Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 5



Τα πράγματα δεν αποδείχτηκαν τόσο καλά, εύκολα και ρόδινα, όσο τα περίμενε. Αλλά γι’ αυτό δεν μπορούσε να ρίξει το φταίξιμο σε κάποιον άλλο, παρά στην ίδια και την απύθμενη άγνοιά της, που πάντα την ωθούσε να πιστεύει στην έμφυτη καλοσύνη των ανθρώπων, μια καλοσύνη που σχεδόν ποτέ δεν ήταν εκεί.

Απ’ την πρώτη κιόλας μέρα που έπιασε δουλειά -σχεδόν προτού καλά-καλά χαράξει, τραβώντας μαζί της κι εκείνο το καημενούλη, την κορούλα της- κατάλαβε ότι κάθε άλλο παρά ευχάριστη θα ήταν η ζωή της σ’ εκείνο το σπίτι. Οι δυο τους, οι δήθεν ευεργέτες της, ο κύριος και η κυρία Ελευθερίου -Κώστας και Μάγδα- φαίνεται να πίστεψαν πώς προσλαμβάνοντάς την, βρήκαν στο πρόσωπό της την ιδανική δούλα, κι είπαν να κάνουν ό,τι περνούσε απ’ το χέρι τους για να της κάνουν το βίο αβίωτο. Έτσι, προτού καν προφτάσει να πατήσει το πόδι της για πρώτη φορά σαν εργαζόμενη εκεί, τη διέταξαν να φτιάξει πρόγευμα -καλά, κουλή ήταν η κυρία;- κι ύστερα της είπαν ότι έπρεπε να πλύνει τα ρούχα, που στοιβάζονταν για μέρες μέσα σ’ ένα μεγάλο καλάθι στο μπάνιο. Μετά όφειλε να ετοιμάσει το μεσημεριανό φαγητό, αν και ήταν πολύ πιθανόν να μην ερχότανε κανείς στο σπίτι, να καθαρίσει απ’ άκρη σ’ άκρη το αρχοντικό, να... να... να... Α, ναι, και να προσέχει το γιόκα τον καλό, που δεν έστελναν στο νηπιαγωγείο, αλλά που κάποια δασκάλα ερχότανε και δίδασκε κατ’ οίκον.

Ένα βουνό της φάνηκαν οι δουλειές, θα ’ταν ατέλειωτη νόμιζε εκείνη η μέρα. Αλλά, σιγά-σιγά, με πρόγραμμα, πείσμα και απαντοχή, κατάφερε να κάνει ακριβώς ό,τι τη διέταξαν και να της περισσέψει και χρόνος. Τίποτα δεν άφησε πίσω. Όλα ήταν καλά καμωμένα. Ένιωθε σίγουρη πώς θα ήταν ευχαριστημένοι μαζί της.

Πρώτη στο σπίτι επέστρεψε αργά το δειλινό η κυρά. Μπήκε μέσα μ’ εκείνο το υπεροπτικό ύφος, σήμα κατατεθέν της, που όμως με τον καιρό θα συνήθιζε η Αγγελική, δίχως καν να τη χαιρετήσει. Ήταν όμορφη, πολύ, απ’ εκείνες τις γυναίκες που δύσκολα ξεχνάει κανείς. Ψηλή, ξανθιά, με μαλλιά καρέ πολύ περιποιημένα, πάντα βαμμένη και ντυμένη στην τρίχα, και μάτια πράσινα, τα οποία πού και πού έμοιαζαν παγωμένα. Σα φωτομοντέλο από κάποια χώρα του βορρά έμοιαζε.

«Έγιναν όλα;» τη ρώτησε ξερά, σχεδόν εχθρικά, μ’ ένα παγερά ανέκφραστο βλέμμα.

«Όλα, κυρία», απάντησε σιγαλά, λίγο ντροπαλά, εκείνη.

Άφησε τη λευκή, και προφανώς πανάκριβή της, τσαντούλα στον καναπέ και πήρε να επιθεωρεί βήμα-βήμα το σπίτι με κείνη να την ακολουθεί κατά πόδας. Πού και πού κοντοστεκόταν, έλεγχε κάποιο αντικείμενο για ίχνη σκόνης, και προχωρούσε αργόσυρτα, επιθεωρούσε ένα-ένα τα δωμάτια, μύριζε ακόμη και τον αέρα μπας και διακρίνει σ’ αυτόν κάτι που δεν έπρεπε. Στο τέλος τα παράτησε ανέκφραστα ευχαριστημένη, για να ρωτήσει:

«Και το φαγητό;»

«Όπως το ζητήσατε».

Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε την αλέκιαστη και λαμπερή, απ’ έξω, κατσαρόλα, έχωσε μέσα την πουδραρισμένη μύτη της, την ξανάβγαλε, γουργούρισε σαν ξαναμμένη γάτα, κι ανακοίνωσε:

«Πεινάω! Στρώσε μου το τραπέζι εδώ στην κουζίνα».

«Αμέσως», βιάστηκε ν’ απαντήσει.

«Αμέσως, κυρία!» άστραψ’ εκείνη.

Τι σκύλα, θεέ μου! Τι σκύλα, σκέφτηκε, μα δεν το είπε. Απλά διόρθωσε τον εαυτό της.

«Μάλιστα, κυρία. Συγγνώμη, κυρία!»

Πρέπει να της άρεσε πολύ τελικά το φαγητό της ξινισμένης μούρης, αφού σε χρόνο μηδέν καταβρόχθισε δυο πιάτα (χωριάτα-αριστοκράτισσα, σκεφτότανε, κι από μέσα της κρυφά γελούσε η Αγγελική). Αλλά, εκεί που περίμενε να την ευχαριστήσει, άνοιξε το στόμα της για να της δώσει μόνο μία ακόμη διαταγή:

«Από αύριο θα κάνεις εσύ και όλα τα ψώνια του σπιτιού. Εγώ δεν έχω χρόνο ν’ ασχοληθώ μ’ αυτά. Εντάξει;»

«Μάλιστα, κυρία!»

«Ωραία. Τώρα θα πάω να ρίξω ένα υπνάκο και δε θέλω να μ’ ενοχλήσει κανείς. Κατάλαβες; ΚΑΝΕΙΣ».

«Μάλιστα, κυρία».

Την είδε ν’ ανεβαίνει τα σκαλιά και να κατευθύνεται προς το υπνοδωμάτιό τους και άφησε ένα αναστεναγμό ανακούφισης να της ξεφύγει απ’ τα στήθια. Ήτανε στο τσακ για να εκραγεί, αλλά η άθλια οικονομική της κατάσταση δεν της επέτρεπε τέτοιες πολυτέλειες.

«Θεέ μου, τι γυναίκα! Τι ψώνιο..». Ναι, τι ψώνιο! Αυτό σκεφτότανε, αυτό ήθελε να φωνάξει, αλλά κατάπιε την οργή της, την καταχώνιασε κάπου βαθιά μέσα της για να ξεθυμάνει, για το χατίρι της ίδιας, αλλά και της κορούλας της, που κοιμόταν μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη στον καναπέ.

Από εκείνη, λοιπόν, την πρώτη-πρώτη μέρα, ήτανε σίγουρη πώς η ζωή της κάθε άλλο παρά εύκολη θα ήταν εκεί, πώς θα ήταν ένας συνεχής αγώνας, ένα καθημερινό μαρτύριο. Αλλά, δεν είχε και άλλη επιλογή. Έπρεπε να δουλέψει για να ζήσει, για να ζήσουνε, κι έπρεπε να δουλέψει σκληρά. Εξάλλου, παρόλη την κούραση και τα νεύρα της, είχε το μωρό της κοντά της, πάντα δίπλα της, και όσο κι αν υπέφερε η παρουσία του και μόνο ήταν αρκετή για να την κάνει να νιώσει λίγο πιο δυνατή, να της χαρίσει μιαν ανάσα αισιοδοξίας, να την κάνει μια στάλα ευτυχισμένη.

Ο άντρας της κυράς, ή μάλλον το αφεντικό νούμερο δύο, έφτασε στο σπίτι λίγο πριν να νυχτώσει, αλλά αυτουνού, παραδόξως, η συμπεριφορά ήτανε πολύ διαφορετική. Έριξε μετά βίας μια ματιά στο σπίτι και είπε πώς όλα έμοιαζαν μια χαρά, και κάθισε κι έφαγε, για να της πει αμέσως μετά πώς το φαγητό ήταν υπέροχο, αφήνοντας εκείνη να τον παρατηρεί έκπληκτη, σιωπηλή. Τα ελαφρά καφέ του μάτια έμοιαζαν να τη διαπερνάνε, να προσπαθούν να βρουν τις αλήθειες που έκρυβε μέσα της. Την έκανε να νιώθει λίγο άβολα, αλλά και μια στάλα χαρούμενη. Ήταν ωραίος άντρας ο Κώστας. Ελάχιστα πιο κοντός απ’ τη γυναίκα του, αλλά καλότροπος, με φροντισμένο κορμί κι ένα πλατύ χαμόγελο, σχεδόν κατακτητικό. Επιμελημένα ατημέλητος, με πλούσια μαύρα μαλλιά κι ένα πρόσωπο αχάρακτο απ’ το χρόνο, που έμοιαζε ν’ αλλάζει όψη ανάλογα απ’ τη γωνία που το παρατηρούσες.

«Συνέχισε έτσι και θα περάσεις καλά εδώ», της ψιθύρισε σχεδόν, με μάτια που έλαμπαν παράξενα, χαμένα λες σε κάποια άλλη εικόνα, καθώς ανέβαινε προς το δεύτερο όροφο – δίνοντάς της ταυτόχρονα την άδεια να σχολάσει.

Φώναξε, λοιπόν, την Ιωάννα απ’ το σαλόνι όπου έπαιζε με τον μικρό, της φόρεσε την όμορφη ζεστή της ζακετούλα και κίνησαν για να πάρουν το λεωφορείο που θα τις οδηγούσε στο φτωχικό τους.

Όταν έφτασαν εκεί ήτανε τόσο κουρασμένη που έπεσε μεμιάς ξερή στο κρεβάτι. Λίγο προτού την πάρει ο ύπνος ένιωσε την κορούλα της να χώνεται, κουταβάκι καθώς ήτανε, στην αγκαλιά της και να τη φιλά απαλά. Κάθε αρχή και δύσκολη, σκεφτότανε κι αγκάλιαζε το μωρό της. Κάθε αρχή και δύσκολη, από μέσα της ψιθύριζε καθώς παραδιδότανε, δίχως μάχη, στα στεγανά του ύπνου.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.  
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.