Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 4



Αλλά, η υπέροχη ζωή που τόσο πολύ λαχταρούσε θ’ αργούσε κάπως να ’ρθει. Κι αυτό γιατί η Ιωάννα ήταν ακόμη πολύ μικρή, ένα μωρό τόσο δα, που δεν μπορούσε καν να περπατήσει. Έτσι η Αγγελική έκανε αυτό που από πάντοτε λες ήξερε να κάνει, υπομονή. Έκανε υπομονή και σχέδια κι όνειρα, μικρά και μεγάλα, ταπεινά και μεγαλοπρεπή, για την επόμενη μέρα, για την άγνωστη, αλλά όχι και τόσο τρομαχτική ζωή -άλλωστε πόσο πιο τρομαχτική θα μπορούσε να είναι μετά από όλ’ αυτά που έζησε κι ακόμη ζούσε;- που τις περίμενε στη μεγάλη πόλη. Γιατί ναι, στη μεγάλη πόλη, στην Αθήνα, έπρεπε να πάνε, κάπου όπου δε θα ήταν και τόσο εύκολο να τις εντοπίσει κανείς και να τις γυρίσει πίσω στη φυλακή τους. Τότε μόνο η πρωτεύουσα, η απόμακρη και βρωμερή ανθρωπορουφήχτρα, προσφερόταν γι’ αυτό το σκοπό.

Πέρασε, λοιπόν, ένας μακρύς οργισμένος χειμώνας κι ένα μικρότερο νωχελικό καλοκαίρι. Το κοριτσάκι είπε τα πρώτα λογάκια του και σύντομα ακολούθησαν τα δεύτερα, έκανε τα πρώτα βηματάκια του, τα οποία ακολούθησαν πλήθος άλλα. Μεγάλωνε γρήγορα η κόρη και μεγάλωνε όμορφα, μα και λίγο φοβισμένα, καθώς βρισκόταν στη σκιά ενός πατέρα-αφέντη, που επέμενε επιδεικτικά να αγνοεί την ύπαρξή της. Κι εκείνη, λες από ένστικτο, λες από φόβο, έπαιρνε όλο και πιο συχνά να τον αποφεύγει. Όταν έρχονταν στο σπίτι για να φάει φρόντιζε να κρύβεται σε μια γωνιά και να κάθεται να παρατηρεί σιωπηλά τη ράχη του. Δεν έπαιζε, δε φώναζε, δεν έκανε ζαβολιές. Η χαρά της έπαιρνε αναβολή για την επόμενη μέρα, ή αν τύχαινε και ο πατέρας της έφευγε και πάλι απ’ το σπίτι -κάτι που έκανε συχνά πυκνά- τότε ανυπομονούσε για το βραδύ. Τότε που θα την έπαιρνε η μανούλα της αγκαλιά και θα την κουβαλούσε στο μεγάλο κρεβάτι. Τότε που θα της έλεγε ιστορίες και παραμυθάκια, χαϊδεύοντας της τα μαλλιά. Τότε που θα τη φιλούσε για καληνύχτα και μετά, έτσι κοιμισμένη, θα τη μετέφερε στο κρεβατάκι της και θα την έβαζε κάτω από τα σκεπάσματα απαλά, με στοργή, μην και την ξυπνήσει. Αγαπούσε πολύ αυτή την ιεροτελεστία, για κείνη ήταν το αποκορύφωμα της μέρας, η ζωντανή απόδειξη αυτού που θα μάθαινε κάποτε στο μέλλον ότι αποκαλούν αγάπη.

Ήταν λίγο πριν τα δεύτερα γενέθλια της μικρής όταν αποφάσισε η Αγγελική ότι έφτασε επιτέλους η ώρα να εγκαταλείψουν μια και καλή εκείνο το σπίτι του πόνου. Και από ένα σπάνιο, σαν ευλογία, γύρισμα της τύχης, δεν άργησε πολύ να της δοθεί η ευκαιρία να βάλει το σχέδιο της σε εφαρμογή. Ήταν ένα κρύο και βροχερό χειμωνιάτικο πρωινό, από εκείνα που σου πλακώνουν την ψυχή, όταν ο Αντρέας της ανακοίνωσε ότι θα πήγαινε στην κοντινή πόλη για δυο-τρεις μέρες για δουλειές – έτσι αποκαλούσαν τότε την κραιπάλη και τα μπουρδέλα οι καλοί νοικοκυραίοι. Ήταν ακριβώς αυτό που τόσο εύχονταν, αλλά σίγουρα τόσο νωρίς δεν περίμενε. Έτσι, το ίδιο βράδυ, κι αφού σιγουρεύτηκε πια για τα καλά ότι ο άντρας της δε θα επέστρεφε, ετοίμασε τα πράγματά τους -τα απόλυτα αναγκαία- στο πι και φι, και το αμέσως επόμενο πρωί κίνησε βαριά φορτωμένη για τον σχεδόν πάντα έρημο σταθμό των λεωφορείων. Η Ιωάννα, χαμογελώντας πλατιά, λες από ένα προαίσθημα χαρούμενη, την ακολουθούσε, κρατώντας τη φούστα της σφικτά, με βηματάκια γρήγορα και χοροπηδητά και όλο τη ρωτούσε:

«Πού πάμε μαμά;»

«Στη λευτεριά, αγάπη μου», της απαντούσε εκείνη. Στη λευτεριά!

Σαν έφτασαν επιτέλους ύστερα από αρκετή ώρα στο σταθμό, που μόλις άνοιγε τις πόρτες του, έκοψε εισιτήριο για το πρώτο λεωφορείο που ξεκινούσε με κατεύθυνση άλλη από τον προκαθορισμένο τους προορισμό, αφού ήθελε να θολώσει τα νερά, να κρύψει όσο πιο καλά μπορούσε τα ίχνη τους, σε περίπτωση που ο Αντρέας αποφάσιζε να τις ακολουθήσει – αν και πολύ χλωμό το έβλεπε. Εδώ δε νοιαζόταν γι’ αυτές όσο ήταν στο σπίτι του, σιγά να μην τον συγκινούσε η απουσία τους. Το πολύ να άφηνε να περάσει λίγο ο καιρός, να χόρταινε υπομονετικά τη συμπόνια του κόσμου, να χώριζε και μετά να έβρισκε κάποια άλλη γυναίκα ν’ αγοράσει και να κάνει δυστυχισμένη.

Για μιάμιση ημέρα ταξιδεύανε. Οι δρόμοι τότε είχαν το χάλι τους το μαύρο, πιότερο αλάνες θυμίζανε, οι ταξιδιώτες ήταν λιγοστοί και τα δρομολόγια αραιά, κι έτσι το ταξίδι τους εξελίχθηκε σε μια μικρή οδύσσεια. Όταν τελικά έφτασαν στην Αθήνα, όλα τα κόκαλά τους πονούσαν, ήταν τόσο εξαντλημένες που ένιωθαν λες και περπάτησαν όλη τη διαδρομή απ’ το χωριό.

Το πρώτο τους βράδυ το πέρασαν, παρέα με κάτι τεράστιες κατσαρίδες, σ’ ένα γκρίζο παλιό ξενοδοχείο κοντά στην Ομόνοια, το πιο φτηνό που κατάφεραν να εντοπίσουν, μετά από μια σύντομη βόλτα στο κέντρο της πόλης. Ωστόσο, δεν μπόρεσαν να κοιμηθούν ούτε στιγμή, αφού μαθημένες καθώς ήταν στην σχεδόν απόλυτη νυχτερινή ησυχία του τόπου τους, η φασαρία που έφτανε τώρα στ’ αυτιά τους απ’ το δρόμο ακούγονταν εκκωφαντική, τις σφυροκοπούσε ανελέητα. Η Αγγελική, καταπονημένη όπως ήταν απ’ τις κακουχίες των ατελείωτων ωρών που πέρασαν, όλο σκεφτότανε πως: Δεν είναι ζωή αυτή! Δεν είναι ζωή…

Δεν ήταν ζωή. Ή, ίσως και να ’ταν. Απλά δεν ήταν ζωή όμορφη, όχι εκείνες τις ώρες. Αλλά, σαν ξημέρωσε η επόμενη μέρα, η πρώτη, η ευλογημένη της ελευθερίας τους, σαν βγήκανε έξω στο παγωμένο πρωινό φως, ένιωσε ξάφνου να γεμίζει το μέσα της ένα άγνωστο, πρωτόγνωρο συναίσθημα χαράς, ανείπωτης ευτυχίας. Ένιωσε, με μια σιγουριά ακλόνητη, ότι εκείνη η μεγάλη πόλη θα γινόταν η πόλη της, πως σίγουρα θα την κατακτούσε. Ω, η καημενούλα, δεν ήτανε παρά ένα παιδί, ένα μεγάλο αθώο παιδί, που ήθελε να πιστεύει πώς όλα τα ήξερε και τα μπορούσε όλα – τόσο μεγάλη ήταν η άγνοιά της. Έπρεπε να κινηθεί γρήγορα, έπρεπε να κάνει πολλά: να βρει κάπου ένα σπίτι και να το κάνει δικό τους, να βρει μια δουλειά για να βγάζει τα προς το ζην, να δημιουργήσει και για τις δυο συνθήκες ασφαλείας και στα μέτρα του δυνατού μια ευτυχισμένη ζωή.

Σπίτι βρήκε σχετικά εύκολα. Ήταν ένα φτωχικό ημιυπόγειο, σε μια εξίσου φτωχική γειτονιά, που θα φιλοξενούσε για τους επόμενους μήνες τα όνειρα, τους φόβους και τις προσδοκίες τους. Το να φτιάξει, όμως, μια νέα ζωή για τις δυο τους, δε θα αποδεικνυόταν και τόσο εύκολη υπόθεση για την Αγγελική, καθώς τότε οι δουλειές ήταν λιγοστές και συνήθως πήγαιναν στους άντρες, και οι μισθοί πενιχροί, ενώ είχε και τη μικρή, που δεν μπορούσε, αλλά ούτε και ήθελε ν’ αφήσει στιγμή απ’ το πλευρό της, αφού δε γνώριζε απολύτως κανένα σ’ εκείνη τη μεγάλη μουντόχρωμη πόλη.

Πρώτα οι μέρες, κι ύστερα οι βδομάδες, πήραν να περνούν γρήγορα πολύ, σαν τίποτα, να στριφογυρίζουν σαν άμμος και να χάνονται στο φύσημα του ανέμου. Κάθε πρωί έβγαιναν οι δυο τους παρέα, με το χαμόγελο στα χείλη, σ’ αναζήτηση μιας κάποιας, οποιασδήποτε δουλειάς, κάθε βράδυ επέστρεφαν στο σπιτάκι τους νηστικές, κουρασμένες, απογοητευμένες. Δεν υπήρχε τίποτα, καμιά δουλειά που να κάνει στην Αγγελική -που λόγω της κόρης της οι επιλογές της ήταν περιορισμένες- και τα λεφτά όλο και λιγόστευαν, κι ο φόβος για την επόμενη μέρα όλο και θέριευε. Όπως φαίνεται δεν υπήρχε θεός για κείνες, τις μικρές, τις ασήμαντες. Όλα πια άρχισαν να μοιάζουν από χέρι χαμένα, τόσο που η φτωχή η γυναίκα, η από τις μοίρες κατατρεγμένη, έφτασε στο σημείο να σκέφτεται ότι το μόνο πράγμα που τους απέμενε να κάνουν, η μόνη εναλλακτική λύση, ήταν να επιστρέψουν στο καταραμένο το χωριό, κι εκεί να πέσει στα πόδια του Αντρέα, να γονατίσει και να του ζητήσει συγχώρεση, να τον παρακαλέσει με δάκρυα στα μάτια κι αληθινό πόνο ψυχής να τις δεχτεί πίσω, να επικαλεστεί τον οίκτο του – αν και πολύ αμφέβαλλε κατά πόσο θα μπορούσε να νιώσει αυτό έστω το συναίσθημα ο άντρας της.

Ευτυχώς ή δυστυχώς δε χρειάστηκε να το κάνει αυτό, αφού ένα μόλις βήμα πριν το χείλος του γκρεμού, λίγο προτού φτάσει στα όρια της απόλυτης απελπισίας, βρήκε τη δουλειά που τόσο λαχταρούσε. Ο κυρ-Μάνος, ο καλός τους ο μπακάλης, που ήταν απ’ τους πρώτους που τις υποδέχτηκε στη γειτονιά και ήξερε όλα τα προβλήματά τους, το πόσο δύσκολα περνούσαν, φρόντισε γι’ αυτό. Είχε ακούσει πως ένα πλούσιο ζευγάρι ζητούσε οικιακή βοηθό -δούλα, δηλαδή, όπως τότε θα την αποκαλούσαν- για το σπίτι του στα προάστια και χωρίς δεύτερη σκέψη πρότεινε εκείνη, το ορφανό, όπως τους την παρουσίασε.

Ξημέρωνε όμορφα μια μέρα του Απρίλη όταν η Αγγελική, ντυμένη με το καλύτερό της φουστάνι και συνοδεύοντας την καλά περιποιημένη κορούλα της, ξεκίνησε με το λεωφορείο για τον προορισμό της. Θα της έπαιρναν συνέντευξη. έτσι της είπαν, κι η φτωχή η κοπέλα αναρωτιόταν με ανησυχία τι ήταν αυτό. Αλλά, στο τέλος πήγαν όλα καλά, ανακουφιστικά καλά, και σ’ αυτό έπαιξε μεγάλο ρόλο η καπατσοσύνη της: ήξερε να μαγειρεύει όλα τα φαγητά και να κάνει όλες τις δουλειές και μπορούσε να προσέχει και το γιο των αφεντικών -τριών χρονών παιδί- ενώ, αν χρειαζόταν, δεν είχε καμία αντίρρηση να δουλεύει και τις Κυριακές. Είχε τόσο απεγνωσμένα ανάγκη εκείνη τη δουλειά, που ήταν προετοιμασμένη, ψυχικά και σωματικά, να κάνει κάθε θυσία για να την πάρει. Όπως και έγινε.

Ω, πετούσε απ’ τη χαρά της στο δρόμο της επιστροφής για το σπιτάκι τους, πετούσε στ’ αλήθεια. Το πρόσωπό της έλαμπε σαν ήλιος, που σιγά-σιγά έμοιαζε να ανατέλλει και, επιτέλους, σκεφτότανε, επιτέλους, η τύχη μας χαμογέλασε. Επιτέλους, όλα θα πάρουν το δρόμο τους! Όλα…

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται. 
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.