένη, οργίλη. Οι απουσίες και του ενός και του άλλου απ’ την οικογενειακή εστία πήραν να γίνονται όλο και πιο συχνές, όλο και πιο μακρόχρονες, κι οι μεταξύ τους σχέσεις ψυχρές, κι όσο έπαιρνε απόμακρες. Ένιωθε μια υποχθόνια ένταση να διασχίζει τα δωμάτια η Αγγελική, να στοιχειώνει τα δώματα και τους τοίχους. Πολλές φορές όταν ανέβαινε για να στρώσει το κρεβάτι τους το έβρισκε ανέγγιχτο, ενώ κάποιες άλλες ανακάλυπτε με έκπληξη ότι κοιμούνταν χώρια. Ο γάμος τους έμοιαζε κάθε στιγμή όλο και πιο πολύ να καταρρέει, να γίνεται συντρίμμια κάτω από τόνους μεγάλων και ψευδών υποσχέσεων, κι εκείνη δεν μπορούσε παρά κρυφά ν’ αναρωτιέται και να τρομάζει: Τι θα γίνει στο τέλος; Αν χωρίσουν τι θα γίνει; Τι θα γίνει με μας; Τι θ’ απογίνουμε;

Ωστόσο, οι φόβοι της δε βγήκαν αληθινοί, διεψεύσθησαν εκκωφαντικά, ποτέ δε χώρισαν οι δυο τους, ποτέ τους δε θα χώριζαν. Δεν ήξερε, δεν είχε ιδέα, τι υπόγεια νήματα, ποιες ανείπωτες συμφωνίες κρατούσαν τους δύο εκείνους ανθρώπους μαζί, δεμένους, αλλά ήξερε πολύ καλά ότι όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά, κι όπου μαίνονται οι μάχες υπάρχουν και θύματα, αθώα θύματα. Να, σαν και του λόγου της!

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.