Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 3



Μετά τη γέννηση του παιδιού η Αγγελική είπε, με κάποια δυσκολία είν’ η αλήθεια, να κάνει μια προσπάθεια να προσεγγίσει με τρυφερότητα τον Αντρέα, μήπως και του μαλακώσει την καρδιά, αλλά μάταια. Της κρατούσε φανερά μούτρα, αφού τον ατίμασε, επειδή υπέπεσε στο φοβερό και ασυγχώρητο αμάρτημα να του γεννήσει κόρη. Αλλά, όπως πολύ καλά πια το ήξερε, δεν ήταν ετούτος μοναχά ο λόγος που δεν της ήταν μπορετό να τον πλησιάσει. Ο κύριος λόγος, η βασική αιτία, ήταν ότι εκείνος, ο τόσο πλούσιος σε χρήμα, αλλά τόσο φτωχός σε ουσία άνθρωπος, δεν μπορούσε, αλλά ούτε και ήθελε μάλλον, να επιτρέψει στον εαυτούλη του να νιώσει κάποιου είδους θετικά συναισθήματα: ούτε χαρά, ούτε πάθος, ούτε αγάπη, ούτε τρυφερότητα, ούτε συμπόνια. Την οργή μονάχα καλά κατείχε και καλλιεργούσε αυτός. Την οργή και την εκδήλωσή της, τη βία. Μ’ εκείνη μεγάλωσε, μ’ εκείνη ανδρώθηκε, αυτή ξανά και ξανά εξασκούσε. Έτσι, σαν πέρασαν λίγες βδομάδες απ’ τη γέννηση της Ιωάννας, απ’ την εισβολή στο σπίτι του αυτού του ανεπιθύμητου μουσαφίρη, άρχισε και πάλι να τη βιάζει. Να τη βιάζει καθημερινά, να φωνάζει, να ουρλιάζει άγρια σαν λύκος στο σκοτάδι μιας νύχτας παγωμένης, ν’ αγκομαχά πάνω απ’ το ρημαγμένο της γυναίκας κορμί νιώθοντας σίγουρος ότι: «Τώρα θα σου κάνω γιο… Τώρα θα σου κάνω γιο, παλιοκαριόλα».

Ναι, έτσι τη φώναζε, παλιοκαριόλα. Εκείνη, που προτού τον γνωρίσει δεν ήταν παρά ένα αθώο παιδί, που παρά τις δυσκολίες εξακολουθούσε να βλέπει τον κόσμο πολύχρωμο, ένα αθώο παιδί, του οποίου εκείνος το νιο κορμί, με το έτσι θέλω κούρσεψε. Εκείνη, που μέχρι τη στιγμή που μπήκε εκείνος στη ζωή της, δε θα μπορούσε να πιστέψει, ούτε και για μια στιγμή, ότι κάποια μέρα θα είχε τη δύναμη να μισήσει – κάτι που στ’ αλήθεια δεν έκανε ποτέ. Εκείνη, που για ένα καπρίτσιο της μάνας της έγινε σκλάβα και γυναίκα του, μια παραπεταμένη της ζωής.

Κόλαση ήταν ο χρόνος που ξόδευε μαζί του, ο ευτυχώς όλο και πιο λίγος, παράδεισος οι ατέλειωτες μα σύντομες, σαν ανάσα και σαν φιλί, ώρες που περνούσε μοναχή με την κορούλα, την τοσοδούλα σωτήρα της. Γι’ αυτό όλο σκεφτότανε, με μικρά χαμόγελα και κρυφές ελπίδες συχνά-πυκνά έτρεφε τον πόνο της, ότι κάποια μέρα θα το παρατούσε στα κρύα του λουτρού το κάθαρμα και θα έφευγε. Ναι, θα τον παρατούσε, αλλά για να πάει πού; Ποιες ήταν οι επιλογές της; Είχε στ’ αλήθεια επιλογές; Μάλλον όχι. Τίποτα δεν είχε! Η μάνα της, δεν υπήρχε πιθανότητα να τη δεχτεί ξανά στο σπίτι της -πού ν’ αντέξει η κυρά-Λένη το σκάνδαλο;- κι όσο για τις φίλες της -χα, οι φίλες της, λέει- αυτές την είχαν από καιρό ξεγραμμένη, όπως κι η ίδια εκείνες άλλωστε. Βρισκόταν, λοιπόν, σ’ ένα οδυνηρό αδιέξοδο, φυλακισμένη σ’ ένα μπουντρούμι φτιαγμένο από τα θέλω των άλλων, καθώς η ζωή της κυλούσε σαν ρυάκι και σαν άγριος ποταμός, ανάμεσα σε δυο εντελώς αντίθετες όχθες: του πόνου του σήμερα και της προσμονής ενός καλύτερου αύριο, που ίσως δεν θα ερχόταν ποτέ.

Ωστόσο, λίγο προτού φτάσει στο αμήν, καθώς παρέπαιε στα όρια της απελπισίας, εκεί που σιγά-σιγά πήρε να παραιτείται απ’ τα αδιέξοδα και όλο και πιο θολά όνειρά της, ήρθε, σαν σε αρχαία τραγωδία, ένας από μηχανής θεός να την πάρει γλυκά, μα πικρά πολύ και πονεμένα απ’ το χέρι και να τη βγάλει έξω, στο φως που πάντοτε παραφυλούσε. Σ’ ένα φως, όμως, που για κείνη, ουσιαστικά, θ’ αργούσε ακόμη πολύ να ξημερώσει.

Θα ήταν γύρω στο μεσημέρι -ένα μεσημέρι χειμωνιάτικο, μουντό και γκρίζο, και κρύο πολύ- όταν άκουσε κάποιον να χτυπά αδύναμα, φανερά δισταχτικά, την πόρτα του αφιλόξενου σπιτιού τους. Ξαφνιάστηκε στ’ αλήθεια, αφού από τη μέρα που μετακόμισε εκεί δε δέχτηκαν ποτέ τους καμιά επίσκεψη. Ο Αντρέας δεν ήθελε άλλον κανένα να τριγυρνά στο σπίτι τους, κι ας πήγαινε εκείνος στα σπίτια των άλλων και καθότανε με τις ώρες. Άνοιξε προσεκτικά, επιφυλακτικά την πόρτα, για ν’ αντικρίσει με μεγάλη έκπληξή της μια γνωστή γριά φαφούτισσα, της μάνας της γειτόνισσα, να την κοιτά κι αυτήν με απορία.

«Πώς κι από δω, κυρά-Τότα;» τη ρώτησε κοφτά, σχεδόν άξεστα, ανήμπορη να κρύψει τις απορίες και την ταραχή της.

«Η μάνα σου είν’ άρρωστη πολλά, μικρή!» απάντησε εκείνη χωρίς περιστροφές.

Κακό ψόφο να ’χει! Το σκέφτηκε αυτό. Το σκέφτηκε με μια δόση χαιρεκακίας και μια απόπειρα μίσους, μα δεν το είπε. Μόνο:

«Άρρωστη;» ρώτησε, λες και δεν άκουσε καλά. Μα αφού αυτή ήταν πάντα καλά! Ποτέ δεν κρεβατώθηκε. Αλλά… Αλλά, τώρα που το σκέφτεται, πού και πού την άκουγε να παραπονιέται για πόνους στο στήθος. Μόνο πόνους, τίποτ’ άλλο.

«Πολλά άρρωστη, κόρη μου. Η καρδιά της είναι αδύναμη πολύ και έχει και κακό αίμα, λέει ο γιατρός», επιβεβαίωσε μ’ ένα μακάβριο ύφος και λόγια μαχαίρια η γριά, για να προσθέσει: «ψυχομαχεί. Ίσως να μη βγάλει τη νύχτα».

Ταράχτηκε η Αγγελική. Ταράχτηκε, κι ας φόρεσε σφίγγοντας τα δόντια το σκληρό της προσωπείο, κι ας προσπάθησε να πνίξει τη συγκίνηση που την έπνιγε μέσα στο βόθρο με τις σκληρές αναμνήσεις.

«Και;» Μόνο αυτό αρκέστηκε να ρωτήσει. Και;

«Την τρώει τη δόλια το μαράζι. Την τρώει το μαράζι για τη μαύρη σου την τύχη, για τη δυστυχία που σου κληρονόμησε. Μετάνιωσε η Λένη, κόρη μου, μετάνιωσε πικρά γι’ αυτό που σου έκανε. Θέλει να τη συγχωρέσεις. Αυτή είν’ η στερνή της…»

«Να τη συγχωρέσω;» τη διέκοψε οργισμένη εκείνη. «Να τη συγχωρέσω, μού λες; Να τη συγχωρέσω πού μου έκλεψε τη ζωή; Πού μ’ έριξε μες στην κόλαση; Πού σκότωσε τα όνειρά μου; Να τη συγχωρέσω; Ποτέ! Αυτό να πας να της πεις κυρά-Τότα. Ποτέ. Ποτέ δεν θα τη συγχωρέσω. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτά που μου έκανε. Ποτέ δεν θα της συγχωρέσω το γεγονός ότι δε μ’ αγάπησε, όπως κάθε μάνα οφείλει να αγαπά την κόρη της. Εξάλλου, κι αυτό σε παρακαλώ πολύ να της το πεις, οι νεκροί δε συγχωράνε…»

«Σε καταλαβαίνω, καλή μου κόρη, σε καταλαβαίνω. Αλλά, που να ’χεις την ευχή μου, δείξε λίγο σεβασμό. Στο κάτω-κάτω της γραφής μάνα σου είναι. Και, άκου με και μένα που σου λέω πως ό,τι και να σκέφτεσαι η Λένη ποτέ δε θέλησε το κακό σου. Για όλα η φτώχεια φταίει, τα όσα έπαθε. Αν δεν την παρατούσε ο προκομμένος ο κύρης σου όλα θα ήταν αλλιώς».

«Μα, ούτε και το καλό μου ήθελε. Αλλιώς δε θα έκανε όλ’ αυτά που έκανε. Δε θα με έκανε σκλάβα ενός άντρα που δεν αγαπούσα. Δε θα με ανάγκαζε να ζήσω έτσι. Ίσως και να νιώθει κι όμορφα γι’ αυτό η γριά-λάμια, για το μαράζι μου, που μ’ έκανε και μένα τόσο να υποφέρω!»

«Μη λες κουταμάρες, Αγγελική. Μπορεί να έκανε μεγάλα λάθη η μάνα σου, αλλά πάντα σε αγαπούσε και περηφανευόταν για σένα. Έπρεπε να άκουγες πως μας μιλούσε για σένα και τα κατορθώματά σου στο σχολείο. Μπορεί να υπήρξε κακή μάνα, αλλά κακή γυναίκα δεν είναι. Σε αγαπά, σου λέω».

«Με αγαπά; Σιγά να μη με αγαπά! Αν μ’ αγαπούσε δεν…».

«Α, μα βγάλε το σκασμό επιτέλους. Όλο τα ίδια και τα ίδια θα λέμε;» αναρωτήθηκε φανερά εκνευρισμένη η αγγελιαφόρος. «Σκάσε. Μη βγάλεις τσιμουδιά απ’ τα χείλη σου και άκουσέ με: Σ’ αγαπά! Σ’ αγαπά και πεθαίνει. Και φρόντισε κακομοίρα μου να πας να την επισκεφθείς προτού να είναι αργά, για να μη μετανιώνεις για μια ολόκληρη ζωή μετά».

«Μ’ αγαπά!» ψιθύρισε στον εαυτό της κι έμεινε για λίγο σιωπηλή, κάνοντας μακροβούτι στον κυκεώνα των σκέψεων της. Τα είχε πια ολότελα χαμένα. Δεν ήξερε τι να πει και πώς να αντιδράσει, αλλά: Μ’ αγαπά και πεθαίνει! Πρέπει να πάω να τη δω, σκεφτότανε, πρέπει, κι ας μου έκανε μαύρη τη ζωή, κι ας με πότισε χρόνια θλίψη.

Η γριά στεκότανε μπροστά της σιωπηλή, ακούνητη, αποφασισμένη, περιμένοντας ν’ ακούσει την απάντηση που ήξερε ότι θα ερχόταν. Έβλεπε τη μάχη που έδινε μέσα της η Αγγελική, τις γροθιές που έριχνε με τους δαίμονες της δυστυχίας της, παρατηρούσε τις συνεχείς αλλαγές στο χλωμό πρόσωπό της, τη δικαιολογημένη αναποφασιστικότητα που την τυραννούσε, και διάβασε τελικά την αναμενόμενη παραίτηση στα χαρακτηριστικά της.

«Πότε μπορείς;» τη ρώτησε, προτού καν η κοπέλα της ανακοινώσει την απόφαση της.

«Ο Αντρέας…» Τον φοβότανε. Ήτανε η υποτακτική του. Δε θα τολμούσε ποτέ να ξεμυτίσει, έστω και λίγο, απ’ το σπίτι χωρίς την άδειά του.

«Πες του το μόλις στραφεί απ’ τη δουλειά και έλα αμέσως».

«Αυτό θα κάνω. Σ’ ευχαριστώ κυρά-Τότα».

Εκείνη δεν της απάντησε. Της χαμογέλασε μόνο λίγο πικρά, φανερώνοντας τα κενά ανάμεσα στα μαυρισμένα δόντια της και πήρε κούτσα-κούτσα το δρόμο για το σπίτι της Λένης. Η Αγγελική, έτσι καθώς την έβλεπε ν’ απομακρύνεται, όλο και πιο πολύ ένιωθε μια οδυνηρή μοναξιά να της πλημμυρίζει το είναι, ένα αίσθημα απώλειας να κάνει κατάληψη στις αισθήσεις της.

Ο Αντρέας άργησε πολύ να επιστρέψει απ’ τη δουλειά εκείνη τη μέρα και μέχρι τότε η γυναίκα καθόταν σ’ αναμμένα κάρβουνα. Μόλις τον είδε να μπαίνει απ’ την πόρτα βιάστηκε να του πει τα καθέκαστα και έσπευσε να φύγει, αλλά εκείνος δεν την άφησε. Κάθισε στο τραπέζι για να φάει, σκεφτικός και περισσότερο βλοσυρός απ’ ό,τι συνήθως, και διέταξε κι εκείνη να καθίσει δίπλα του. Αυτή, που ποτέ δεν τόλμησε να παρακούσει κάποια εντολή του, απλά το έκανε. Κάθισε. Και τον κοιτούσε. Κοιτούσε τα μαύρα μάτια του, που έσταζαν λες χολή στο φαγητό και πουθενά αλλού δε γυρνούσαν. Παρατηρούσε τα χέρια του, που έτρεμαν, μάλλον από μια οργή, που αυτή τη φορά δε θα του δινόταν η ευκαιρία να εκφράσει. Μελετούσε το πρόσωπό του, το οποίο πού και πού έπαιρνε να κοκκινίζει επικίνδυνα κι ύστερα να παίρνει και πάλι το γνωστό χλωμό του χρώμα. Η φωτιά του μίσους πήρε μέσα της να σιγοβράζει και μετά να τρεμοσβήνει, όπως πάντα. Δε φταίει αυτός, που δεν έχει ψυχή, σκεφτόταν. αλλά… Αλλά, γιατί να πρέπει να πληρώσω εγώ το τίμημα. Ήθελε να τον αρπάξει απ’ τα ίσια, τα μαύρα και κατάξερα κορακίσια του μαλλιά και ν’ αρχίσει να του χτυπάει το κεφάλι στο τραπέζι. Μήπως και συνέλθει. Μήπως και για μια φορά καταλάβει ότι κάποια πράγματα, όπως το θάνατο, δεν μπορεί, όσο κι αν θα το ήθελε αυτό κανείς να τα ορίζει. Αυτό ήθελε να κάνει, μα φυσικά δεν το αποτόλμησε. Έκανε μόνο να μιλήσει, να τον παρακαλέσει, αλλά την πρόλαβε εκείνος.

«Άντε κίνα για τη μάνα σου, αλλά σε μια ώρα σε θέλω πίσω», της είπε με κάποια δυσκολία. «Πάρε κι αυτό μαζί σου», πρόσθεσε, δείχνοντας με μια κίνηση του κεφαλιού την Ιωάννα, που καθόταν σε μια κουβέρτα στο πάτωμα κι έπαιζε με μια παλιά, ξεχαρβαλωμένη πάνινη κούκλα. Η Αγγελική έσπευσε να υπακούσει. Σήκωσε τη μικρή απ’ το πάτωμα, την έχωσε στην αγκαλιά της, και σχεδόν τρέχοντας πήρε το δρόμο για το σπίτι της μάνας της. Αλλά, η καθυστέρηση αποδείχτηκε μοιραία. Μέχρι να φτάσει εκεί εκείνη είχε πεθάνει. Ήταν μόλις σαράντα χρόνων.



«Και τώρα… Και τώρα τι κάνω;» σκέφτονταν. «Τι θ’ απογίνω;» Πήρε να κλαίει. Να κλαίει με λυγμούς για μια μάνα που μέχρι πριν λίγο έλεγε ότι μισούσε, για εκείνη που της χάρισε τη δυστυχία. «Γιατί; Γιατί έφυγες; Γιατί τόσο νωρίς; Με άφησες μόνη. Πώς θα τα βγάλω πέρα; Αλλά, εσύ… Γιατί δεν μου είπες; Γιατί δε μου μίλησες για την αρρώστια σου; Δεν ήξερα. Ιδέα δεν είχα! Και να που… Συγχώρεσέ με. Για τα άσχημα πράγματα που είπα για σένα. Για τους κακούς μου τρόπους. Δεν ήθελα να σε πληγώσω. Αλλά και πάλι… Πλήγωσες κι εσύ εμένα. Ω, νιώθω να τα χάνω, τρελαίνομαι. Όχι από τον πόνο, από την απουσία σου. Όσο κι αν… Αλλά… Τι να κάνω; Τι; Σε κοιτώ και μου λείπεις. Σ’ αγγίζω και δε σε νιώθω. Έφυγες. Από καιρό. Από τότε που μας παράτησε ο πατέρας. Πόσο δυστυχισμένη ήσουνα! Κι εγώ δεν το έβλεπα. Σκεφτόμουνα τα δικά μου. Μα είχα και τα δίκια μου, έτσι δεν είναι; Δεν ήθελα… Δεν ήθελα να σε πληγώσω, στο λέω ξανά, δεν ήθελα. Απλά ήμουν εγώ, η ξεροκέφαλη, όπως πάντα με αποκαλούσες. Θυμάμαι… Θυμάμαι όταν με κοιτούσες μ’ εκείνο το ραγισμένο σου βλέμμα και με πνίγουν οι ενοχές. Δεν ήμουνα καλή μαζί σου, όμως κι οι δυο φταίξαμε. Πες μου ότι φταίξαμε κι οι δυο. Πες το μου μάνα! Πες το μου να ξαλαφρώσω… Παράξενο. Δε σου μίλησα ποτέ όσο ήσουνα ζωντανή και να που σου μιλώ τώρα που έφυγες. Ίσως επειδή δεν μπορείς να μ’ ακούσεις. Ή μπορείς; Θέλω τόσα πολλά να σου πω. Μα πώς; Με τι λόγια; Θέλω να φύγω μάνα. Δεν αντέχω άλλο. Θέλω να παρατήσω τον προκομμένο μου και να φύγω. Πόνος είμαι, μαμά, όπως ήσουνα κι εσύ. Τώρα σε καταλαβαίνω. Δε σε συγχωρώ , μα σε καταλαβαίνω. Δεν ήθελες να ζήσω όπως εσύ. Και ήξερες ότι ποτέ δε θα πραγματοποιούσα τα όνειρά μου. Οι φτωχοί δεν έχουν την πολυτέλεια να ονειρεύονται, μού είπες κάποτε. Αλλά… Θέλω να προσπαθήσω. Όχι για μένα, για την κόρη μου, για την εγγονή σου. Μα γιατί συνεχίζω να λέω ψέματα; Γιατί δε λέω την αλήθεια; Θέλω να το κάνω και για μένα. Θέλω να μου αποδείξω κάτι… Χαμογελάς, ή μου φαίνεται; Ναι, σα να χαμογελάς. Πρώτη φορά σε βλέπω έτσι. Τόσο γαλήνια! Μανούλα… Φοβάμαι, μανούλα. Δεν ξέρω τι θα μου φέρει το αύριο. Σήμερα σ’ έχασα, έτσι απλά σ’ έχασα, αύριο τι θα μου συμβεί; Δε θέλω να σε θάψω. Δε θέλω να σε χώσω σε δυο μέτρα γη. Θέλω να συνεχίσω να κοιτάω το χλωμό το πρόσωπό σου. Θέλω… Κάτι άλλο θέλω. Ο μπαμπάς πού να ’ναι άραγε; Ποτέ δε μου είπες γιατί έφυγε; Να τον αναζητήσω; Αλλά όχι. Γιατί να το κάνω αυτό; Δε νοιάστηκε για μένα όταν ήμουνα μικρή, λες να νοιαστεί τώρα; Ωστόσο… Δεν έχω που να στραφώ. Ο άντρας μου δε με καταλαβαίνει. Μα πώς να με καταλάβει; Αφού αρνιέται ακόμη και να με ακούσει. Σα φάντασμα είμαι, δίχως φωνή. Ακούς μάνα, σα φάντασμα… Λέω… Σκέφτομαι να… Τίποτα! Απολύτως τίποτα δεν σκέφτομαι. Το μυαλό μου άδειασε. Η ψυχή μου άδειασε. Ακόμη κι αυτός ο πόνος μου μού φαντάζει ψεύτικος, απόηχος από μια καρδιά νεκρή. Τίποτα δεν μπορεί να με πληγώσει πια, δε θα αιμορραγήσω ποτέ ξανά. Όλα τέλειωσαν, μαμά. Η ζωή μου τέλειωσε, η τωρινή. Θα μου επιτρέψεις να προσπαθήσω να φτιάξω κάτι καλύτερο για το αύριο; Σε ρωτώ. Σ’ εκλιπαρώ. Στείλε μου ένα σημάδι… Αν ήξερες; Αν ήξερες πόσο υποφέρω; Δεν μπορεί, κάτι θα έμαθες -μα ναι, έμαθες, μου το ’πε η κυρά-Τότα- αλλά όχι όλη την αλήθεια. Νιώθω γριά, μάνα, δεν πρόλαβα να μεγαλώσω και νιώθω γριά. Γέρασα προτού να ζήσω… Η Ιωάννα, αυτή με διατηρεί στη ζωή, αυτή είναι η ζωή μου όλη… Δεν τη γνώρισες ποτέ. Μόνο στα βαφτίσια την είδες. Και τι κατάλαβες; Τι κατάλαβες που την απέκλεισες απ’ τη ζωή σου; Γιατί θέλησες να τιμωρήσεις κι εκείνη για τη δική μου ανυπακοή; Αλλά… Τι κάνω η τρελή; Τι κάνω; Γιατί κάθομαι και τα βάζω με μία νεκρή; Πρέπει να φύγω. Πρέπει να πάω στο σπίτι προτού πάρει ανάποδες ο άλλος; Να πάω, να του πω τι έγινε και να επιστρέψω. Έχω πολλά ακόμη να σου πω μάνα. Μ’ ακούς; Πες μου ότι μ’ ακούς…»



Την επομένη, στην κηδεία, τα είχε τελείως χαμένα. Ήταν απόλυτα κλεισμένη στον εαυτό της, κρυμμένη, προφυλαγμένη πίσω από ένα μαύρο καβούκι φτιαγμένο προσεκτικά, μαεστρικά, με πολλά στρώματα αγωνίας και πόνου. Δεν έβλεπε κανένα, δεν άκουγε τίποτα, δεν ένιωθε καμιά άλλη παρουσία πέρα απ’ αυτή της κορούλας της στο χώρο. Στα μάτια των άλλων έμοιαζε έτσι όπως ακριβώς ήταν: μια ύπαρξη ολότελα τσακισμένη, τελειωμένη. Ακόμη και τώρα, τόσα χρόνια μετά, τόση δυστυχία και τόσες μικρές και μεγάλες χαρές μετά, καθώς προσπαθεί να ζωγραφίσει στο κουρασμένο της μυαλό εκείνες τις εικόνες, εκείνες τις μοναδικές, με το δικό τους ιδιαίτερα οδυνηρό τρόπο στιγμές, δεν τα καταφέρνει. Το μόνο που μπορεί να δει, κλείνοντας ερμητικά τα μάτια, είναι τον εαυτό της, μια κακοσχηματισμένη καρικατούρα, μια γυναίκα δημιουργημένη από τα πινέλα ενός ατάλαντου ζωγράφου. Μια καρικατούρα που στέκεται στα μαύρα ντυμένη και κρατάει στα χέρια της την Ιωάννα, το γλυκό της κοριτσάκι, τον πιο πολύτιμο του κόσμου θησαυρό. Που το κρατά απαλά και προσπαθεί με ψίθυρους και κινήσεις αργές να το νανουρίσει, να του κλείσει τρυφερά τα μάτια στη λύπη αυτού του κόσμου, τραγουδώντας του έναν άηχο, ασυνάρτητο σκοπό.

Μετά το τέλος της τελετής, στη διάρκεια της οποίας εκείνη ήταν παρούσα-απούσα, πήγαν όλοι -όλο φαινομενικά στο χωριό, μ’ εξαίρεση εκείνους που δούλευαν μακριά και τον καλό της τον αντρούλη- στο φτωχικό της μάνας της, στην κιβωτό κάποιων μικρών γλυκών και άλλων πικρών μεγάλων προσωπικών αναμνήσεων, για τον καφέ της παρηγοριάς, που κάποιες γειτόνισσες ανέλαβαν να ψήσουν. Εκεί ήταν που την πλησίασε για μια ακόμη φορά η χθεσινή γριά, η κυρά-Τότα, θέλοντας να της μιλήσει.

«Έλα που σε θέλω λίγο, κόρη μου», της ψιθύρισε επιτακτικά κι άρχισε, κοιτώντας εδώ κι εκεί, ν’ απομακρύνεται καλώντας την να την ακολουθήσει προς τα έξω. Κι εκείνη το έκανε. Σιγανοπερπατώντας. Σταματώντας πού και πού για ν’ ανταλλάξει καμιά κουβέντα με κάποιες γυναίκες που της έκοβαν το δρόμο, σε μια μάταιη έτσι κι αλλιώς προσπάθεια να την παρηγορήσουν. Μ’ αυτά κι αυτά βγήκε έξω, στην πίσω μικρή αυλή, όπου έκοβαν βόλτες δυο-τρεις κότες και μια κατσίκα, που μάλλον δε θ’ αργούσαν να καταλήξουν στο τσουκάλι, τώρα που τα τίναξε η κυρά τους.

«Τι τρέχει;» τη ρώτησε μεμιάς, με μια ξαφνική ανυπομονησία. Λες κι απ’ την απάντηση της γριάς, όποια κι αν ήταν αυτή, κρέμονταν η ζωή της όλη.

Κι έτσι ακριβώς ήταν, αφού την αμέσως επόμενη στιγμή την είδε να ψάχνει μες στις τσέπες του παλιού, φθαρμένου στο πέρασμα του χρόνου, παλτού της και σε λίγο να βγάζει από μια εσωτερική ένα κάπως φουσκωμένο και σαρακοφαγωμένο μαντήλι, το οποίο και της έδωσε.

«Από τη μάνα σου», της είπε, χωρίς να μπει στον κόπο να εξηγήσει τίποτα περισσότερο. Έτσι κι αλλιώς το μυστήριο θα λύνονταν ένα κόμπο μετά.

Το άνοιξε δίχως να μαντεύει το περιεχόμενό του, κι έμεινε άφωνη, να μην πιστεύει τα μάτια της, σχεδόν μαρμαρωμένη. Μέσα εκεί υπήρχαν λεφτά. Πολλά λεφτά! Περισσότερα απ’ όσα είδε ποτέ στη σύντομη και άχαρη ζωή της. Παρέμεινε ακίνητη, με το στόμα ανοικτό, με μια έκφραση δυσπιστίας να της χαράζει το πρόσωπο, προτού στρέψει το ερωτηματικό της βλέμμα προς τη γυναίκα, που έσπευσε να εξηγήσει:

«Της τα έδωσε ο Αντρέας, όταν συμφώνησαν για το γάμο».

Της τα έδωσε ο Αντρέας; Με πούλησε! Η μάνα μου με πούλησε. Αυτά σκέφτηκε κι αμέσως το πρόσωπό της πήρε πιότερο να συννεφιάζει, η οργή να φουντώνει και πάλι μέσα της και σιωπηλά να ουρλιάζει.

«Μην πεις αυτό που σκέφτεσαι, κόρη μου, μην το πεις. Δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι σωστό, κι ας σε πληγώνει. Είν’ αμαρτία. Δε σε πούλησε η μάνα σου. Στα προξενιά πάντα αυτό γίνεται εδώ, κι εσύ πολύ καλά το ξέρεις. Μη ρίχνεις κι άλλο φταίξιμο στη μακαρίτισσα, άσ’ την τώρα που ’ν’ νεκρή να ησυχάσει. Έκανε ό,τι έκανε και πλήρωσε ακριβά γι’ αυτό όσο ζούσε. Ως τη στερνή της ανάσα το μετάνιωνε. Κοίτα τώρα μόνο εσύ να σωθείς και να σώσεις και το παιδάκι σου από μια μαύρη μοίρα. Αυτό ακριβώς μου είπε να σου πω προτού ξεψυχήσει: “Κοίτα να σωθείς, αυτό να της πεις. Πες της να πάρει το παιδάκι της, την εγγονούλα μου, και να φύγει. Ας πάει όπου την πάρει ο δρόμος, όπου τη φωτίσει ο θεός, που να ’χει την ευχή μου. Ας κάνει ό,τι θέλει, φτάνει να μη μείνει εδώ μ’ ετούτον τον καταραμένο, τον Αντρέα… Μην την κρίνεις και μην την κατακρίνεις, λοιπόν, άλλο καρδιά μου, κατάλαβέ τη, δώσ’ της τη συγχώρεσή σου…»

Ω, ήθελε να ουρλιάξει σαν σκυλί και ν’ αρχίσει να χτυπιέται. Ήθελε κάπως να εκτονωθεί. Με κάποιο τρόπο να σωθεί απ’ την κατάπληξη και να λυτρωθεί από τη σύγχυσή της. Όλα στο μυαλό της ένα κουβάρι. Παράλογα της φάνταζαν όλα. Σα μια φάρσα που δεν έλεγε να πάρει τέλος.

Ωστόσο, δεν ούρλιαξε. Απλά σκούπισε με βιάση, αλλά απαλά, τα δάκρυα που άρχισαν, κάλλιο αργά παρά ποτέ, να χαρακώνουν πυρακτωμένα τα μάγουλά της, έκρυψε τα άτιμα τα λεφτά -ανεκτίμητο θησαυρό- μέσα στα ρουχαλάκια του μωρού, ευχαρίστησε μ’ ένα σχεδόν άηχο ψίθυρο και μια ζεστή μα φευγαλέα αγκαλιά τη γριά, και μπήκε στο σπίτι, για να παίξει κι εκείνη το ρόλο που της αναλογούσε στη μετά της κηδείας κωμωδία. Και σιγά-σιγά, καθώς η ώρα περνούσε, καθώς η οργή, ο πόνος κι η πάντα αισθητή μα αόρατη θλίψη πήραν να καταλαγιάζουν, καθώς άρχισε να σκέφτεται και να μελετά τις προοπτικές που ανοίγονταν για κείνη, για κείνες -με τα λεφτά, που έπεσαν λες απ’ τον ουρανό στα χέρια της- πήρε να γαληνεύει. Πήρε να γαληνεύει και να σκέφτεται ότι: Από δω και μπρος όλα θα πάνε καλά. Θα φύγουμε μακριά, όσο πιο μακριά γίνεται, και θ’ αρχίσουμε μια καινούρια ζωή οι δυο μας, μια ζωή χαρούμενη. Μονάχα εγώ κι εσύ, Ιωάννα μου, μονάχα εγώ κι εσύ. Μαζί και μόνες!

Ναι, μια υπέροχη, πολύχρωμη ζωή τις περίμενε – ήταν απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό. Μέσα στην αβυσσαλέα επαρχιώτικη άγνοιά της, μες στην αδικαιολόγητη, τη σχεδόν εξωπραγματική της αθωότητα, ονειρευόταν ένα κόσμο όμορφο, που θα της προσφέρονταν ζεστός στο πιάτο. Αλλά η ζωή…

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.
Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.