Μια αγία εν αναμονή - Κεφάλαιο 2



Η κοπέλα ήταν η πιο ωραία στο χωριό, η πιο καλοσυνάτη και μόνιμα με το χαμόγελο στα χείλη. Με την ομορφιά του μέσα και του έξω της δεν άργησε να κάνει όλους τους νέους του χωριού να την ερωτευτούν. Κάτι το μέλι των ματιών της, κάτι οι καστανόξανθες πλεξούδες που έκλειναν με χάρι μέσα τους το απαλό του προσώπου της λευκό, κάτι εκείνο το αληθινό πλατύ χαμόγελο, που όταν έκανε την εμφάνισή του μάγευε λες την πλάση ολάκερη, κι εκείνη η λυγερή κορμοστασιά, δεν άργησε να προσελκύσει πολλούς μνηστήρες. κι ας εκείνη δεν ήθελε κανένα. Τη χαρά και την ελευθερία της ήθελε και τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει τα μεγάλα που ονειρευόταν.

Ωστόσο κάποτε ήρθε το προξενιό που η μάνα της από πάντα λαχταρούσε, εκείνο που ονειρευότανε για την Αγγελική, αλλά πιότερο για κείνη την ίδια. «Επιτέλους!» αναφώνησε με ανακούφιση όταν της έφεραν τα καλά μαντάτα και το πρόσωπό της, για πρώτη φορά μετά από χρόνια πολλά στ’ αλήθεια γέμισε με φως. «Ωχ!» σκέφτηκε, με καρδιά που αιμορραγούσε το κορίτσι κι από κείνη τη στιγμή πήρε σιγά σιγά και αμετάκλητα να μαραζώνει.

Όχι, δεν ήθελε να παντρευτεί. Να τελειώσει με το καλό το σχολείο ήθελε και μετά να σπουδάσει και να γίνει δασκάλα – δεν υπήρχαν και πολλές άλλες επιλογές εκείνη την εποχή άλλωστε. Δεν ήθελε για κανένα λόγο, για κανενός το χατίρι, να κλειστεί μέσα σ’ ένα σπίτι, μ’ έναν άγνωστο άντρα και να ξοδέψει μια ζωή πλένοντας, καθαρίζοντας, μαγειρεύοντας και γεννοβολώντας. Γι’ αυτό και δήλωσε κατηγορηματικά στη μάνα της απ’ την πρώτη στιγμή πως όχι, αυτήν τη φορά δε θα την υπάκουε, πως η ζωή ήταν δικιά της και θα έκανε ό,τι ήθελε εκείνη η ίδια με δαύτηνε, ότι τη δυστυχία ή την ευτυχία της θα την έβρισκε μόνη.

Λίγο έλειψε να πέσει ξερή, να μείνει κυριολεκτικά στον τόπο απ’ την κατάπληξή της, αλλά κι από την ύβρη η καημένη η γυναίκα. Πού ξανακούστηκε μαθές σ’ ένα χωριό η κόρη να μην κάνει αυτό που απαιτεί η μάνα; Αμάρτημα μεγάλο. θα έπεφτε φωτιά να τους κάψει. Έπιασε, λοιπόν, τα κυρ’ ελέησον και πήρε με πάθος πολύ κι υποκρισία περισσή να σταυροκοπιέται και να εγκαλεί τον καλό θεό για τα άδικα βάρη που τη φόρτωσε, για το πώς την εγκατέλειψε, για το κακό της ριζικό, και να κατηγορεί την Αγγελική για την αχαριστία της, να την αποκαλεί ελεεινή και πουτάνα και να την καταριέται, και άλλα πολλά ευτράπελα και πολύ πολύ τραγικά.

Σιγά όμως να μην έπειθε τη μικρή με τα λόγια. Είχε κότσια αυτή και ήξερε να διεκδικεί το δίκιο της. Ωστόσο, σαν μάνα -κακή μάνα, αλλά μάνα- είχε όλη τη δύναμη στα χέρια της, την απόλυτη εξουσία στη ζωή της κόρης, και δε θα δίσταζε ούτε στιγμή να τη χρησιμοποιήσει, αφού καταπώς φαίνεται ήθελε να γνωρίσει και η τελευταία αυτό που γνώρισε πολύ καλά η ίδια, το τι πάει δηλαδή να πει δυστυχία. Έτσι…

«Θα γίνει αυτό που λέω εγώ!» της έφτυσε την ισχύ της, σχεδόν χαιρέκακα.

«Κάτι τέτοιο δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί, τουλάχιστον όσο ζω και αναπνέω», τόλμησε να αντιμιλήσει αυτή, με τα φτωχικά της μέσα, τις λέξεις, να αντισταθεί.

«Από κείνο το πλευρό να κοιμάσαι», σύριξε μέσα από τα δόντια της εκείνη, βάζοντας τέλος στη συζήτηση.

Και πράγματι, στο λάθος πλευρό κοιμότανε η κακομοίρα, αφού πολύ σύντομα και χωρίς να ζητήσει κανείς την άδειά της -ποιος να το κάνει άλλωστε;- βρέθηκε αρραβωνιασμένη με μια καρικατούρα ανθρώπου, κάποιον που δεν είχε δει ποτέ πριν στη ζωή της, αλλά και που να τον είχε δει, θα της ήταν αδύνατον ποτέ να αγαπήσει. Ήτανε είκοσι και βάλε χρόνια μεγαλύτερος από κείνη -σχεδόν μεσήλικας- ψηλός πολύ, γεροδεμένος, με ίσια σχεδόν σιδερωμένα μαλλιά, με μάτια μαύρα βλοσυρά, κατσούφης, σκληρός, κρυφά μα έκδηλα οργισμένος, με μια αίσθηση μίσους λες να του χαράζει το πρόσωπο και τρόπους άτσαλους και απέριττους, ένας απόκληρος της αγάπης. Αλλά -κι ετούτο το αλλά είναι που θα στέκονταν η καταδίκη της- είχε χρήματα πολλά, περιουσία μεγάλη, και για τη μάνα της που αποφάσισε να την ξεφορτωθεί και να ησυχάσει, μονάχα αυτό μετρούσε. Ναι, είχε χρήματα, μα δεν είχε καρδιά, κι έναν τέτοιο άνθρωπο τι να τον κάνει η Αγγελική; «Θα δυστυχήσω», σκεφτόταν παρατηρώντας τον διακριτικά. «Θα μου κάνει τη ζωή μαύρη, σαν και την καρδιά του». Τα μάτια του που πετούσαν μαύρες φωτιές τη φόβιζαν, τα λίγα λόγια του την τρομοκρατούσαν, οι σιωπές που κρύβονταν μέσα του την έκαναν να θέλει να φύγει εκείνη τη στιγμή, να τα αφήσει όλα πίσω της και να δραπετεύσει στο φως.

Δέχτηκε την ανακοίνωση του αρραβώνα της στην αρχή με σιωπηλή οργή κι ύστερα παραδομένα, παθητικά -μετά από ένα γερό χέρι ξύλο που έφαγε απ’ το άγιο εκείνο πλάσμα, την καλή της τη μανούλα- αφού στον αγώνα που ήθελε να δώσει ήταν απόλυτα μόνη, δεν είχε συμπαραστάτη κανέναν, κι έτσι όσο κι αν πείσμωνε, όσο κι αν προσπαθούσε να ανατρέψει την κατάσταση, ήταν από χέρι χαμένη, καταδικασμένη σε μια μελλοντική άχαρη ζωή. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι παρέδωσε τα όπλα, ότι αποδέχτηκε τα τετελεσμένα. Απλά φόρεσε στο πρόσωπό της μια μάσκα, μεταμφίεσε της ψυχής της τον πόνο και την ίδια ώρα άρχισε να καταστρώνει στο μυαλό της, που δούλευε υπερωρίες, σχέδια φυγής. Ναι, δεν θα καθόταν να δυστυχήσει εκεί για της μάνας της τα έτσι θέλω. Θα έφευγε μακριά με την πρώτη ευκαιρία, θα πήγαινε στην πόλη, θα κινούσε για έναν κόσμο μεγάλο κι άγνωστο και κάπου τρομαχτικό, για ένα κόσμο ξένο στα πρέπει και τα μη του τόπου της. Δε θα καθότανε στο χωριό να μαραζώνει για μια ολόκληρη ζωή, για μια ολόκληρη ζωή ν’ αργοπεθαίνει, έχοντας συντροφιά έναν άντρα που ποτέ, στον αιώνα τον άπαντα, δε θα αγαπούσε.

Αλλά, για κακή της τύχη, τα σχέδια θα παρέμεναν σχέδια, οι ελπίδες της για μια καλύτερη ζωή θα έπαιρναν επ’ αόριστο αναβολή, καθώς η μάνα της, απ’ τη φύση της πονηρή και καχύποπτη γυναίκα, διάβασε τις σκέψεις, προέβλεψε και πρόλαβε τις κινήσεις της και με μια κίνηση ματ, εντελώς ξαφνικά, έριξε ένα χαστούκι-κεραυνό στα όνειρά της, διαλύοντάς τα, επισπεύδοντας τη διαδικασία του γάμου.

Έτσι εκείνο το μακρινό καλοκαίρι, το χαμένο στα τεφτέρια του χρόνου, τους βρήκε όλους να προετοιμάζονται για το δήθεν ευτυχές γεγονός. όλους εκτός από τη νύφη την ίδια. Η μάνα της, οι γειτόνισσες, οι φίλες της -εκείνες που μέχρι τότε θεωρούσε φίλες δηλαδή- αυτές ετοιμάζονταν. Η ίδια απλά κλείστηκε στην κάμαρα, στον εαυτό και στις σκέψεις της, καθώς το μέσα της πήρε να ντύνεται σιγά σιγά, αλλά σταθερά, με τα γκρίζα πέπλα της θλίψης.

«Δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνει αυτό», σκεφτότανε και το μέσα της κρυφά αιμορραγούσε. «Γιατί; Σε τι έφταιξα; Τι ζήτησα; Να χαρώ λίγο τη ζωή, μονάχ’ αυτό, και να κάνω εκείνο που πιότερο θέλω: να πραγματοποιήσω, αν μπορώ, το ένα και μοναδικό μου όνειρο, να γίνω δασκάλα. Ω, σε μισώ μάνα! Σε μισώ…»

Ναι, έτσι σκεφτότανε, πως στ’ αλήθεια τη μισούσε. Κι αυτό επειδή, όσο και να το ήθελε η ίδια, δεν μπορούσε με τίποτα να δικαιολογήσει τις πράξεις της, την απόφασή της να την παραδώσει, έτσι αγνή όπως ήταν, σαν αρνί για σφαγή στον πλούσιο, μα ανούσιο, Αντρέα. Τέτοιος ήταν, τέτοιον τον διάβασε: Ανούσιο! Απ’ αυτούς που θέλουν μια γυναίκα του χεριού τους, μια γυναίκα άβουλη, ένα μπιμπελό με σάρκα και οστά, μια γυναίκα-δούλα, μια γυναίκα -πώς πήγαινε εκείνη η παλιά διαφήμιση; Α, ναι- χρυσοχέρα και κυρά. Ίσως να ήταν τέτοια τότε, ίσως και να είναι ακόμη, αλλά την ίδια ώρα ήταν πολύ μικρή για να παντρευτεί, είχε ακόμη πολλά πράγματα να κάνει στη ζωή της, πολλούς λόφους ν’ ανεβεί και κορυφές να φτάσει, όμορφα όνειρα και μυστικά να πραγματοποιήσει. Όνειρα! Μα, ποιος τολμούσε τότε να μιλήσει για όνειρα; Ποιος τολμούσε να ξεφύγει, ένα βήμα έστω, απ’ την πεπατημένη; Ποιος τολμούσε να είναι απλά και ξάστερα ο εαυτός του, κι όχι ένας σκλάβος των πιστεύω μιας οπισθοδρομικής κοινωνίας; Μονάχα λίγοι και πολύ πολύ εκλεκτοί! Και τέτοιους ποτέ δεν έβγαλε το χωριό τους.

Ετοίμασαν λοιπόν στο πι και φι το γάμο της, της είπαν πότε θα γινόταν και της εξήγησαν, αν και δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να τις μάθει, όλες τις λεπτομέρειες για τη δήθεν πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της. Και ευλογούσαν την καλή της τύχη, που θα έπαιρνε τέτοιον άντρα. Κι εκείνη η δόλια μονάχα τις άκουγε σιωπηλά, δίχως χαμόγελο, με το δάκρυ να παραφυλάει κάθε στιγμή στων λυπημένων ματιών τις γωνίες. Τις άκουγε και σκεφτόταν: Αν είναι αυτή η καλή τύχη, αν αυτή που μου τάζουνε είναι η ευτυχία, ε τότε, τις έχω και τις δυο χεσμένες. Μέχρι που μια μέρα δεν άντεξε και τους πέταξε: «Ε, αφού σας αρέσει τόσο πολύ, το κελεπούρι, γιατί δεν μου το κλέβετε; Μεγάλη χάρη θα μου κάνετε, φιλενάδες». Κι εκείνες, αντί ν’ απαντήσουν, πήραν να γελάνε τσιριχτά κι ύστερα να χαμογελούν πλατιά, δήθεν με κατανόηση, και μετά ξανάρχισαν το τροπάρι, άβουλες, σπιτικές τροφαντές αγελάδες.

Σαν έφτασε η προκαθορισμένη μέρα, η καταραμένη, εκείνη που στοίχειωνε της ψυχής της το μπουντρούμι, κλείστηκε στο ανώι και δεν κατέβαινε με τίποτα κάτω. Η μάνα της κτυπούσε με γροθιές την πόρτα, της φώναζε με οργή, την καταριότανε, την απειλούσε -«θα σε σκοτώσω», της έλεγε, «θα σε σκοτώσω κι ας πάω στη φυλακή, συφοριασμένη»- και βλαστημούσε και το διάολο, που άφησε τον σπόρο να καρπίσει μέσα της, που την έκανε να τη γεννήσει -το διάολο, αφού, ως γνωστό, ο θεός δεν κάνει λάθη.

Ούτε τα παρακάλια της, ωστόσο, ούτε οι απειλές και οι βροντερές βρισιές δεν έπιασαν τόπο, αφού η μικρή παρέμεινε, πεισματικά σιωπηλή, κλεισμένη στο τελευταίο της καταφύγιο στον κόσμο ετούτο, ελπίζοντας, χωρίς όμως στ’ αλήθεια να το πιστεύει, ότι έστω και την ύστατη στιγμή θα μπορούσε να σώσει τη ζωή της από το καλά σχεδιασμένο από τους άλλους, μελλοντικό ολοκαύτωμα. Αλλά δεν, αφού τελικά ήρθε ο Αντρέας, ο άντρας ο καλός και ο πολλά βαρύς, ο αρχοντοχωριάτης, για να σπάσει με κλωτσιές την παλιά ξύλινη πόρτα, να τις ρίξει στάζοντας μίσος δυο γροθιές στο στομάχι, επιβάλλοντας την ισχύ του και ν’ αφήσει τη μάνα και τις σκύλες τις συμμαθήτριές της να τη σύρουνε σαν κουφάρι ζώου έξω.

Με το ζόρι, με απανθρωπιά και βία γίνανε όλα. Με το ζόρι τη ντύσανε και της φτιάξανε όπως-όπως, όσο τους άφησε παλεύοντας εκείνη, τα μαλλιά, με τη βία την οδήγησαν στη ξέχειλη από κόσμο του χωριού εκκλησιά, όπου σπεύσανε προφανώς όλοι οι χωριανοί για να γίνουν μάρτυρες από πρώτο χέρι, της δυστυχίας που θα γεννιόταν. Ωστόσο είχε πια παραδοθεί. Είχε παραδοθεί στη μοίρα της, στο πεπρωμένο που κάποιοι άλλοι είχαν γράψει για κείνη. Υπέμεινε καρτερικά την τελετή, συμμετείχε δίχως κέφι, σχεδόν αμίλητη, στο γλέντι που ακολούθησε, όπου όλοι γιόρταζαν λαμπρά ένα γεγονός που αυτή η ίδια κάθε άλλο παρά χαρμόσυνο ένιωθε.

Το τέλος της οδυνηρά αξέχαστης εκείνης μέρας τη βρήκε στο σπίτι του νέου της ζωής της πασά. Εκεί, αφού τη βίασε ξανά και ξανά -γιατί δεν ήταν έρωτας αυτό που της έκανε, όπως θα μάθαινε με τρόπο πικρό και τραγικό χρόνια μετά- της ανακοίνωσε με ύφος που δε σήκωνε καμία αντίρρηση, ότι θα έπρεπε να ξεχάσει ό,τι ήξερε μέχρι τότε, πώς τώρα πια ήταν η γυναίκα του και, είτε της άρεσε είτε όχι, ήταν υποχρεωμένη να τον υπακούει τυφλά. Θα έκανε ακριβώς ό,τι της έλεγε αυτός για να μην έχει κακά ξεμπερδέματα. Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Έτσι, σχολείο τέλος, όνειρα τέλος, χαρά τέλος, ζωή τέλος!

Βρέθηκε λοιπόν να ζει ουσιαστικά μόνη, σ’ ένα μεγάλο ψηλό πλινθόκτιστο σπίτι και να έχει σαν μοναδική της απασχόληση τη φροντίδα του. Σε τέσσερα σχεδόν επίπεδα ήταν κτισμένο, αν και είχε δύο μοναχά ορόφους: το ισόγειο. το πρώτο δωμάτιο του σπιτιού που ήταν το καθιστικό, η τραπεζαρία που ήταν τρία σκαλοπάτια πιο πάνω και η κουζίνα αλλά δύο, και τέλος το ανώι όπου υπήρχαν τρία δωμάτια. Ένα τζάκι φτιαγμένο από πέτρα ζέσταινε το καθιστικό και μια μεταλλική ξυλόσομπα, βαμμένη σ’ ένα άχαρο γκρίζο ή μάλλον ασημί, την κουζίνα. Στους τοίχους υπήρχαν φωτογραφίες σκούρες, ξεθωριασμένες στο πέρασμα του χρόνου, που απεικόνιζαν τους γονείς και τους παππούδες του Αντρέα, και κάτι κεντήματα πλουμιστά μα άχαρα, κληρονομιά προφανώς της μάνας του. Μικροσκοπικά παράθυρα, πολύ ψηλά, στο ύψος της οροφής, έριχναν φως στο χώρο, ακόμη και τις πιο σκοτεινές μέρες. Όλη μέρα το καθάριζε, όλη μέρα το φρόντιζε, ξόδευε ώρες και ώρες στον κήπο, που ήταν η μοναδική μικρή χαρά της. Η ευχή, ή μάλλον η κατάρα, της μάνας της πραγματοποιήθηκε – άρχισε να βιώνει μέρα-νύχτα τον εφιάλτη του να είναι παντρεμένη μ’ ένα κατακάθι και να χάνει στιγμή τη στιγμή τη θέλησή της για να ζει. Πήρε επίσης να χάνει, χωρίς καλά-καλά στην αρχή να το καταλαβαίνει και την πίστη της στους ανθρώπους, και να καταριέται της ψυχής της την καλοσύνη -αυτή που δεν την άφηνε να γίνει σκληρή, αληθινά και με πάθος να μισήσει- καθώς ο Αντρέας, ο άντρας ο πολύ καλός και του λαού καμάρι, αποδείχτηκε ένα χτήνος. Κάθε μέρα, όλη μέρα, τη χτυπούσε, με δύναμη κι αλύπητα, για κάθε ασήμαντη αφορμή. και συνεχώς τη σφυροκοπούσε, με βρισιές και λόγια υποτιμητικά, με λέξεις-μαχαίρια τη στόλιζε, και καθημερινά τη βίαζε – αφού ανυπομονούσε να του κάνει ένα γιο, για να τον δείχνει σε όλους και σαν κοκόρι να περηφανεύεται, για να τον κάνει σημαία στον ιστό του αναμφισβήτητου αντρισμού του.

Κι η Αγγελική; Αυτή όλο έλιωνε, όλο μέσα της κρυφά αιμορραγούσε, τα χίλια κακά της μοίρας της σκεφτότανε και ρωτούσε: «Γιατί, θεέ μου; Απάντησέ μου. Γιατί; Γιατί σε μένα τέτοια τύχη;» Σιγά, όμως, μην απαντούσε. Σιγά μην απαντούσε. Και σιγά μην περίμενε την απάντησή του. Αφού ήξερε. Ήξερε ότι κι εκείνος από καιρό την εγκατέλειψε, την άφησε μόνη, όπως όλοι, για να παλέψει χωρίς δυνάμεις και δίχως όπλα μ’ ένα απ’ τα τέρατα που δημιούργησε.

Νύχτα και μέρα, με ήλιο και βροχή, καλοκαίρι και χειμώνα ήταν θεόκλειστη μέσα σ’ ένα σπίτι, μεγάλο κελί, αφού ο άντρας της δεν την άφηνε ποτέ και για κανένα λόγο να βγαίνει έξω. Και τα ψώνια ακόμη του νοικοκυριού ο Αντρέας έστελνε κάποιον απ’ τους εργάτες του να τα κάνει. Μέρα και νύχτα έχυνε δάκρυα καυτά και αλμυρά στης ψυχής της τις κατάξερες ρίζες, που δεν έλεγαν ν’ αποκτήσουν της ζωής χρώμα. Νύχτα και μέρα προσευχότανε σε γνωστούς και άγνωστους θεούς, στις μυστηριώδεις θεές της τύχης, αν υπήρχαν να ύψωναν το ραβδάκι τους, κι έτσι, μεμιάς, μαγικά, να έριχναν λίγο έστω χαράς φως στη ζωή της. Μέρα και νύχτα… Και προσευχόταν άδικα.

Πέρασαν μήνες πολλοί και πονεμένοι, όπου όλη της η ύπαρξη έμοιαζε να βρίσκεται βαθιά βυθισμένη μέσα σ’ ενός βούρκου το πιο αδιαπέραστο σκοτάδι. Κοιτούσε έντονα, με απόγνωση, έψαχνε παντού με αγωνία, προσπαθούσε να δει να σιγοκαίει κάπου το κεράκι της ελπίδας, αλλά μάταια. Θέλω να πεθάνω, μονολογούσε συχνά-πυκνά, κρυμμένη στην πίσω αυλή, μακριά απ’ των ανθρώπων τα βλέμματα. Θέλω να πεθάνω. Αλλά, δεν πέθανε. Θα το έκανε αν μπορούσε, αλλά δεν. Δεν μπορούσε να βάλει η ίδια τέλος στη ζωή της. Κι ας το ήθελε. Ήθελε να πεθάνει, αλλά όχι ν’ αυτοκτονήσει. Ήθελε να πεθάνει στον ύπνο της, έτσι απλά, δίχως πόνο κι ενοχές. Ήθελε να πεθάνει ξαπλωμένη στο κρεβάτι, δίπλα του, στοιχειώνοντας όλες τις μέρες και τις νύχτες του, χαϊδεύοντάς τον με το άγγιγμά του θανάτου.

Ο Αντρέας. Ο Αντρέας! Ο άντρας της. Ο φόβος και ο τρόμος της. Αυτός που την έκανε γυναίκα. Αυτός που της στέρησε το δικαίωμα να γίνει γυναίκα με το σωστό τρόπο. Αυτός που εκείνη έβλεπε κάθε νύχτα να κοιμάται ατάραχος, φαινομενικά δίχως στον κόσμο έγνοια καμιά, ενώ η ίδια άγρυπνη στη δική της γωνιά παρέπαιε στης οδύνης τα μονοπάτια. Αυτός που έβαψε με αίμα και δάκρυ τις ελπίδες της. Αυτός που έγινε ο προσωπικός της δυνάστης. Ο Αντρέας. Ο άντρας της.

Την έπνιγε η μοναξιά όταν ήταν μόνη στο σπίτι, πετούσε από χαρά όταν εκείνος έλειπε. Δίκοπο μαχαίρι η απουσία του. Ήθελε κάποιον κοντά της, αλλά όχι εκείνον. Τόσο απλά. Τόσο οδυνηρά. Έκανε ό,τι περνούσε απ’ το χέρι της για να ξεχάσει – πότε την όμορφη απουσία του, πότε την πνιγηρή του παρουσία. Μαγείρευε δυο φορές την ημέρα, καθάριζε το σπίτι ξανά και ξανά, φρόντιζε τον κήπο, διάβαζε πολύ και κατ’ επανάληψη τα ίδια βιβλία, αφού ο κύριος και άρχοντάς της δεν της επέτρεπε να πάρει άλλα. Και κατ’ επανάληψη σήκωνε τις γροθιές της απειλητικά στον ουρανό προκαλώντας το θεό: θα σε φτιάξω εγώ. Δεν θα σου περάσει. Δεν θα ραγίσω. Κτύπα με όσο θες. Εγώ, στο τέλος θα είμαι ο νικητής…

Ωστόσο, η ζωή ήταν εκεί έξω, κι εκείνη, που την ένιωθε να ξεγλιστράει απ’ τα δάχτυλά της και να χάνεται όλο και μαράζωνε, αφού δεν μπορούσε να την αδράξει, κι από πάνω της να πιαστεί και ν’ αναρριχηθεί στον προσωπικό της παράδεισο. Πού και πού όταν έφτανε στα όρια της απελπισίας μαλάκωνε, έβαζε ζάχαρη και μέλι στο πείσμα και τον εγωισμό της και προσπαθούσε με το καλό να πείσει τον άντρα της να χαλαρώσει λίγο τα χαλινάρια, να της δώσει την ευκαιρία να χαρεί λίγες στάλες χαράς, αλλά μάταια. Ούτε τα λόγια, μα ούτε κι οι πράξεις έμοιαζαν να τον αγγίζουν. Η καρδιά του ήταν από πέτρα. Ήταν αγρότης, κι εκείνη το χτήμα του. Ήτανε πλούσιος, κι εκείνη ένα απλώς αντικείμενο στην προσωπική του συλλογή.

Ποιος είσαι; Ήθελε να τον ρωτήσει πολλές φορές. Ποιος είσαι; Πραγματικά απορούσε, αλλά ποτέ της δεν τόλμησε να εκφέρει δυνατά την απορία αυτή, αφού ήξερε πολύ καλά ποια θα ήταν η αντίδρασή του. Θα οργιζόταν. Και θα την χτυπούσε. Κι εκείνη θα τον κοιτούσε με μάτια θλιμμένα και θα έκλαιγε δίχως ήχο. Σα δαρμένο σκυλί θα καθόταν σε μια γωνιά, θα έγλυφε τις πληγές της, και θα συνέχιζε να απορεί: Ποιος είσαι;

Όσο για τη μάνα της, αυτή την κρατούσε σε απόσταση. Μάλλον σα βάρος την ένιωθε αφού από την ημέρα που την πάντρεψε δεν την επισκέφθηκε ούτε μία φορά. Αλλά μάθαινε τα νέα της. σίγουρα τα μάθαινε, όπως πάντα και παντού φρόντιζαν οι γείτονες γι’ αυτό. Πού και πού η Αγγελική έπιανε τον εαυτό της να παρακαλεί κρυφά, να παρακαλεί κρυφά το θεό να τη βοηθήσει, να στείλει τη μάνα της να έρθει και να την πάρει στο σπίτι τους και πάλι. Μάταια όμως. Οι προσευχές της δεν έμελλε να εισακουστούν, ούτε από θεούς ούτε από ανθρώπους.

Ο χρόνος, λένε, ο χρόνος γιατρεύει τα τραύματα, μαλακώνει και τις πιο σκληρές καρδιές. Μα αυτός δεν ήξερε που πατούσε και που πήγαινε. Τουλάχιστον στη δική της περίπτωση. Αφού όσο περνούσε τόσο πιο δύσκολη γίνονταν η ζωή της. Κατάντησε μια έφηβη γριά, μια παλαίμαχος στα πεδία μαχών της συνύπαρξης. Μέχρι που κάποια μέρα μαγική έγινε κάτι που θα τα άλλαζε όλα. Ή, ίσως και όχι, ίσως να μη συνέβαινε ακριβώς αυτό..

Είχε μόλις πατήσει τα δεκαοκτώ της χρόνια όταν έμεινε έγκυος και σκέφτηκε: Να, τώρα θα του κάνω επιτέλους το γιο να ησυχάσει. Παράξενες πολύ, γαλήνιες και ανήσυχες, χαρούμενες και λυπημένες, ήταν οι μέρες που ακολούθησαν. Με τα πάνω και τα κάτω τους, αργά και γρήγορα, με πόνο και εμπειρίες πρωτόγνωρες πέρασαν οι μήνες. Ένιωθε τη νέα ζωή να μεγαλώνει μέσα της, σάρκα απ’ τη σάρκα της, πνοή απ’ την πνοή της, κι έπαιρνε κουράγιο απ’ αυτή, δανειζόταν δυνάμεις για την επόμενη μέρα. Συχνά-πυκνά έπιανε τον εαυτό της να χαϊδεύει τη μαγική κοιλιά με μια λατρεία ανείπωτη, να της σιγοτραγουδά και να της λέει τα μυστικά της. Εσύ θα με σώσεις, ψιθύριζε στο παιδί που μεγάλωνε μέσα της, κι εκείνο, λες και καταλάβαινε, την κλωτσούσε απαλά, της έλεγε άηχα ότι έτσι ακριβώς θα γίνει. Όμορφες μέρες ήτανε εκείνες και μαγικά μοναδικές, κι ούτε ακόμη κι αυτή η παρουσία του Αντρέα, δεν μπορούσε να τις σκιάσει. Η αλήθεια είναι ότι η στάση του στη διάρκεια της εγκυμοσύνης άλλαξε. Με κάποιο κόπο μάλλον κατάπιε την οργή του, κατέπνιξε τα βίαια ξεσπάσματά του. Όχι, δεν την αγάπησε ξαφνικά. Δεν έγινε τρυφερός μαζί της. Εξακολουθούσε να την προστάζει, αλλά κάπως πιο απαλά, δίχως μαστίγιο, αλλά και χωρίς καρότο. Να προσέχεις, γυναίκα, μην πάθει τίποτα το παιδί, μην πάθει τίποτα ο γιος μου, της έλεγε. Ο γιος του! Το μόνο που σαν έφτασε η ώρα η καλή, εκείνη δεν γέννησε γιο αλλά κόρη – τον άγγελο και τη ζωή της, την Ιωάννα της. Κι όπως θα περίμενε κανείς από κάποιον σαν κι εκείνον, καθόλου δεν του άρεσαν τα μαντάτα σαν τα έμαθε. Κορίτσι! Πουφ, τι να το κάνει αυτό; Και τίποτα δεν το έκανε. Επέλεξε με πείσμα μουλαριού να αγνοεί την παρουσία του, κι άφησε τη φροντίδα του αποκλειστικά σ’ εκείνη. στην καταραμένη τη γυναίκα που τον ατίμασε, που δεν τίμησε τον σπόρο που τόσο μεγαλόψυχα και με άλλη τόση βία φύτεψε μέσα της.

Ω, απερίγραπτη, τεράστια ήταν η χαρά που έφερε στη φτωχή κοπέλα η γέννηση της μικρής, αφού τώρα, επιτέλους, θα είχε κάποιον κοντά της, δώρο ακριβό, το μωρό της – σύντροφο, τρυφερή αγκαλιά και παρηγορητή της. Πάνω σ’ εκείνο το όμορφο και τρυφερό πολύ προσωπάκι είδε να εμφανίζεται γραμμένη, με αόρατο μελάνι, η λέξη ελπίδα, εκείνη που για μήνες και μήνες της έλειπε, που θεωρούσε ότι είχε για πάντα πεθάνει μέσα της. Αυτή ήταν η απλή και η απόλυτη αλήθεια, την έσωσε όταν γεννήθηκε, αφού ξύπνησε και πάλι μέσα της τη λαχτάρα, τη θέλησή της για ζωή, εκείνη που σύντομα ο άντρας της θα προσπαθούσε και πάλι να καταπνίξει με εκδικητική μανία, με βία απερίγραπτη που θα της χάραζε το κορμί, αλλά που τώρα πια δε θα μπορούσε με τίποτα να πληγώσει την ψυχή της.

Απ’ την πρώτη στιγμή που την είδε, απ’ την πρώτη στιγμή που, λίγο τρυφερά-λίγο φοβισμένα, την κράτησε έτσι, ζεστή-ζεστή, σαν χνούδι στον κόρφο της, πήρε ένα όρκο σιωπηλό μα κραυγαλέο, μια απόφαση ακλόνητη. «Δε θα γίνω σαν τη μάνα μου», υποσχέθηκε στο μωρό της. «Ό,τι και να κάνω, ό,τι και να πάθω, όπου και αν κάποτε καταλήξω, ορκίζομαι ότι δε θα γίνω σαν τη μάνα μου. Θα γίνω ο προστάτης άγγελός σου, Ιωάννα μου, αυτός που λένε τα παραμύθια. Θα είμαι πάντα κοντά σου, ό,τι και αν συμβεί, και θα σε προστατεύω. Δε θα σε αφήσω ποτέ να πέσεις, να πονέσεις, να γευτείς κάτι απ’ τον πόνο μου. Όσο είμαι εδώ εγώ, αγαπούλα μου, δε θα επιτρέψω να σε σκιάσει σκοτούρα καμιά…»

Αυτό που της έμελλε να γίνει κάποτε, ίσως πολλοί να το χαρακτήριζαν, να το περιέγραφαν, με χρώματα μελανά, ίσως να έλεγαν ότι αυτό είναι χειρότερο απ’ το καθετί. Αλλά η ίδια προσωπικά θα διαφωνούσε μ’ αυτούς τους πολλούς, αφού για κείνη πάντοτε πιότερο μετρούσαν -και μετρούν- η ψυχή και η καρδιά, κι η καλοσύνη που αυτές κρύβουν μέσα τους, και όχι οι ανούσιες απόψεις κι οι προκαταλήψεις, που κλείνουν τον κόσμο και τους ανθρώπους σ’ ένα φαύλο κύκλο, και τους καθηλώνουν σ’ ένα παγιωμένο, αλλά βολικό, τίποτα.

Λάκης Φουρουκλάς

Μπορείτε να διαβάσετε τα προηγούμενα κεφάλαια κάνοντας κλικ.

Η εικόνα είναι παρμένη από εδώ.

Συνεχίζεται.
Share on Google Plus

0 comments:

ΟΜΑΔΑ ΜΕΣΑ. Από το Blogger.