Πλήθωνος 3 - Ανδρομάχη Ρούσσινου



  Συχνά γράφω για τη δεκαετία του 60, αλλά γεννήθηκα το 57 όποτε τότε ήταν τα παιδικά μου χρόνια. Είχαμε μετακομίσει σε ένα  ανηφορικό παράδρομο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στην οδό Πλήθωνος 3, παράλληλο της Ζωοδόχου Πηγής.

  Ήμουν περίπου 5 ετών αλλά θυμάμαι έντονα αρκετές στιγμές. Ήταν ένα νεοκλασικό σπίτι με δυο πατώματα. Μια ξύλινη πόρτα με βαρύ σιδερένιο χεράκι κοσμούσε την  είσοδο και οδηγούσε  στη μεγάλη αυλή. Κάτω, είχε 2 κουζίνες, 2 μπάνια και τέσσερα μεγάλα δωμάτια. Στα δυο μέναμε εγώ με τους γονείς μου και την αδερφή της μητέρας μου και τον άντρα της, νιόπαντροι  τότε. Στο υπόλοιπο σπίτι έμενε η κυρία Ελπίδα με τον κύριο Νίκο και τα τρία τους παιδιά, το  Γιάννη, το Δημήτρη και την Αρσενία που τη φώναζα Νία.

  Ζούσαμε φτωχικά αλλά πολύ αγαπημένα. Η θεία Ελπίδα όπως την αποκαλούσα,  ήταν μέντιουμ και ερχόταν αρκετός κόσμος κάθε μέρα, άτομα από όλες τις κοινωνικές τάξεις για να μάθουν το μέλλον τους. Τα παιδιά καθόμασταν έξω στην αυλή, σε μια μεγάλη μαρμάρινη σκάλα και παίζαμε με ότι παιχνίδια είχαμε αυτοσχέδια η μη.

  Εγώ τα πρωινά πήγαινα σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο. Όλοι δούλευαν στην οικογένεια.  Η μαμά  σε σπίτια, ο μπαμπάς κοιμόταν γιατί δούλευε τα βράδια γκαρσόνι στο Μουσείο, ο θείος σε οικοδομές και η θεία πρόσεχε παιδάκια. Ερχόταν το κίτρινο λεοφωριάκι και με έπαιρνε.  Ήμουν πάντα έτοιμη με την τσαντούλα μου και το φαγητό μου σε ένα τσίγκινο δοχείο. Όχι πως έτρωγα, μίζερο ήμουν. Συνήθως το πηγαινοέφερνα.

  Μετά από ένα χρόνο ανεβήκαμε στον επάνω όροφο που είχε έναν τεράστιο διάδρομο με τζαμαρία και κατά μήκος 4 δωμάτια με μια κοινή κουζίνα και μπάνιο. Το μοιραστήκαμε εμείς με τους θείους.  Η σκάλα… Αχ αυτή η σκάλα με τα αγιοκλήματα και τα γιασεμιά! Μοσχοβολούσε ο τόπος κι εγώ ρουφούσα από το αγιόκλημα το νέκταρ σαν μελίσσι. Ακόμα η φωνή της μανούλας όταν τραγουδούσε (είχε ωραία φωνή) χαϊδεύει τα αυτιά μου. Αγράμματη γυναίκα  αλλά κατά έναν περίεργο λόγο τραγουδούσε  Θεοδωράκη , Χατζιδάκι, Μαρούδα. «Μένω σε κάποια γειτονιά φτωχική γειτονιά…». «Φτωχολογιά για σένα κάθε μου τραγούδι… Ψηλά κυπαρισσόπουλα χαρά στα κοριτσόπουλα…». Κι εγώ σιγομουρμούριζα… «κακαρισόπουλα».

  Στον επάνω όροφο που ανεβήκαμε είχε δυο μπαλκόνια, ένα στο κάθε μπροστινό δωμάτιο με σιδερένια σκαλιστά κάγκελα. Δυο μπαλκονάκια που όμως ήταν στολισμένα με μικρές γλάστρες και πολλά όνειρα.

   Έξω από το σπίτι άκουγες  φωνές μικροπωλητών η κατασκευαστών, που διαλαλούσαν τα εμπορεύματα τους. «Ο καρεκλάς…». Κι εγώ επαναλάμβανα. «Κλακλακλαςςςςςςςςς». Με τα γιασεμάκια και τα αγιοκλήματα έκανα πως έφτιαχνα κολόνιες,  στύβοντας μέσα σε νερό τα λουλουδάκια και η μαμά με προμήθευε από τις πλούσιες κυρίες μικρά μπουκαλάκια για  να τα βάζω. Δεν μύριζαν όμορφα αυτά που έφτιαχνα, αλλά για μένα είχαν μεθυστική μυρωδιά.

  Μια φορά έπιασε τη μαμά μου κρίση χολής και ήλθε ασθενοφόρο να την παραλάβει. Εγώ έκλαιγα με αναφιλητά κρεμασμένη επάνω της και δεν ήθελα να φύγει. Αλλά φεύγοντας μου έκλεισε πονηρά το μάτι… Και να…. Αρκετές ώρες αργότερα γύρισε με ταξί, δε δέχθηκε να της κάνουν εγχείριση για να μην λείψει μέρες.

  Κάποτε φύγαμε από εκεί και πήγαμε σε πιο σύγχρονο σπίτι. Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια. Και μεγάλη πια με παιδιά πήγαμε να τους δείξω το σπίτι που είχα τις πρώτες μου αναμνήσεις. Είχα ένα σφίξιμο στην καρδιά  πως θα το βρω γκρεμισμένο. Αλλά…. Το είχαν ανακαινίσει και ήταν ένα κουκλί. Τουλάχιστον απέξω που κατάφερα να δω. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα αλλά χάρηκα τόσο πολύ! Τελικά έμαθα ότι ήταν διατηρητέο!!! Και σήμερα βρήκα και φωτογραφία του σπιτιού από το διαδίκτυο.

Ανδρομάχη Ρούσσινου
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.